Tag Archives: Εγκλήματα πάθους

«Εγκλήματα πάθους»: Τα νέα δεδομένα, με αφορμή τη σημερινή ημέρα «Αγάπης»

Ευχαριστώ θερμά τη δημοσιογράφο Βίκυ Κώστα και στο παρελθόν άριστη εκπαιδευόμενή μου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, για τη συνέντευξη με αφορμή τη σημερινή ημέρα «Αγάπης» και θέλω να πιστεύω ότι περνάμε ένα δυνατό μήνυμα σήμερα!

Ένα μήνυμα που αξίζει να διαδοθεί, καθώς πολλοί συμπολίτες μας είναι θύματα βίας. Η σημερινή ημέρα, συνεπώς, του έρωτα και της αγάπης, ας γίνει η αρχή για να ξεκινήσει ένας δημιουργικός διάλογος για την πρόληψη, προκειμένου να ενημερωθούν και να προστατευθούν συνάνθρωποί μας που γνωρίζουν μόνο τη σκληρή πλευρά της “αγάπης”, η οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι αληθινή. Αντίθετα, οδηγεί σε αδιέξοδα, σε προβλήματα σωματικής, ψυχικής υγείας, σε κοινωνική απομόνωση, οικονομικές δυσχέρειες, ακόμα και στα πιο ειδεχθή εγκλήματα που στο πλαίσιο μιας εξιδανίκευσης χαρακτηρίζονται «εγκλήματα πάθους».

«Εγκλήματα πάθους»: Τα νέα δεδομένα, με αφορμή τη σημερινή ημέρα «Αγάπης» είναι ο τίτλος του ρεπορτάζ και μπορείτε να το διαβάσετε στην καθημερινή Πανηπειρωτική εφημερίδα ΠΡΩΙΝΑ ΝΕΑ εδώ http://www.proinanea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=49080%3Al-r———lr&catid=23%3A2011-11-04-09-40-25&Itemid=7

Όπως πάντα, περιμένω δικά σας σχόλια στο mail μου: kardaraa@gmail.com

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Η «αποκωδικοποίηση» των εγκλημάτων πάθους

Με αφορμή την (εμπορική) γιορτή του έρωτα (που πάντοτε όμως με βρίσκει να στολίζω το σπίτι με καρδιές…) δεν μπορώ παρά να γράψω για τα χαρακτηριζόμενα «εγκλήματα πάθους», τα οποία ωστόσο κρίνω σκόπιμο να προσεγγίσουμε σε άλλη βάση, πιο ορθολογικά και λιγότερα εξιδανικευμένα.

Η «αποκωδικοποίηση» των εγκλημάτων πάθους που για χρόνια αποτελούσαν εγκληματολογικούς γρίφους είναι ο τίτλος του νέου μου άρθρου στο postmodern και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ http://www.postmodern.gr/i-apokodikopiisi-ton-egklimaton-pathous-pou-gia-chronia-apotelousan-egklimatologikous-grifous/

Ζωγραφίζει την αγάπη η Άννυ.

Σας εύχομαι μια όμορφη μέρα, γεμάτη αγάπη!

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Εγκλήματα πάθους: το προφίλ των δραστών

Ευχαριστώ θερμά τη δημοσιογράφο και στο παρελθόν εκπαιδευόμενή μου στο πλαίσιο του elearning προγράμματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τίτλο Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ για τη “φιλοξενία” στα ΠΡΩΙΝΑ ΝΕΑ, την καθημερινή πανηπειρωτική εφημερίδα.

Ακολούθως το ρεπορτάζ της Βίκυς Κώστα και το κείμενό μου για τα εγκλήματα πάθους και το προφίλ των δραστών που μπορείτε να διαβάσετε και εδώ http://www.proinanea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=47241:2017-04-28-16-52-04&catid=23:2011-11-04-09-40-25&Itemid=7

Πρωτοσέλιδο Ιωάννινα ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΑΘΟΥΣ: ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΩΝ
ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΑΘΟΥΣ: ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΩΝ

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017 10:09

Ρεπορτάζ: Βίκυ Κώστα, κείμενο Αγγελική Καρδαρά
Οι ιστορίες εγκλημάτων πάθους, στην επαρχία, εδώ όπου οι κοινωνίες είναι πιο κλειστές και οι κώδικες ηθικής πιο αυστηροί, έχουν μπει στη ζωή μας.
Πίσω από κλειστές πόρτες, χωρίς κανείς να μπορεί να γνωρίζει τι πραγματικά συμβαίνει μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον.
Με αφορμή το τελευταίο έγκλημα στην Ηγουμενίτσα, αλλά και αυτό στη Μεταμόρφωση, το καλοκαίρι του 2016, που συγκλόνισαν τις τοπικές κοινωνίες, απευθυνθήκαμε στην Αγγελική Καρδαρά, Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών-Φιλόλογο – Συγγραφέα-Συνεργάτιδα Παν/μίου Αθηνών και Εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων στη θεματική «Media και Έγκλημα» στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.ΜΕ.), προκειμένου να σκιαγραφήσει το προφίλ των δραστών στα εγκλήματα πάθους.

Δράστες στα «εγκλήματα πάθους» είναι κατά κύριο λόγο άνδρες, ψυχικά υγιείς και με λευκό ποινικό μητρώο. Το ένα τρίτο των δραστών θέτει τέρμα στη ζωή του, διαφορετικά παραδίδεται στις αρχές ή επιδεικνύει μεταμέλεια. Η ποινική μεταχείριση τους είναι συνήθως ήπια, αν και μπορεί να επιβληθεί ακόμα και η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Η μορφή που εμφανίζονται είναι περιστασιακή, γι’ αυτό και συνήθως αποκλείεται η υποτροπή. Η έξαρση των εγκλημάτων αυτών παρατηρείται συνήθως τους θερινούς μήνες και ο τόπος τέλεσης τους είναι κατά κανόνα σε μέρος οικείο στο δράστη.

