Tag Archives: μαθητικά συμβούλια

Ο λόγος στα παιδιά μέσω της ενίσχυσης του ρόλου των μαθητικών συμβουλίων

Πριν από λίγο καιρό είχαμε τη μεγάλη χαρά να φιλοξενούμε στο postmodern.gr τον ψυχολόγο από το “Χαμόγελο του Παιδιού”, κ. Στεφανο Αλεβίζο, ο οποίος έδωσε πολύτιμες κατευθυντηρίες γραμμές σε γονείς, εκπαιδευτικούς και μαθητές, για την έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού http://www.postmodern.gr/scholikos-ekfovismos-ta-profil-ton-pedion-ke-i-tropi-antimetopisis-tou-bullying/

Την ίδια χρονική περίοδο πέρυσι είχα ασχοληθεί πάλι με το θέμα στο postmodern.gr στο άρθρο μου με τίτλο “Σχολικός εκφοβισμός (school bullying):Ο λόγος στα παιδιά http://www.postmodern.gr/scholikos-ekfovismos-school-bullying-o-logos-sta-pedia/ καταθέτοντας την πρόταση ενίσχυσης του ρόλου των μαθητικών συμβουλίων, ώστε να πάψουν τα παιδιά να είναι θεατές (όπως δείχνουν οι έρευνες) περιστατικών βίας και να έχουν μια ενεργή συμμετοχή στις υποθέσεις που τους αφορούν άμεσα. Με αυτό τον τρόπο πιστεύω ότι θα ενισχυθεί παράλληλα και η αλληλεγγύη μεταξύ των μαθητών και το αίσθημα ευθύνης μέσω της λήψης σημαντικών αποφάσεων. Άλλωστε, τα παιδιά σε πολλές περιπτώσεις έχουν το ένστικτο και τη δύναμη να επιλύουν τις διαφορές τους πιο αποτελεσματικά από εμάς.

Συνεχίζω τη διερεύνηση ζητημάτων που απασχολούν την εκπαιδευτική και μαθητική κοινότητα, με στόχο την εξομάλυνση των εντάσεων μεταξύ των μαθητών. Περιμένω ασφαλώς τα μηνύματά σας και για αυτό το θέμα και χαίρομαι που κι εσείς μου προτείνετε θέματα και μου στέλνετε επιπρόσθετο υλικό, το οποίο μας δίνει τη δυνατότητα να διερευνήσουμε και άλλες πτυχές των θεμάτων μας στη στήλη “Έγκλημα και Media”. Ήδη ετοιμάζουμε μια νέα έρευνα, τα αποτελέσματα θα τα παρουσιάσουμε τις επόμενες εβδομάδες.

Καλό Σαββατοκύριακο σε όλες τις φίλες και όλους τους φίλους!

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Η απίστευτη αγριότητα μιας έφηβης ψυχής μας αφορά όλους!

Το έγκλημα στη Θεσσαλονίκη με θύμα τον ανήλικο μαθητή και φερόμενο θύτη τον επίσης ανήλικο συμμαθητή του απασχολεί έντονα και προβληματίζει ειδικούς και δημοσιογράφους. Τα ερωτήματα πολλά, όπως και τα “σκοτεινά” σημεία προς διερεύνηση.

Το έγκλημα είναι ειδεχθές για μια σειρά σοβαρών λόγων: θύμα είναι ένα παιδί, το οποίο έχει δολοφονηθεί άγρια με κουζινομάχαιρο (ο δράστης του έκοψε την καρωτίδα), φερόμενος θύτης είναι επίσης ένα παιδί που ομολογεί την πράξη του και αναφέρει ως κίνητρο δράσης τους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς εις βάρος του που χρησιμοποιούσε το θύμα.