Σύμφωνα με τον Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Νέστορα Κουράκη «ο δράστης είναι ευέξαπτος, ευσυγκίνητος, βρίσκεται υπό καθεστώς σύγχυσης συνειδήσεως και ψυχικής διαταραχής, σε συνδυασμό με έναν πιθανώς πληγωμένο εγωισμό, βιώνοντας ένα αίσθημα αδικίας και έχοντας τάσεις κτητικότητας». Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο είναι ότι τα άτομα που προβαίνουν σε εγκλήματα πάθους έχουν, κατά κανόνα, χαμηλό μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο. Επομένως, οι πιθανότητες εμπλοκής σε έγκλημα πάθους μικραίνουν όσο ανεβαίνουμε τη μορφωτική και την πολιτιστική κλίμακα, αλλά πρέπει να τονίσω ότι ακόμα και το υψηλότερο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα διάπραξης ενός τέτοιου εγκλήματος. Οι εγκληματίες πάθους δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «ψυχανώμαλοι» και «παρανοϊκοί», βάσει των όρων της ψυχιατρικής, αλλά πρόκειται για άτομα που διέπονται από ναρκισσισμό, εγωισμό, επιθετικότητα και κτητικότητα, ενώ μπορούν να χαρακτηριστούν κυκλοθυμικά και ευέξαπτα.
 
«Nαρκισσιστικά εγκλήματα»
Έχοντας αναλύσει αρκετά «εγκλήματα πάθους» που συγκλόνισαν την ελληνική κοινωνία, στο πλαίσιο της διδακτικής μου δουλειάς, προβληματίζομαι σχετικά με το πόσο δόκιμη είναι η συγκεκριμένη κατηγοριοποίηση, δηλαδή η αναφορά σε «εγκλήματα πάθους». Προφανώς οι δράστες διακατέχονται από έντονα συναισθήματα, όταν επιτίθενται στο θύμα τους. Αλλά όταν, μετά τη διάπραξη του εγκλήματος, έχουν την ψυχραιμία να κρύψουν το άψυχο σώμα -σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και να το κατακρεουργήσουν- και στη συνέχεια να «παίζουν θέατρο» στις αρχές, στην οικογένεια και τους φίλους τους ή να ρίχνουν το φταίξιμο στο ίδιο το θύμα, αναρωτιέμαι αν μπορούμε να κάνουμε λόγο για «πάθος» ή τελικά έχουμε να κάνουμε με ψυχρότητα, απάθεια, ακόμα και οργάνωση της πράξης στο μυαλό του δράστη καιρό πριν;
Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου ο δράστης έχει την ψυχραιμία να «ξεφορτωθεί» το άψυχο σώμα και να προσποιηθεί ότι δεν γνωρίζει τίποτα για την υπόθεση, θα έλεγα ότι το έγκλημα είναι απόρροια του πάθους που ο δράστης ανέπτυξε όχι προς το θύμα, αλλά εν τέλει προς τον ίδιο του τον εαυτό. Ο δράστης, δηλαδή, διέπεται από έναν ακραίο εγωισμό και ναρκισσισμό που τον οδηγεί στην πεποίθηση ότι είναι ένας μικρός «Θεός». Συνεπώς, θεωρώ ότι ο χαρακτηρισμός «ναρκισσιστικά εγκλήματα» ή «εγκλήματα ζήλιας και κτητικότητας» είναι πιο δόκιμοι.
 
Η βία στη σχέση μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο έγκλημα
Το μήνυμα που θα ήθελα να περάσω είναι ότι το άτομο που βιώνει την ακραία συμπεριφορά του/της συντρόφου/ συζύγου βρίσκεται σε κίνδυνο, συνεπώς πρέπει έγκαιρα να λάβει μέτρα πρόληψης. Η άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής βίας δεν οδηγεί νομοτελειακά στο έγκλημα, αλλά είναι δείγμα παθολογικής συμπεριφοράς, η οποία ακόμα κι αν δεν οδηγήσει στο φόνο πρέπει να αντιμετωπιστεί προτού είναι πολύ αργά.

Ένα ακόμα στοιχείο που αξίζει να υπογραμμίσω είναι ότι κυρίως σε κλειστές κοινωνίες τα στερεότυπα δύναται να λειτουργήσουν πολύ αρνητικά, ασκώντας τεράστια πίεση σε έναν άνθρωπο με την ψυχοσύνθεση που περιέγραψα προηγουμένως. Αυτό σημαίνει ότι ένα άτομο που λόγω άκρατου εγωισμού δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αρνητικά σχόλια και υποτιμητικές συμπεριφορές από τους συντοπίτες του μπορεί να οδηγηθεί ακόμα και στο έγκλημα, λόγω της διαστρεβλωμένης κοσμοθεωρίας του. Με το έγκλημά του θέλει να αποδείξει στο στενό αλλά και ευρύτερο περιβάλλον του (οικογενειακό, φιλικό, επαγγελματικό κλπ.) ότι δεν ανέχεται τέτοιες συμπεριφορές και ότι προτιμά το θάνατο από την προδοσία. Η αυτοκτονία του δράστη, σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι συχνή.
Θα αναφερθώ κλείνοντας σε δύο υποθέσεις που έχουν αποτελέσει αντικείμενο της ερευνητικής μου εργασίας και παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για τις υποθέσεις Κιούσουγλου και Μπλάχα.

Ο στραγγαλισμός της πανέμορφης Κικής Κιούσογλου από το σύντροφό της (2005) είχε απασχολήσει εκτενώς το αστυνομικό ρεπορτάζ και θα έλεγα ότι παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με την υπόθεση δολοφονίας της Φαίης Μπλάχα (2013). Την αποκάλυψη της πρώτης υπόθεσης που έμεινε γνωστή ως «το έγκλημα στη Βέροια» έκανε η δημοσιογράφος Αγγελική Νικολούλη μέσα από την εκπομπή της.
Τα κοινά χαρακτηριστικά των δύο υποθέσεων αφορούν το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις θύτες και θύματα ήταν νέα παιδιά που είχαν ζήσει έναν έρωτα. Έναν έρωτα που όμως αποδείχθηκε ολέθριος, καθώς η κτητικότητα, η ζήλια, οι ναρκισσιστικές τάσεις και ο εγωισμός των δραστών φαίνεται ότι υπερίσχυσαν. Και στις δύο περιπτώσεις η σχέση ήταν «θυελλώδης» με ένταση και καυγάδες. Επίσης, και στις δύο περιπτώσεις βλέπουμε μια κοινή αντιμετώπιση των θυμάτων που προσπαθούν να διακόψουν τη σχέση, αλλά τελικά επιστρέφουν.
Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια που είχε γράψει στο ημερολόγιο της η Κική και καταδεικνύουν ακριβώς την τεράστια ένταση στις σχέσεις τους «Και αν εσύ δεν μ’ αγάπησες, εγώ σε αγαπώ, και αν εσύ με σκότωσες, εγώ ακόμη ζω!». Τέλος, και στις δύο περιπτώσεις έχουμε την εμπλοκή τρίτου προσώπου με σκοπό τη συγκάλυψη του εγκλήματος και προσπάθεια αποπροσανατολισμού των αρχών.

Το τραγικό των δυο υποθέσεων έγκειται στο ότι τέσσερα νέα παιδιά που είχαν όλη τους τη ζωή μπροστά τους για να ονειρευτούν, να ερωτευτούν, να κάνουν σχέδια για το μέλλον, καταστράφηκαν. Δυο κορίτσια βρήκαν αποτρόπαιο θάνατο και δυο αγόρια βρίσκονται στη φυλακή.

Συνοψίζοντας, τα «εγκλήματα πάθους» παρουσιάζουν μεγάλο ερευνητικό ενδιαφέρον και υπογραμμίζω την ανάγκη της ουσιαστικής παρέμβασης και διαχείρισης του θυμού, ειδικά στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας, όπου το έγκλημα σκληραίνει και η κρίση αξιών οδηγεί σε εγκλήματα που διαπράττονται με μεγάλη βιαιότητα.
 
ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Νέστορα Ε. Κουράκη: Εισαγωγή στη μελέτη εγκλημάτων από ερωτικό πάθος
Π. Παπαϊωάννου, (2001), Εγκλήματα Ζηλοτυπίας. Εγκληματολογική Θεώρηση και Νομολογία, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.
Φ. Τσαλίκογλου, (1984), Σχιζοφρένια και Φόνος. Μια ψυχολογική-εγκληματολογική έρευνα, Παπαζήσης, Αθήνα.
Α. Τσιγκρής, (2004), Εγκλήματα από Έρωτα, ΑΝΤ.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη.
Etienne de Greeff, (1989-μτφρ. Η. Σαγκουνίδου-Δασκαλάκη. Επιστημονική διεύθυνση: Ι. Φαρσεδάκης), Έρωτας και εγκλήματα από έρωτα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Εγκλήματα πάθους: τα κρυφά και φανερά “μηνύματα”

Σε συνέχεια του άρθρου μου στο postmodern.gr σχετικά με τα εγκλήματα πάθους που μπορείτε να διαβάσετε εδώ http://www.postmodern.gr/egklimata-pathous-pente-ypothesis-ke-to-profil-ton-draston-tous/ καταγράφω το σχόλιο που μου έστειλε ένας σπουδαίος επιστήμονας, ο Καθηγητής Εγκληματολογίας, κ. Αντώνης Μαγγανάς ότι ” το “πάθος” στην ουσία είναι μια μίξη κτητικότητας και αποκλειστικότητας, ζήλιας, εγωκεντρισμού, ανασφάλειας και αδυναμίας ελέγχου του θυμού, συν βέβαια πιθανές ψυχοπαθολογικές αιτίες”.

Το παραπάνω σχόλιο με βρίσκει απολύτως σύμφωνη. Ειδικά σε υποθέσεις που έχουν καταγραφεί από την έρευνα, όπου ο δράστης ή η δράστιδα ενός ανάλογου εγκλήματος με απόλυτη ψυχραιμία, κυνισμό, απάθεια, αλλά και μεθοδικότητα, επιχειρεί να “ξεφορτωθεί”/ “απαλλαγεί” από το θύμα του, το οποίο αποτελεί το “αντικείμενο του πάθους του”.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, βλέπω ένα πάθος του θύτη όχι προς το θύμα, αλλά προς τον ίδιο του τον εαυτό. Έναν ακραίο εγωισμό και ναρκισσισμό που τον κάνει να θεωρεί ότι το άλλο άτομο του ανήκει στη ζωή και το θάνατο, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Πολύ σημαντικό στοιχείο αυτό που σημειώνει ο Καθηγητής σχετικά με την αδυναμία ελέγχου του θυμού. Μάλιστα, ο κ. Μαγγανάς έχει προτείνει τη δημιουργία ενός προγράμματος διαχείρισης ελέγχου θυμού, όπως εφαρμόζεται στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και τον Καναδά και το οποίο μπορεί να εφαρμοστεί και για την πρόληψη της νεανικής παραβατικότητας.

Είναι, συνεπώς, πολύ σημαντικό ένα άτομο με τα παραπάνω χαρακτηριστικά να μάθει να διαχειρίζεται το θυμό του και να ελέγχει τα αρνητικά και συχνά ακραία συναισθήματά του. Αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς βοήθεια και στήριξη, τουλάχιστον σε αυτές τις πιο σοβαρές περιπτώσεις που υπάρχει μια παθογένεια.

Είναι εξαιρετικά σημαντικό επίσης και αυτό θα ήθελα να είναι το μήνυμα του σημερινού κειμένου ότι το άτομο που βιώνει την ακραία συμπεριφορά του/της συντρόφου/ συζύγου πρέπει να προβληματιστεί έγκαιρα. Η άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής βίας δεν οδηγεί νομοτελειακά στο έγκλημα, αλλά είναι δείγμα μιας παθολογικής συμπεριφοράς, η οποία ακόμα κι αν δεν οδηγήσει στο φόνο πρέπει να αντιμετωπιστεί. Έτσι, λοιπόν, ακόμα κι αν το ζευγάρι χωρίσει και οι ακρότητες συνεχίσουν να λαμβάνουν χώρα, είναι σκόπιμο -τολμώ να πω αναγκαίο- το θύμα αυτών των συμπεριφορών να ενημερώσει το περιβάλλον του και να λάβει τα πιο κατάλληλα μέτρα προστασίας του.