Αυτή, εικάζω, θα είναι και η υπερασπιστική γραμμή που θα ακολουθηθεί: ότι ο φερόμενος ως θύτης ήταν θύμα εκφοβισμού/ δεχόταν bullying την τελευταία διετία. Ένα ερωτηματικό υπάρχει ακόμα για την ηλικία του, καθώς στα περισσότερα ρεπορτάζ αναφέρεται ως 14 ετών και σε κάποια ως 16. Η ηλικία παίζει ρόλο για την ποινική μεταχείριση, αλλά αυτά είναι ζητήματα που κατά κύριο λόγο αφορούν τις αρχές και όχι τόσο το ευρύ κοινό.

Ασφαλώς, είναι έργο των αρχών να διερευνήσουν από εδώ και πέρα την υπόθεση εις βάθος και πρωτίστως να εξεταστεί αν έγιναν τα πράγματα ακριβώς όπως τα περιέγραψε ο φερόμενος ως δράστης, αν έδρασε μόνος του, πώς ακριβώς κινήθηκε, αν ενημέρωσε κάποιον για το έγκλημά του και άλλα καίρια ερωτήματα στα οποία πρέπει να πέσει φως.

Είναι δεδομένο ότι οι ρόλοι θύτη-θύμα σε περιπτώσεις bullying εναλλάσσονται και το θύμα μπορεί να μετατραπεί σε θύτη, όπως έχουμε δει να συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις. Στην συγκεκριμένη υπόθεση που εξετάζουμε δεν έχουμε, θα έλεγα, μια τυπική υπόθεση bullying. Ο τρόπος τέλεσης του φόνου μας φέρνει αντιμέτωπους με μια απίστευτη αγριότητα.

Το γεγονός ότι αυτή η αγριότητα φέρεται να προέρχεται από μία έφηβη ψυχή είναι από τη μία συγκλονιστικό και σοκαριστικό, από την άλλη εγείρει πολλά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να απαντηθούν, ώστε να προληφθούν άλλα αποτρόπαια εγκλήματα. Εξίσου σημαντικό, καθώς θα εξελίσσεται η υπόθεση και θα έρχονται στο φως καινούργια στοιχεία, να παρακολουθούν οι ειδικοί επιστήμονες την υπόθεση. Θα την παρακολουθώ κι εγώ ερευνητικά, γιατί παρουσιάζει τεράστιο εγκληματολογικό και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον και είναι σκόπιμο να εξαχθούν συμπεράσματα.

“Ποιοι γνώριζαν και με την ανοχή τους ή ακόμα και με την δική τους συμπεριφορά καλλιεργούσαν τόσο άγρια ένστικτα;”: είναι το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί. Μου φαίνεται απίστευτο έως και απίθανο ξαφνικά, χωρίς κανένα “σημάδι”, να προχώρησε ένα παιδί σε μια τόσο στυγερή δολοφονία. “Βλέπω” συσσώρευση αρνητικών συναισθημάτων και ακραίων σκέψεων, οι οποίες με κάποιο τρόπο -λεκτικό ή μη- πρέπει να είχαν εκφραστεί στο σπίτι, στο σχολείο, στη γειτονιά, στην αλάνα. Κανείς ωστόσο δεν έδινε σημασία ή το χειρότερο αυτές οι σκέψεις καλλιεργούνταν ακόμα περισσότερο. Πρέπει να πέσει φως σε αυτή την πτυχή της υπόθεσης που θα δώσει απαντήσεις σε ανεξήγητες συμπεριφορές.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό, κρίνω απολύτως αναγκαίο να τονίσω ότι δεν πρέπει να στιγματίσουμε την τοπική κοινωνία. Όσοι είμαστε γονείς και εκπαιδευτικοί γνωρίζουμε πολύ καλά πόσο δύσκολο είναι να χειριστούμε κάποιες καταστάσεις. Πολλές φορές έχει συμβεί να κινηθούμε με βάση το ένστικτό μας, ακριβώς γιατί δεν έχουμε την ειδική γνώση που απαιτείται προκειμένου να χειριστούμε ορισμένες ακραίες συμπεριφορές. Ή γιατί, στο πλαίσιο του σχολείου, για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά ανάλογες συμπεριφορές, είναι αναγκαία η συνεργασία των γονέων που δυστυχώς δεν είναι πάντα εφικτή για μια σειρά λόγων, οι κυριότεροι εκ των οποίων συνοψίζονται είτε στην ντροπή που νιώθουν για τη συμπεριφορά του παιδιού τους, είτε στην αδιαφορία ή ακόμα και στη δική τους αρνητική συμπεριφορά.