Ένα ακόμα στοιχείο που αξίζει να υπογραμμίσω στο σημείο αυτό είναι ότι κυρίως σε κλειστές κοινωνίες ή σε περιπτώσεις όπου το άτομο έχει (ή θεωρεί ότι έχει) ένα γόητρο λόγω οικονομικής/επαγγελματικής/κοινωνικής θέσης, τα κοινωνικά στερεότυπα και “πρέπει” δύναται να ασκήσουν επιπρόσθετη πίεση στην ήδη επιβαρυμένη ψυχοσύνθεση ενός τέτοιου τύπου ανθρώπου. Με απλά λόγια, ένα άτομο που λόγω άκρατου εγωισμού δεν μπορεί να δεχτεί και να αντιμετωπίσει αρνητικά σχόλια και υποτιμητικές συμπεριφορές (τύπου “τον/την παράτησε, είναι αποτυχημένος/αποτυχημένη” κ.λπ.) προτιμά να σκοτώσει, θεωρώντας με τη διαστρεβλωμένη κοσμοθεωρία του ότι με αυτό τον τρόπο αποδεικνύει την ανωτερότητά του. Η αυτοκτονία του θύτη, σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι συχνή. Η υπόθεση του πατέρα που πριν από μερικά χρόνια (Αύγουστος 2013) πυροβόλησε την ίδια του την κόρη στο Άργος για να εκδικηθεί τη πρώην σύζυγό του και ύστερα αυτοκτόνησε εντάσσεται, κατά την ερευνητική μου ανάλυση, σε αυτή την κατηγορία. Δεν θα επεκταθώ όμως στην ανάλυση αυτής της υπόθεσης, γιατί έχω γράψει σχετικά άρθρα και στο ιστολόγιο, αλλά και στο υπό έκδοση βιβλίο μου μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες και πώς απεικονίζω το προφίλ του θύτη και τα συναισθήματά του απέναντι στην πρώην σύζυγό του αλλά και στην κόρη του.

Συνοψίζοντας, τα εγκλήματα “πάθους” παρουσιάζουν μεγάλο ερευνητικό ενδιαφέρον και ακριβώς, επειδή τα κρυφά και φανερά “μηνύματα” που ο θύτης ανάλογων εγκλημάτων “στέλνει” στο θύμα του (ή να πω καλύτερα στο “στόχο” του/ στο “αντικείμενο του ακραίου του πάθος προς τον ίδιο, εν τέλει, τον εαυτό του) πρέπει να αξιολογούνται σοβαρά, υπογραμμίζω την ανάγκη της ουσιαστικής παρέμβασης και διαχείρισης του θυμού. Ειδικά, στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας, όπου το έγκλημα σκληραίνει.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Εγκλήματα πάθους: Πέντε υποθέσεις και το προφίλ των δραστών τους

Τα βράδια του καλοκαιριού είναι σίγουρα όμορφα και γεμάτα πάθος. Όταν όμως το πάθος γίνεται παθολογικό -ακραίο και ανεξέλεγκτο- τότε μπορεί να οδηγήσει σε πολύ επικίνδυνες καταστάσεις, ακόμα και στο έγκλημα. Η έντονη κτητικότητα, ο άκρατος εγωισμός, ο ναρκισσισμός, η ζήλια που υπερβαίνει κάθε όριο, είναι στοιχεία που σκιαγραφούν, συνήθως, το προφίλ του δράστη ενός “εγκλήματος πάθους”.

Τα εγκλήματα πάθους αποτελούν τους μεγαλύτερους γρίφους για τους εγκληματολόγους, γεγονός που αποκαλύπτει την δυσκολία ακόμα και του ειδικού επιστήμονα να διερευνήσει, με απόλυτη ακρίβεια, πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος νους λίγο πριν και κατά τη διάρκεια της τέλεσης ενός εγκλήματος, θύμα του οποίου είναι το άτομο που ο θύτης δηλώνει ότι λάτρευε.

Στο δεύτερο κείμενό μου στο postmodern.gr αναλύω πέντε υποθέσεις εγκλημάτων πάθους που έχουν συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία και έχουν απασχολήσει έντονα τα ΜΜΕ. Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο εδώ http://www.postmodern.gr/egklimata-pathous-pente-ypothesis-ke-to-profil-ton-draston-tous/

Τα εγκλήματα πάθους με απασχολούν και στο υπό έκδοση βιβλίο μου, όπως και η σκιαγράφηση του προφίλ του δράστη ανάλογων εγκλημάτων. Αναλύοντας υποθέσεις που χαρακτηρίζονται ως “έγκλημα πάθους” εκφράζω μάλιστα κάποιους προβληματισμούς για το δόκιμο του όρου “πάθους” ειδικά σε περιπτώσεις που μετά την άγρια τέλεση του εγκλήματος, ο δράστης επιδεικνύει απόλυτη ψυχραιμία και με μεθοδικότητα επιχειρεί να κρύψει τα ίχνη του και να “ξεφορτωθεί” το θύμα του κι έχω μιλήσει για “πάθος και λατρεία του θύτη προς τον ίδιο του τον εαυτό -τελικά- και όχι προς το θύμα του, το οποίο το βλέπει σαν αντικείμενο (και όχι ως υποκείμενο) του αρρωστημένου του εγωισμού”. Σαφώς, κάθε υπόθεση είναι διαφορετική και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πρέπει να διερευνώνται, ώστε να εξαχθούν από τον ερευνητή ασφαλή συμπεράσματα που να επιβεβαιώνουν τις θεωρητικές προσεγγίσεις.

Ένα ακόμα στοιχείο που υπογραμμίζω είναι ότι, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, τα εγκλήματα πάθους δεν μπορούν να προληφθούν. Ωστόσο, είναι πιστεύω σημαντικό να “διαβάζουμε” τα σημάδια, με άλλα λόγια να αξιολογούμε κάποιες συμπεριφορές όταν υπερβαίνουν κάποια όρια και οδηγούν σε ακρότητες. Ένα απλό παράδειγμα: ο ξυλοδαρμός δεν θα οδηγήσει κατ’ ανάγκην στο έγκλημα, είναι όμως μια ακραία συμπεριφορά που πρέπει να προβληματίσει και το θύμα να λάβει έγκαιρα τα μέτρα του.

Περιμένω τα σχόλια και τα μηνύματά σας στο mail μου: kardaraa@gmail.com και ασφαλώς και στο postmodern.gr καθώς από τις 14 Ιουλίου έχουμε ξεκινήσει μια πολύ δημιουργική συνεργασία, όπως σας έχω ήδη ενημερώσει.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

“Εγκλήματα πάθους”: προφίλ δραστών, ανάλυση πέντε υποθέσεων κι ένα σύντομο σχόλιο

Τα εγκλήματα πάθους αποτελούν τους μεγαλύτερους γρίφους για τους εγκληματολόγους. Θα αναλύσω πέντε υποθέσεις ερωτικών εγκλημάτων, οι οποίες απασχόλησαν εκτενέστατα τον Τύπο, τόσο λόγω του αποτρόπαιου τρόπου τέλεσής τους, όσο και λόγω του κινήτρου δράσης. Πρόκειται για τις υποθέσεις: Παναγιώτη Φραντζή, Ιωσήφ Βαγιωνή, Γρηγόρη Κούλα, Δάνου Μουρατίδη και Βαγγέλη Στεφανάκη. Να σημειώσω ότι επιλέγω να αναφερθώ σε αυτές τις υποθέσεις, γιατί τις έχω επεξεργαστεί στο πλαίσιο των μαθημάτων του “Αστυνομικού και Δικαστικού Ρεπορτάζ” του Παν/μίου Αθηνών, αλλά και στο πλαίσιο των διαλέξεων στο ΕΜΜΕ.

Ξεκινώντας από την πολύκροτη υπόθεση Φραντζή (1987), κρίνεται σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι άφησε, κυριολεκτικά, με κομμένη την ανάσα την ελληνική κοινωνία, εξαιτίας της βιαιότητας του εγκλήματος, καθώς ο δράστης τεμάχισε το πτώμα της άτυχης γυναίκας, αλλά και λόγω του πολύ νεαρού της ηλικίας του θύματος. Εκείνη την εποχή μάλιστα βγήκε στη δημοσιότητα μια συγκλονιστική φωτογραφία με το τεμαχισμένο σώμα της κοπέλας, γεγονός που καθιστά αναγκαίο να τεθούν σαφή όρια στο ότι, επιτέλους, συνιστά τη «δημοσιογραφική δεοντολογία». Διαφορετικά, ο κάθε δημοσιογράφος και το κάθε μέσο θα λειτουργεί με “αδηφάγα” κριτήρια, προκειμένου να εξασφαλίσει λίγη περισσότερη αναγνωσιμότητα/τηλεθέαση/ακροαματικότητα και views, για να είμαστε και στο πνεύμα της εποχής. Ο Φραντζής, φοιτητής της ΑΣΟΕ, προερχόμενος από εύπορη οικογένεια, γνωρίζει την Ζωή Γαρμάνη, όταν ήταν ακόμα μαθήτρια Λυκείου. «Έρωτας από την πρώτη ματιά». Ωστόσο, η σχέση τους ήταν θυελλώδης, με πολλές συγκρούσεις, πολλούς χωρισμούς και επανασυνδέσεις, καθώς και βίαια μεταξύ τους επεισόδια.

Όπως διαβάζουμε σε δημοσιεύματα σχετικά με το βράδυ του φόνου «Το βράδυ της 24ης Ιουνίου 1987 επιστρέφουν μετά από διασκέδαση προς στο σπίτι τους, στην οδό Νεμέσεως 21, στα Κάτω Πατήσια. Η Ζωή θέλει να συνεχίσουν την έξοδό τους, ο Παναγιώτης διαφωνεί και μόλις περνάνε την πόρτα, ξεσπάει ο τελευταίος – και μεγαλύτερος – καυγάς. Η σύζυγός του με αφορμή τη διαφωνία τους, ξέσπασε σε βρισιές, του επιτέθηκε και προσπάθησε να τον χτυπήσει, εκείνος βγήκε εκτός εαυτού όταν άκουσε τη Ζωή να τον αποκαλεί «ανίκανο», της όρμησε, την απώθησε βίαια και σύμφωνα με τον ίδιο: «Κάποια στιγμή την έσπρωξα καθώς παλεύαμε και έπεσε με το πίσω μέρος του κεφαλιού της στην κάτω γωνιά του κρεβατιού. Έμεινε ακίνητη. Όταν άρχισα να συνέρχομαι από την έξαλλη κατάσταση που βρισκόμουν, τα έχασα, δεν ήξερα τι να κάνω. Για μισή ώρα την έβλεπα και την ξανάβλεπα έχοντας τα λογικά μου τελείως χαμένα. Κανένας δεν θα πίστευε ότι πέθανε επάνω στον καβγά». Σύμφωνα με την άλλη –κι επικρατέστερη- εκδοχή που κατέθεσε ο αρμόδιος ιατροδικαστής η Ζωή είχε στραγγαλιστεί!».

Ο Φραντζής, μετά τη διάπραξη του εγκλήματος, είχε το «σθένος» να τεμαχίσει το πτώμα της γυναίκας του και να πετάξει σε διάφορους κάδους απορριμμάτων τα μέλη της. Το πρωινό της 25ης Ιουνίου ο συλλέκτης Κώστας Βουζίκης ψάχνοντας στους κάδους της ίδιας περιοχής για γραμματόσημα σε φακέλους αλληλογραφίας ανακάλυψε τη μια από τις σακούλες, ειδοποίησε έντρομος την αστυνομία και σύντομα είχε, πλέον, συμπληρωθεί ολόκληρο το φρικιαστικό παζλ του κορμιού της Ζωής, καθώς μέλη της βρέθηκαν σε διαφορετικά σημεία…