Γι’ αυτό στο χθεσινό μου κείμενο υπογράμμισα το σημαίνοντα ρόλο των ίδιων των παιδιών στην επίλυση των εντάσεων για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, διότι είναι πολύ πιο εύκολο για ένα μαθητή να εκφράσει τις σκέψεις στους συμμαθητές του, ακόμα και τις πιο ακραίες. Δεύτερον, γιατί με αυτό τον τρόπο τα παιδιά θα έρθουν πιο κοντά, ο κοινός στόχος θα τα ενώσει.

Επομένως, ξεκινώ από την ανάγκη ενίσχυσης των μαθητικών συμβουλίων στα σχολεία. Δυστυχώς, ο ρόλος τους είναι διακοσμητικός, τις περισσότερες φορές, καθώς περιορίζεται στη διοργάνωση των σχολικών χορών και εκδρομών και δεν επεκτείνεται στα ουσιαστικά και κρίσιμα προβλήματα που προκύπτουν. Πιστεύω ότι ο ρόλος των μαθητικών συμβουλίων πρέπει οπωσδήποτε να ενισχυθεί, να έχουν δράση στο σχολείο και να προσφέρουν έργο, ενώ στο τέλος κάθε μήνα να καταθέτουν στο σχολείο μια έκθεση απολογισμού του έργου τους.

Θα συνεχίσω με την αναφορά που έκανα στο χθεσινό μου κείμενο στην ανάγκη συγκρότησης ομάδων σε κάθε Τάξη, αποτελούμενες από μαθητές, με εναλλαγή των προσώπων, ώστε όλα τα παιδιά να αισθάνονται ότι ανήκουν στην “ομάδα” και επίσης όλα τα παιδιά να αναλαμβάνουν ευθύνες. Στο σημείο αυτό να κάνω μια παρένθεση και να τονίσω ότι η ανάληψη ευθύνης από παιδιά που αισθάνονται αποκλεισμένα από την ομάδα είναι πολύ σημαντική, γιατί τονώνει την αυτοπεποίθηση του παιδιού και του δίνει την ευκαιρία να αξιοποιήσει τα θετικά στοιχεία του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του.

Οι εν λόγω ομάδες θα συνεδριάζουν τακτικά και θα καλούνται να καταθέτουν προτάσεις και να επιλύουν ζητήματα που προκύπτουν εντός του χώρου του σχολείου, αλλά και σοβαρά θέματα που απασχολούν τους μαθητές εκτός σχολείου. Οι εκπαιδευτικοί θα μεριμνούν για την εύρυθμη λειτουργία των ομάδων, δεδομένου ότι έχουμε να κάνουμε με παιδιά και χρειάζεται μια διακριτική επίβλεψη και καθοδήγηση. Τέτοιες πρωτοβουλίες ενδεχομένως γίνονται πιλοτικά, αλλά εδώ χρειάζεται συστηματικά να εφαρμοστεί το μέτρο και μάλιστα να συμβάλλουν όλοι -εκπαιδευτική κοινότητα, μαθητές και γονείς- στην ορθή εφαρμογή του.

Θα ήταν επίσης σκόπιμο να στελεχωθούν όλα τα σχολεία με ψυχολόγους που δεν θα κάθονται μόνο στο γραφείο, αλλά -κυρίως- θα διοργανώνουν συγκεκριμένες δράσεις, ώστε να βοηθούν τα παιδιά να “εκτονώνουν” αρνητικά συναισθήματα, να εκφράζουν τις σκέψεις και τους προβληματισμούς τους και ταυτόχρονα να μάθουν να συνεργάζονται πιο δημιουργικά.

Εάν δεν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα να στελεχωθούν όλα τα σχολεία με ψυχολόγους, είναι τουλάχιστον σημαντικό σε συνεργασία με Σχολές Ψυχολογίας, κάθε μήνα να έρχονται φοιτητές και να οργανώνουν δράσεις με τα παιδιά προς αυτή την κατεύθυνση. Όπως επίσης και ειδικοί επιστήμονες, οι οποίοι πέρα από τις διαλέξεις που δίνουν στους γονείς (σαφώς και αυτές είναι πολύ χρήσιμες), μπορούν να οργανώνουν πολύ ωραίες δραστηριότητες με τα παιδιά. Άλλωστε, τα παιδιά δεν μαθαίνουν μέσα από το “κήρυγμα”, αλλά μέσα από τη δράση και την επικοινωνία.

Οι παραπάνω προτάσεις είναι μηδαμινού ή τουλάχιστον μικρού κόστους, γιατί βαρέθηκα τη φτηνή δικαιολογία ότι δεν μπορούν να δαπανηθούν χρήματα στην παιδεία μας! Πιστεύω ότι θα οδηγήσουν σε θετικά αποτελέσματα, με την προϋπόθεση ότι θα εφαρμοστούν όχι για ένα μικρό χρονικό διάστημα, αλλά σε μόνιμη βάση.

Κλείνοντας, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στα μίντια που είναι, άλλωστε, και ο δικός μου τομέας και στο ρόλο που και εκείνα διαδραματίζουν στην όξυνση της βίας. Είναι απαραίτητο, πέρα από τους απαίδευτους ανθρώπους που σαν χαζοχαρούμενα όντα περιφέρονται στα μέσα και με τη στάση ζωής τους προβάλλουν τα χειρότερα πρότυπα, να τολμήσουν να κάνουν τη διαφορά νέοι (δεν αναφέρομαι κατ’ ανάγκην στην ηλικία, γιατί και η πείρα είναι πολύτιμη, αλλά στις “φρέσκιες” ιδέες) δημοσιογράφοι/επιστήμονες/ερευνητές με παιδεία και γνώση, ώστε να ακούσουμε επιτέλους και τις δικές τους απόψεις και να προβληθεί μια άλλη στάση ζωής.

Κι επειδή όπως λέω πάντα δεν μπορούμε να τα περιμένουμε όλα από τα συμβατικά ΜΜΕ, είναι καιρός να αξιοποιηθεί πιο δυναμικά ο ρόλος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε άτομα με δυνατή προσωπικότητα και τεκμηριωμένο λόγο να αναδειχθούν και να προσεγγίσουν τα ζητήματα που μας απασχολούν με σοβαρότητα. Η ευθύνη είναι στα χέρια όλων μας και εμείς επιλέγουμε πώς θέλουμε να προχωρήσουμε στη ζωή!

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Βία και σύγχρονο σχολείο: ο ρόλος των εκπαιδευτικών και των μαθητικών συμβουλίων

Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού δεν αφορά μόνο το σύγχρονο σχολείο, ούτε έχει εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι, δηλαδή, ένα φαινόμενο της εποχής, αλλά τολμώ να πω ότι είναι συνυφασμένο με την ύπαρξη του σχολείου. Στη Νορβηγία ο ειδικός στο πολυσύνθετο και πολυδιάστατο ζήτημα του σχολικού εκφοβισμού, Dan Olweus, έχει μελετήσει επισταμένα το θέμα. Δεν είναι τυχαίο ότι από το 1973 1 στους 7 μαθητές δηλώνει ότι έχει πέσει θύμα εκφοβισμού.