Η δεύτερη περίπτωση που θα εξετάσω αφορά την υπόθεση Βαγιωνή. Φεβρουάριος του 1994, ο επιχειρηματίας Ιωσήφ Βαγιωνής, 47 χρόνων, μαχαιρώνει τη φίλη του, 33χρονη φιλόλογο Ελένη Πίσκου. Ο Βαγιωνής μπροστά στα μάτια των δικαστών του κακουργιοδικείου Χαλκίδας ιατροδικαστών και αστυνομικών, αλλά και μελών της οικογένειας του θύματος, αναπαρέστησε την πράξη του προσπαθώντας να αποδείξει ότι ο θάνατος της Μπίσκου οφείλεται σε αμέλεια και όχι σε πρόθεση. Θα σταθώ στις φράσεις του Βαγιωνή, όπως έχουν καταγραφεί στο αστυνομικό ρεπορτάζ: «Δεν ήξερα που είχε χτυπήσει. Εκείνη τη στιγμή έγινε έκρηξη μέσα στο κεφάλι μου. Εκείνη τη στιγμή, ήμουν ο πιο έκπληκτος άνθρωπος του κόσμου». Σε αυτές τις φράσεις, θα έλεγα ότι συνοψίζεται ο τρόπος με τον οποίο ο δράστης ενός εγκλήματος πάθους μπορεί να νιώσει μετά τη διάπραξη του αποτρόπαιου εγκλήματός του και βλέποντας το πρόσωπο το οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή λάτρευε να κείτεται νεκρό. Αυτό, άλλωστε, είναι ένα σημείο που αποτελεί για τους εγκληματολόγους «γρίφο», το πώς δηλαδή το πάθος που είναι ένα συναίσθημα πολύ δυνατό και που, υπό κανονικές συνθήκες, ομορφαίνει τη ζωή μας, γίνεται ανεξέλεγκτο και οδηγεί ακόμα και στο φόνο. Για να λυθεί ο «γρίφος» σε κάθε έγκλημα πάθους που εξετάζουν οι ειδικοί, είναι συνεπώς σημαντικό να σκιαγραφείται και το προφίλ του δράστη, ώστε να μπορέσουμε να μπούμε στο μυαλό και την ψυχή του. Ο Βαγιωνής, τελικά, καταδικάστηκε πρωτόδικα σε κάθειρξη 21 ετών και στο εφετείο σε 17ετή φυλάκιση, διότι του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς. Σήμερα είναι ελεύθερος. Στο σημείο αυτό να κάνω μια παρένθεση ότι ορισμένα εγκλήματα, κυρίως τα εγκλήματα κατά της ζωής προφανώς σοκάρουν το κοινό, αλλά ο νομικός πολιτισμός βασίζεται στην έννοια και την ουσία της «κοινωνικής επανένταξης» και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν το ηθικό χρέος να πληροφορούν το κοινό για αυτά τα κρίσιμα ζητήματα, ψύχραιμα και ζητώντας την άποψη έγκριτων νομικών, οι οποίοι μπορούν να ενημερώσουν ορθά, ολοκληρωμένα και τεκμηριωμένα το κοινό. Αλλά αυτό είναι ένα διαφορετικό θέμα που θα εξετάσουμε σε άλλο άρθρο.

Η υπόθεση Γρηγόρη Κούλα (1999) αποτέλεσε ένα ακόμα έγκλημα πάθους που συγκλόνισε και απασχόλησε το αστυνομικό ρεπορτάζ εκτενώς. Σε αυτή την περίπτωση, δράστης ήταν ένας επιφανής δικηγόρος. Να υπογραμμίσω, στο σημείο αυτό, ότι σύμφωνα με τους ειδικούς, οι πιθανότητες εμπλοκής σε έγκλημα πάθους μικραίνουν όσο ανεβαίνουμε τη μορφωτική και την κοινωνική κλίμακα, ωστόσο κανένα επίπεδο, ακόμη και το υψηλότερο, δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα διάπραξης ενός τέτοιου εγκλήματος. Αναμφίβολα, όταν εμπλέκονται σε τέτοιου είδους εγκλήματα πρόσωπα με επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική καταξίωση, το ενδιαφέρον των μίντια είναι μεγαλύτερο. Ο Κούλας αποκλήθηκε από τον Τύπο ως ο «στραγγαλιστής της Κηφισιάς», καθώς οι «ταμπέλες» και «ετικέτες» είναι ιδιαίτερα αρεστές στα ΜΜΕ. Ο Γρηγόρης Κούλας, καταδικάστηκε από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Αθήνας σε κάθειρξη 20 ετών για τη δολοφονία της συζύγου του, αφού προηγουμένως του αναγνωρίστηκε μειωμένος καταλογισμός των πράξεών του, λόγω σοβαρής αγχώδους καταθλιπτικής συνδρομής. Όπως διαβάζουμε στα δημοσιεύματα «Στο Εφετείο ο Κούλας κρίθηκε με επιείκεια, “κυρίως για χάρη των παιδιών σας” όπως του ξεκαθάρισε ο πρόεδρος του δικαστηρίου και του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του μειωμένου καταλογισμού, μετατρέποντας έτσι την ποινή των ισοβίων που του είχε επιβάλει το Πρωτοβάθμιο Κακουργιοδικείο σε κάθειρξη 20 ετών».

Η υπόθεση του Δάνου Μουρατίδη (2005) απασχόλησε σε μεγάλο βαθμό το αστυνομικό ρεπορτάζ. Το στοιχείο που προκαλεί το ενδιαφέρον μας στο συγκεκριμένο έγκλημα είναι ότι επρόκειτο για δυο πολύ νέα και όμορφα παιδιά που είχαν ζήσει έναν μεγάλο έρωτα. Την αποκάλυψη της υπόθεσης που έμεινε γνωστή ως «το έγκλημα στη Βέροια» την έκανε η δημοσιογράφος Αγγελική Νικολούλη, μέσα από την εκπομπή της, στην ιστοσελίδα της οποίας βρίσκουμε βίντεο και στοιχεία για την υπόθεση. Σε αυτή την περίπτωση το προφίλ του δράστη, όπως σκιαγραφείται από την Αγγελική Νικολούλη, παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για έναν νεαρό άντρα με έντονο ναρκισσισμό, κτητικότητα, εγωισμό, αλλά και επιθετικότητα, εκρήξεις και βίαιη συμπεριφορά. Και παρόλο που δύσκολα μπορεί να προβλεφθούν –άρα και να προληφθούν- τα εγκλήματα πάθους, εν τούτοις θεωρώ ότι ορισμένα στοιχεία, κυρίως όσα αφορούν επιθετική και βίαιη συμπεριφορά, πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν, γιατί ενδέχεται να αποτελούν «καμπανάκι» ακόμα και για έγκλημα. Άλλωστε, τέτοιου είδους συμπεριφορές, ακόμα κι αν δεν οδηγήσουν σε τέτοιες ακρότητες όπως είναι η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής, είναι προβληματικές.

Εντύπωση επίσης προκαλεί ότι παρόμοια χαρακτηριστικά έχει και η τελευταία υπόθεση που εξετάζω και αφορά την υπόθεση Βαγγέλη Στεφανάκη (2013). Τα κοινά χαρακτηριστικά των δυο υποθέσεων αφορούν το γεγονός ότι και στις δυο περιπτώσεις είχαμε να κάνουμε με δυο πολύ νέα και όμορφα παιδιά που είχαν ζήσει έναν μεγάλο έρωτα. Επίσης, και στις δυο περιπτώσεις ο θύτης είχε επιδείξει επιθετική και βίαιη συμπεριφορά στο παρελθόν και προς το θύμα και προς άλλα άτομα, σύμφωνα τουλάχιστον με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο αστυνομικό ρεπορτάζ, ενώ και στις δυο περιπτώσεις τα θύματα είχαν προσπαθεί να σταματήσουν τη σχέση, αλλά κάτι τους γύριζε πίσω, έστω και για τελευταία φορά….