Βάσει των ερευνών, τα κορίτσια χρησιμοποιούν περισσότερο τη λεκτική βία, διαδίδουν φήμες και απομονώνουν από την ομάδα. Τα αγόρια χρησιμοποιούν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τη σωματική βία. Στη Μεγάλη Βρετανία, ωστόσο, καταγράφεται ανησυχητική αύξηση της χρήσης σωματικής βίας και μεταξύ των κοριτσιών, τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα, οι επιθετικές συμπεριφορές μεταξύ ανήλικων κοριτσιών στο πλαίσιο του σύγχρονου ελληνικού σχολείου έχει αποτελέσει θέμα και δικής μου έρευνας, η οποία συμπεριλαμβάνεται στην Ευρωπαϊκή Εκστρατεία κατά του Σχολικού Εκφοβισμού.

Πώς όμως ορίζεται η σχολική βία; Σύμφωνα με την Καθηγήτρια Εγκληματολογίας, κ. Βάσω Αρτινοπούλου (2001:13), “ο ορισμός της σχολικής βίας είναι σχετικός και εξαρτάται από το ισχύον κάθε φορά κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Ωστόσο, στοιχεία του ορισμού της σχολικής βίας είναι η επιβολή της βούλησης, η πρόκληση ζημίας ή βλάβης, κακομεταχείρισης ή κακοποίησης. Η σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική, λεκτική, κακοποίηση καθώς και ο βανδαλισμός αποτελούν τις κύριες μορφές της σχολικής βίας. Με κριτήριο τα άτομα ή τις ομάδες που εμπλέκονται στη σχολική βία, διακρίνουμε τη: βία μεταξύ μαθητών, βία από τους μαθητές προς τους δασκάλους, βία από τους δασκάλους προς τους μαθητές και τέλος βία μεταξύ δασκάλων και διευθυντών ή της διοίκησης του σχολείου”.

Οι σκληρές συμπεριφορές τόσο μεταξύ των μαθητών, όσο και από τους καθηγητές προς τους μαθητές, αποτελούσαν πραγματικότητα και στο παραδοσιακό σχολείο. Σήμερα, ασφαλώς, τέτοια περιστατικά βλέπουν πιο εύκολα το φως της δημοσιότητας λόγω των ΜΜΕ αλλά και της μεγαλύτερης κοινωνικής ευαισθησίας σε ζητήματα που αφορούν το παιδί και τον έφηβο. Επίσης, το σύγχρονο σχολείο είναι πλέον πολυπολιτισμικό, γεγονός που έχει οδηγήσει σε έξαρση των αντιθέσεων και συγκρούσεων, κυρίως εξαιτίας της μη εκπαίδευσης και εκμάθησης στα παιδιά της αποδοχής και του σεβασμού στη διαφορετικότητα. Το μείζον ζήτημα, στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας, είναι ότι η βία, δυστυχώς, “νομιμοποιείται”, ολοένα και περισσότερο στα μάτια των μαθητών και, συχνά, εκλαμβάνεται ως το μοναδικό μέσο άμυνας και υπεράσπισης των δικαιωμάτων του ατόμου.

Διεθνείς έρευνες έχουν επανειλημμένα δείξει ότι παιδιά που έχουν υποστεί κακοποίηση -σωματική ή λεκτική- από τους γονείς τους, είναι δηλαδή θύματα ενδοοικογενειακής βίας, έχουν 2 με 3 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να κακοποιηθούν από τους συμμαθητές τους. Με απλά λόγια, η βία γίνεται ένας φαύλος κύκλος, τον οποίο δύσκολα θα “σπάσουν” θύτες και θύματα, όσο οι συμμαθητές παραμένουν θεατές, οι εκπαιδευτικοί αδιαφορούν και οι γονείς δεν ενημερώνονται επαρκώς για να γνωρίζουν πώς πρέπει να αντιδράσουν.

Αξιοσημείωτο είναι ότι υψηλός αριθμός μαθητών δεν συζητά με τους καθηγητές για περιστατικά βίας που εκδηλώνονται στο πλαίσιο του σχολείου μεταξύ μαθητών. Όσον αφορά τις αντιδράσεις των οικογενειών που έχουν εμπλακεί σε κάποιο διαπληκτισμό κυμαίνονται, σύμφωνα με μαρτυρίες εκπαιδευτικών, από τον προβληματισμό και την απόγνωση μέχρι τη διαμαρτυρία και την επιθετική στάση απέναντι στους εκπαιδευτικούς. Η στάση, ωστόσο, που θα κρατήσει η οικογένεια είναι εξέχουσας σημασίας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος και, σίγουρα, εάν η οικογένεια κρατήσει επιθετική στάση, ενδεχομένως ως απόρροια ενοχών, το πρόβλημα θα επιδεινωθεί.

Η οικογένεια οφείλει να είναι συνοδοιπόρος και συμπαραστάτης του παιδιού. Με την αγαστή συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς αλλά και τη βοήθεια από τους ειδικούς, όπου κρίνεται αναγκαία, το οικογενειακό περιβάλλον πρέπει να στηρίξει το παιδί, είτε είναι θύτης, είτε θύμα, δεδομένου ότι κάθε παιδί μέσα από την κραυγή του ή μέσα από τη σιωπή του, κατ’ ουσίαν αναζητεί την προσοχή της οικογένειας και τη στήριξη της εκπαιδευτικής κοινότητας. Άλλωστε, οι ρόλοι θύτης-θύμα δύναται να εναλλαχθούν, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί.

Έχω μιλήσει πολλές φορές για το ζήτημα του σχολικού εκφοβισμού. Το σημείο που θέλω να τονίσω με το σημερινό μου κείμενο είναι ότι περιστατικά βίας και επιθετικότητας μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά στο πλαίσιο του σύγχρονου σχολείου, όπου σαφώς υπάρχει πιο ολοκληρωμένη ενημέρωση και μεγαλύτερη ευαισθησία από τους αρμόδιους φορείς. Αυτό όμως που είναι απολύτως αναγκαίο να συμβεί είναι να ενισχυθεί τόσο ο ρόλος των μαθητικών συμβουλίων, ώστε η μαθητική κοινότητα να πάψει να είναι θεατής σε περιστατικά βίας, όσο και ο ρόλος του εκπαιδευτικού στην επίλυση διαφορών μεταξύ των μαθητών, προκειμένου να αποτελέσει το σχολείο ένα απολύτως ασφαλές περιβάλλον για όλους τους μαθητές.

Πιο συγκεκριμένα, ο εκπαιδευτικός οφείλει να αφουγκράζεται τις ανάγκες και τα προβλήματα της μαθητικής κοινότητας. Ο εκπαιδευτικός έχει τη δύναμη να φέρει τα παιδιά πιο κοντά, με το διάλογο, το παιχνίδι, το θέατρο, τη μουσική, τη ζωγραφική, ακόμα και με την ανάθεση εργασιών σε ομάδες παιδιών με διαφορετικά χαρακτηριστικά, ώστε να τους δώσει την ευκαιρία να γνωριστούν καλύτερα, να συναναστραφούν περισσότερο και να ξεπεράσουν τις όποιες διαφορές τους. Επίσης, ρόλος του εκπαιδευτικού πρέπει να είναι το να διδάσκει στα παιδιά, πέρα από γράμματα και αριθμούς, το σεβασμό και την αποδοχή όλων των συμμαθητών τους, καταφέρνοντας να αναδείξει τα θετικά στοιχεία κάθε παιδιού. Με αυτό τον τρόπο θα καταρριφθούν επικίνδυνα στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία κάποια παιδιά είναι ανόητα και δεν αξίζουν την προσοχή των υπολοίπων.