Αναφορικά με την εν λόγω υπόθεση διαβάζουμε σε δημοσιεύματα του Τύπου «Ξημερώματα της 6ης Απριλίου του 2013. Η Φαίη δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον Βαγγέλη Στεφανάκη, με τον οποίο διατηρεί σχέση τέσσερεις μήνες. Κλείνουν το μοιραίο ραντεβού στην περιοχή της Νέας Μάκρης, λίγα μέτρα από το σπίτι της. Στη μέση του δρόμου, διαφωνούν και διαπληκτίζονται. Τότε ο 26άχρονος την ξυλοκοπά με απίστευτη αγριότητα. «Ο κατηγορούμενος, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σκότωσε την Ευθυμία – Αθανασία (Φαίη) Μπλάχα, χτυπώντας τη με γροθιές στο πρόσωπο, στο κεφάλι και το σώμα, εκμεταλλευόμενος την υπέρτερη σωματική του δύναμη» αναφέρει το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, αιμάτωμα στο αριστερό μάτι με επέκταση στο ζυγωματικό, εκδορές, κάκωση στο δεξί χέρι και μώλωπες – τραύματα σε όλο της το σώμα περιγράφει ο ιατροδικαστής».

Αυτό που πρέπει να επισημάνω είναι ότι δόθηκε πολύ μεγάλη έμφαση σε προσωπικά δεδομένα και η υπόθεση παρουσιάστηκε στο κοινό σαν μια σαπουνόπερα με ένα ερωτικό τρίγωνο να κυριαρχεί. Πιστεύω ότι ήταν λανθασμένη η δημοσιογραφική κάλυψη της υπόθεσης, καθώς δεν προσέφερε στην ενημέρωση του κοινού η αποκάλυψη στοιχείων που αφορούν προσωπικά δεδομένα και εκθέτουν άτομα και καταστάσεις. Ειδικά, όταν η ενημέρωση λαμβάνει τη μορφή φτηνού κουτσομπολιού, γίνεται ακόμα και επικίνδυνη. Κι αυτό είναι ένα σημείο που οι αστυνομικοί συντάκτες οφείλουν να προσέξουν. Το αστυνομικό ρεπορτάζ δεν είναι κουτσομπολιό! Το ενδιαφέρον του κοινού πρέπει να κερδίζεται από τον αστυνομικό συντάκτη όχι λόγω των «πικάντικων» λεπτομερειών, αλλά λόγω της ολοκληρωμένης παρουσίασης της υπόθεσης, της τεκμηρίωσης των στοιχείων και της ανάλυσης που προσφέρει στην ενημέρωση του κοινού και τον βοηθάει να κατανοήσει τόσο τα αίτια της εγκληματικής δράσης, όσο και το προφίλ του δράστη.

Όσον αφορά το προφίλ των δραστών, είναι αξιοσημείωτο ότι πρόκειται κατά κύριο λόγο για άνδρες ψυχικά υγιείς και με λευκό ποινικό μητρώο. Ειδικότερα, το μεγαλύτερο ποσοστό δραστών εγκλημάτων πάθους είναι άνδρες κυρίως λόγω του παρορμητισμού και της σωματικής τους υπεροχής. Το 1/3 των δραστών θέτει τέρμα στη ζωή του, διαφορετικά παραδίδεται στις αρχές ή επιδεικνύει μεταμέλεια. Η ποινική μεταχείριση τους είναι συνήθως ήπια, αν και μπορεί να επιβληθεί και η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Η μορφή που εμφανίζονται είναι περιστασιακή, γι’ αυτό και συνήθως αποκλείεται η υποτροπή. Η έξαρση των εγκλημάτων αυτών παρατηρείται συνήθως τους θερινούς μήνες, και ο τόπος τέλεσης τους είναι κατά κανόνα σε μέρος οικείο στο δράστη. Εντούτοις, η πορεία των πραγμάτων δεν είναι ντετερμινιστική. Πολλά ζευγάρια, παρά τις εντάσεις δεν καταλήγουν στο έγκλημα. Για το λόγο αυτό, τα εγκλήματα πάθους δεν μπορούν ούτε να προβλεφθούν ούτε να προληφθούν. Σύμφωνα με τον Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Νέστορα Κουράκη «ο δράστης είναι ευέξαπτος, ευσυγκίνητος, βρίσκεται υπό καθεστώς σύγχυσης συνειδήσεως και ψυχικής διαταραχής, σε συνδυασμό με έναν πιθανώς πληγωμένο εγωισμό, βιώνοντας ένα αίσθημα αδικίας και έχοντας τάσεις κτητικότητας». Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο είναι ότι τα άτομα που προβαίνουν σε εγκλήματα πάθους έχουν, κατά κανόνα, χαμηλό μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο. Επομένως, οι πιθανότητες εμπλοκής σε έγκλημα πάθους μικραίνουν όσο ανεβαίνουμε τη μορφωτική και την πολιτιστική κλίμακα, αλλά κανένα επίπεδο, όπως ανέφερα και στην προηγούμενη ενότητα, ακόμη και το υψηλότερο, δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα διάπραξης ενός τέτοιου εγκλήματος. Επιπροσθέτως, ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι τα άτομα που διαπράττουν ένα έγκλημα πάθους μέχρι το προηγούμενο δευτερόλεπτο ήταν αυτό που λέμε «άτομα υπεράνω υποψίας». Οι εγκληματίες πάθους δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «ψυχανώμαλοι» και «παρανοϊκοί», βάσει των όρων της ψυχιατρικής, αλλά πρόκειται για άτομα που διέπονται από ναρκισσισμό, εγωισμό, επιθετικότητα και κτητικότητα, ενώ μπορούν να χαρακτηριστούν κυκλοθυμικά, είναι ευέξαπτα και ευσυγκίνητα.