Θεωρώ ότι στο πλαίσιο ενός εξαιρετικά απαιτητικού και ανταγωνιστικού εκπαιδευτικού συστήματος, ο εκπαιδευτικός περιορίζεται στο μαθησιακό κομμάτι μόνο, αφήνοντας έξω την ψυχολογία του παιδιού και εντείνοντας, με αυτό τον τρόπο, τις όποιες διαφορές και αντιθέσεις. Ο εκπαιδευτικός, συχνά, παρατηρεί συγκρούσεις μεταξύ μαθητών, αλλά δεν παρεμβαίνει για να τις εκτονώσει. Εδώ, κατά την άποψή μου, απαιτείται μεγαλύτερη προσοχή, ενημέρωση κι επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Ο εκπαιδευτικός έχει τη δύναμη να ενώσει την τάξη και να εξομαλύνει τις εντάσεις, αρκεί να έχει τη διάθεση να το κάνει. Αυτό δεν θα γίνει σε καμία περίπτωση με την αναγκαστική επιβολή της τάξης από την πλευρά του εκπαιδευτικού, αλλά με γόνιμο διάλογο και κίνητρα για συνεργασία μεταξύ όλων των μαθητών και κυρίως μεταξύ των μαθητών που συγκρούονται μεταξύ τους.

Αναμφίβολα, και ο ρόλος των μαθητών οφείλει να γίνει πιο ενεργητικός σε αυτό το πολυσύνθετο ζήτημα. Τα μαθητικά συμβούλια δεν πρέπει να έχουν μόνο διακοσμητικό ρόλο ή να περιορίζεται ο ρόλος τους στην οργάνωση μαθητικών χορών και εκδρομών, αλλά να έχουν θέση και άποψη για σημαντικά ζητήματα που αφορούν το σχολικό περιβάλλον, όπως είναι ασφαλώς τα περιστατικά βίας. Ο μαθητής που υφίσταται οποιασδήποτε μορφής βία πρέπει να νιώσει την ασφάλεια να απευθυνθεί στα μαθητικά συμβούλια και μέσω της στήριξης των συμμαθητών του να επιλυθεί το πρόβλημα άμεσα και αποτελεσματικά. Άλλωστε, ο κάθε μαθητής αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια όταν έχει δίπλα του -συμμάχους- τους υπόλοιπους συμμαθητές του. Η ίδια η μαθητική κοινότητα που βιώνει τα προβλήματα, οφείλει να έχει λόγο και στην εξομάλυνσή τους. Με αυτό τον τρόπο ενισχύεται σημαντικά η αλληλεγγύη μεταξύ των μαθητών, η οποία αποτελεί έναν καθοριστικό παράγοντα για να καταπολεμηθεί ο σχολικός εκφοβισμός.

Συνοψίζοντας, θα εκφράσω την άποψή μου ότι η σχολική βία/εκφοβισμός/τσαμπουκισμός ή όπως αλλιώς ορίσουμε τα περιστατικά ακραίας επιθετικότητας και βίας που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο του σχολικού περιβάλλοντος μεταξύ μαθητών, αποτελούν ένδειξη της βαθιάς ανασφάλειας που αισθάνονται οι μαθητές και της αδυναμίας του σχολικού περιβάλλοντος να τα βοηθήσει να διοχετεύσουν την ενέργειά τους σε δημιουργικούς και συνεργατικούς τρόπους έκφρασης.

Τέλος, δεν πρέπει να μείνουμε αδιάφοροι σε περιστατικά βίας από μαθητές σε εκπαιδευτικούς ή από εκπαιδευτικούς σε μαθητές, τα οποία πρέπει να διερευνώνται και να αντιμετωπίζονται επίσης, γιατί δυστυχώς η βία λαμβάνει πολλές και διαφορετικές μορφές.
Πάντα με ευαισθησία, αγάπη στο παιδί και στον έφηβο και πίστη στο ότι κανείς δεν γεννιέται κακός. Μέσα από αυτό το πρίσμα πιστεύω ότι κάθε περιστατικό με γόνιμο διάλογο, ουσιαστική και συντονισμένη δράση μαθητικής και εκπαιδευτικής κοινότητας, μπορεί να επιλυθεί και να δοθεί μια νέα “-πνοή” στο σύγχρονο σχολείο.

Βιβλιογραφική Αναφορά
Αρτινοπούλου, Β. (2001) Βία στο σχολείο: Έρευνες και πολιτικές στην Ευρώπη, 2η έκδόση, Αθήνα: Μεταίχμιο.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Κοινωνικά