Θα μου επιτρέψετε, κλείνοντας, κάποιες πολύ μικρές παρατηρήσεις-επισημάνσεις. Αναλύοντας «εγκλήματα πάθους» στο πλαίσιο της διδακτικής μου δουλειάς, έχω προβληματιστεί αρκετά σχετικά με αυτής της μορφής την εγκληματικότητα. Ο προβληματισμός μου είναι, εάν ο όρος «έγκλημα πάθους» αποδίδει με απόλυτη ακρίβεια και σαφήνεια τα κίνητρα της εγκληματικής δράσης κι εάν τελικά οι δράστες αισθάνονται πάθος για το θύμα ή για τον ίδιο τους τον εαυτό που ενδεχομένως υπεραγαπούν, με έναν τρόπο αρρωστημένο και ναρκισσσιστικό;

Οι δράστες, άλλωστε, έχουν ισχυρότατες τάσεις κτητικότητας, ναρκισσισμού, είναι εγωιστές και ευέξαπτοι. Επιτίθενται με τεράστια αγριότητα στο θύμα τους, το οποίο μπορεί ακόμα και να κατακρεουργήσουν. Επίσης, μετά τη διάπραξη του εγκλήματος, πολλές φορές έχουν την «ψυχραιμία» να κρύψουν το θύμα τους και να «παίξουν θέατρο» στις αρχές, στην οικογένεια και τους φίλους τους, ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για την υπόθεση ή ακόμα και να ρίξουν το «φταίξιμο» στο ίδιο το θύμα, ισχυριζόμενοι ότι μπορεί να τους έχει εγκαταλείψει και να έχει φύγει με άλλον άντρα κ.λπ. Αυτή η ψυχραιμία τους να καλύψουν τα ίχνη τους, στις περιπτώσεις ασφαλώς που προβαίνουν σε αυτές τις κινήσεις, με προβληματίζει έντονα. Γιατί το πάθος σε “διαλύει”. Άρα, θέτω ένα ερώτημα, “μήπως το πάθος αφορά το ίδιο το εγώ του δράστη και όχι το θύμα;”. Μήπως, το πάθος προς το ίδιο του το πρόσωπο είναι τόσο έντονο που τον “οπλίζει” με απόλυτη ψυχραιμία για να καλύψει τα ίχνη του και να “εξαφανίσει” το πτώμα;

Σαφώς, το πάθος «τυφλώνει». Αλλά, και ο εγωισμός, όταν ξεπερνά τα όρια του μέτρου, «τυφλώνει» και μπορεί να οδηγήσει σε ακρότητες. Συνεπώς, θέτω το ερώτημα είναι το «πάθος» που οδηγεί στο έγκλημα ή ο ακραίος εγωισμός και ο ναρκισσισμός του ατόμου, το πάθος για τον ίδιο του τον εαυτό, η βαθιά πεποίθησή του ότι είναι ο καλύτερος και ότι θα ρεζιλευτεί στην κοινωνία εάν χάσει το «αντικείμενο» όχι του πόθου του, αλλά θα έλεγα το αντικείμενο του αρρωστημένου εγωισμού του; Άρα, θέτω εκ νέου το ερώτημα “μήπως το πάθος δεν αφορά τη γυναίκα, την οποία το άτομο δολοφονεί, αλλά το ίδιο του το πρόσωπο;”.

Σε αυτή την περίπτωση, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα «πάθος» προς το ίδιο του τον εαυτό, τον οποίο το άτομα αγαπά αρρωστημένα, λόγω του εγωισμού και του ναρκισσισμού από τον οποίο διέπεται και ουσιαστικά διαπράττοντας το φόνο προφυλάσσει τον ίδιο του τον εαυτό από το να γίνει αντικείμενο χλευασμού από τον στενό και ευρύτερο περίγυρό του; Ο ναρκισσισμός του είναι τόσο έντονος, ώστε προτιμά, τελικά, τη φυλακή από το δημόσιο εξευτελισμό που φοβάται ότι θα βιώσει εάν εγκαταλειφθεί από τη σύζυγο/σύντροφο.

Μια δεύτερη ένστασή μου αφορά το γεγονός ότι το έγκλημα πάθους δεν «προλαμβάνεται». Θεωρώ ότι ένα άτομο που εκδηλώνει ακραίες και βίαιες συμπεριφορές, ακόμα κι αν δεν φτάσει στο φόνο, είναι επικίνδυνο. Η επιθετική συμπεριφορά που εκδηλώνεται με ξυλοδαρμούς, ακόμα και με λεκτική ή/και ψυχολογική βία οφείλει να προβληματίσει, γιατί ενδέχεται να είναι ένα «καμπανάκι» για την πορεία της σχέσης. Διότι ένα άτομο με τέτοιες συμπεριφορές, λόγω του ευέξαπτου χαρακτήρα του εύκολα μπορεί να περάσει στην «αντιπέρα» όχθη και, ακόμα κι αν αρχική του πρόθεση δεν είναι να σκοτώσει, αλλά να τραυματίσει ή απλώς να τρομάξει το θύμα του, λόγω σωματικής δύναμης ή και της σφοδρότητας της στιγμής, δύναται να οδηγηθεί στο έγκλημα.

Συνοψίζοντας, θα τονίσω ότι τα εγκλήματα πάθους παραμένουν “γρίφοι” τόσο για τον εγκληματολόγο, όσο και για τον αστυνομικό συντάκτη. Επομένως, θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να γίνουν νέες έρευνες, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τον τρόπο δόμησης των σύγχρονων κοινωνιών και των αξιών πάνω στις οποίες στηρίζονται οι σύγχρονες οικογένειες, ώστε να εξετάσουμε το έγκλημα πάθους υπό το πρίσμα των δεδομένων της σύγχρονης εποχής, εάν και εφόσον αυτά δύναται να επιδράσουν σε αυτής της μορφής την εγκληματικότητα.

ΠΗΓΗ
https://eglima.wordpress.com/2015/02/14/kourakis-2/

Βιβλιογραφία

Π. Παπαϊωάννου, (2001), Εγκλήματα Ζηλοτυπίας. Εγκληματολογική Θεώρηση και Νομολογία, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Φ. Τσαλίκογλου, (1984), Σχιζοφρένια και Φόνος. Μια ψυχολογική-εγκληματολογική έρευνα, Παπαζήσης, Αθήνα.

Α. Τσιγκρής, (2004), Εγκλήματα από Έρωτα, ΑΝΤ.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη.

Etienne de Greeff, (1989-μτφρ. Η. Σαγκουνίδου-Δασκαλάκη. Επιστημονική διεύθυνση: Ι. Φαρσεδάκης), Έρωτας και εγκλήματα από έρωτα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας