Tag Archives: γλώσσα φυλακής

Σχέση γλώσσας-κοινωνίας

Εν όψει του προγραμματισμού των μαθημάτων μας στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος με θέμα μας «Φυλακές: Έρευνα και Γλωσσικά Ζητήματα» (βλ. σχετικά https://aggelikikardara.wordpress.com/2019/10/14/σεμινάριο-με-θέμα-φυλακές-έρευνα-και-2/) συνεχίζουμε με το δεύτερο θέμα της αρθρογραφίας μας και επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας στη σχέση γλώσσας-κοινωνίας (πρώτο μας θέμα σχέση γλώσσας-νόησης βλ. σχετικά http://www.bloko.gr/2019/10/blog-post_643.html). 

Θα ξεκινήσουμε με τη σημαντική επισήμανση ότι η γλώσσα αποτελεί ένα κατεξοχήν κοινωνικό φαινόμενο και όχι έναν απλό κώδικα που χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο από όλους τους ανθρώπους σε όλες τις συνθήκες, όπως πίστευαν παλαιότερα οι γλωσσολόγοι. Η ανάπτυξη της κοινωνιογλωσσολογίας στηρίζεται στη διαπίστωση ότι η γλώσσα είναι ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο φαινόμενο. 

Η έρευνά μας «Φυλακή και Γλώσσα» θεμελιώθηκε στη στενή σχέση γλώσσας-κοινωνίας και ειδικότερα στη θεωρία που θα αναπτύξουμε ακολούθως, βάσει της οποίας η γλωσσική και η κοινωνική συμπεριφορά βρίσκονται σε διαρκή σχέση αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης. Αυτή η κομβική σχέση, γλώσσας-κοινωνίας, διερευνάται και στην επαναληπτική μας έρευνα, στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος, όπου εξετάζουμε τη γλωσσική επικοινωνία των αποφυλακισθέντων, των ατόμων δηλαδή που εξέτισαν την ποινή τους μέσα στις φυλακές και τώρα βρίσκονται ξανά στην ελεύθερη κοινωνία.

Σημειώνουμε ενδεικτικά ότι η κοινωνιογλωσσολογία γνώρισε μεγάλη διάδοση στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές του 1970. Όπως ισχυρίζεται ο Florian Coulmas[1], οι έρευνες που πραγματεύονται τη σχέση μεταξύ γλώσσας και κοινωνίας ενώθηκαν για να διαμορφώσουν το πεδίο της ακαδημαϊκής έρευνας, γνωστής ως «κοινωνιογλωσσολογίας». Μολονότι χρειάστηκε κάποιος χρόνος για να καθιερωθεί, διαδραμάτισε τελικά σημαίνοντα ρόλο στην πορεία των γλωσσολογικών μελετών, παγκοσμίως. Αυτό που ενδιαφέρει τους κοινωνιογλωσσολόγους, κατά τον Coulmas, είναι η εξέταση της σχέσης ανάμεσα στη χρήση της γλώσσας και την κοινωνική δομή. Ειδικότερα, οι κοινωνιογλωσσολόγοι ασχολούνται με τη περιγραφή της γλώσσας ως κοινωνικού φαινομένου.

Ουσιαστικά η κοινωνιογλωσσολογία βρίσκεται στο σταυροδρόμι πολλών επιστημών: της γλωσσολογίας, της κοινωνιολογίας, της κοινωνικής θεωρίας, της κοινωνικής ψυχολογίας και της ανθρώπινης επικοινωνίας.  


Α) θεωρίες για τη σχέση γλώσσας-κοινωνίας

Η διαρκής αναζήτηση της σχέσης γλώσσας-κοινωνίας επιβεβαιώνει το παγκόσμιο ενδιαφέρον για το πολυσύνθετο γλωσσικό φαινόμενο από το οποίο εξαρτόμαστε ολοκληρωτικά. Αναμφισβήτητα, οι απόψεις που έχουν διατυπωθεί γι’ αυτήν τη σχέση είναι πολλές και αντικρουόμενες μεταξύ τους, λόγω της πολυπλοκότητας του ζητήματος.    

Οι κυριότερες θεωρίες εντάσσονται σε τέσσερεις μεγάλες κατηγορίες[2]:

αα) η κοινωνική δομή ως διαμορφωτής γλωσσικής δομής.

Η κοινωνική δομή και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των ομιλητών (π.χ. ηλικία, φύλο, οικονομικό και μορφωτικό επίπεδο, εθνική/κοινωνική καταγωγή, κ.λπ.) καθορίζουν τη γλωσσική δομή, γιατί οι γλωσσικές επιλογές μας πηγάζουν και αντανακλούν όλα τα παραπάνω στοιχεία. Σε αυτή την περίπτωση η γλώσσα εκλαμβάνεται ως εργαλείο για τη μετάδοση πληροφοριών σχετικά με τους ομιλητές και το κοινωνικό τους περιβάλλον. Μεταξύ των υποστηρικτών αυτής της άποψης είναι και ο Peter Trudgill[3], του οποίου οι ιδέες άσκησαν σημαντική επίδραση στην πορεία της κοινωνιογλωσσολογίας.  

Ειδικότερα, ο Trudgill πρεσβεύει ότι η κοινωνία ασκεί ισχυρότατες επιδράσεις στη γλώσσα και ενδεχομένως η γλώσσα επιδρά με τη σειρά της στην κοινωνία. Μάλιστα καταγράφει τρεις τρόπους με τους οποίους η κοινωνία επιδρά στο γλωσσικό φαινόμενο.

Πρώτον, θεωρεί ότι το κοινωνικό περιβάλλον αντικατοπτρίζεται στη γλώσσα και κυρίως σε λεξιλογικό επίπεδο. Ως παράδειγμα αναφέρει τις επιμέρους διαφορές των γλωσσικών συστημάτων μεταξύ των διαφόρων χωρών, οι οποίες οδηγούν σε διαφορετικές αντιλήψεις για τον κόσμο.  

Δεύτερον, υποστηρίζει ότι η κοινωνική δομή ασκεί επιδράσεις στη γλώσσα. Στηρίζει την άποψή του στο γεγονός ότι, εφόσον η κοινωνία αντανακλάται στη γλώσσα, οποιαδήποτε αλλαγή συμβεί στις κοινωνικές δομές καταγράφεται και στο γλωσσικό σύστημα.

Τρίτον, πέρα από το περιβάλλον και την κοινωνική δομή, διατείνεται ότι το αξιακό σύστημα κάθε κοινωνίας καθορίζει τη γλωσσική δομή. Ένας τρόπος με τον οποίο καθίσταται εμφανής η καταγραφή των κοινωνικών αξιών στη γλώσσα είναι η καθιέρωση σε όλες τις γλωσσικές κοινότητες των ταμπού, που σαφώς λαμβάνουν έντονες συμβολικές διαστάσεις.  

ββ) η γλωσσική δομή ως διαμορφωτής κοινωνικής δομής

Η γλωσσική δομή και/ή συμπεριφορά μπορεί να επηρεάσει ή και να καθορίσει την κοινωνική δομή. Βάσει αυτής της αρχής που είναι γνωστή ως Υπόθεση των Sapir-Whorf  (Αρχή της Γλωσσικής Σχετικότητας), η γλώσσα είναι φορέας κοσμοθεωρίας, δηλαδή με τις ποικίλες πληροφορίες και τα μηνύματα που μεταδίδει ωθεί τους ομιλητές στη διαμόρφωση μίας συγκεκριμένης αντίληψης για τον κόσμο που τους περιβάλλει. Μεταξύ των υποστηρικτών της προαναφερθείσας άποψης είναι ο Bernstein[4], ο οποίος εξέτασε τη γλώσσα ως πηγή ισχύος και ανισότητας στην κοινωνία. Ασχολήθηκε με τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης και διερεύνησε τον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί αποκτά πολιτισμική ταυτότητα και ειδικότερα τον ρόλο της γλώσσας στην κοινωνικοποίηση και τις διαφοροποιήσεις της γλώσσας ανάλογα με το κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο.   

γγ) αλληλεπίδραση γλώσσας-κοινωνίας 

Η γλωσσική και η κοινωνική συμπεριφορά βρίσκονται σε διαρκή σχέση αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης. Γλώσσα και κοινωνία σχετίζονται στενά και βρίσκονται σε μία διαρκή σχέση αλληλεξάρτησης. Από τη μία πλευρά, ο τρόπος με τον οποίο δομείται και οργανώνεται κάθε κοινωνία επιδρά και καθορίζει τη γλωσσική χρήση. Συγκεκριμένα, οι παραδόσεις και ο τρόπος ζωής που διαμορφώνει κάθε κοινωνία είναι παράγοντες καθοριστικοί, τουλάχιστον όσο και το εξωτερικό περιβάλλον.   

δδ) μη ύπαρξη σχέσης γλώσσας-κοινωνίας 

Ανάμεσα στη γλώσσα και την κοινωνία δεν υφίσταται καμία απολύτως σχέση. Πρόκειται για την προσέγγιση που δεν δέχεται οποιασδήποτε μορφής σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και την κοινωνία. Αντίθετα, εκλαμβάνει τόσο τη γλώσσα όσο και την κοινωνία ως δύο τελείως ξεχωριστές έννοιες[5]. Καθίσταται σαφές ότι η παραπάνω προσέγγιση είναι απόλυτη και γι’ αυτό στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνιογλωσσολογίας περιθωριοποιείται. Άλλωστε, ήδη τονίσαμε ότι η γλώσσα και η κοινωνία είναι αλληλένδετες έννοιες και αυτή είναι και η δική μας θέση στην οποία θεμελιώνεται η έρευνά μας, όπως επισημάνθηκε εξαρχής.  

Β) σχέση γλώσσας-κοινωνικής ταυτότητας

Η γλώσσα, όπως τονίσαμε, δεν είναι μόνο μέσο επικοινωνίας αλλά επιτελεί πλήθος λειτουργιών. Μία από τις σημαντικότερες διαστάσεις της εντοπίζεται στο ότι είναι σύμβολο ταυτότητας και υπαγωγής στην ομάδα (οποιανδήποτε μορφή κι αν λαμβάνει η ομάδα, π.χ. εθνική, θρησκευτική, πολιτική, οικογενειακή κ.λπ.), διότι η γλώσσα ως μία μορφή συμβολικής συμπεριφοράς αποτελεί κύριο και καίριο συστατικό της ταυτότητα[6]. Σαφώς η ανάγκη των ατόμων να ανήκουν κάπου και να προσδιορίσουν την ύπαρξή τους άλλοτε με πιο γενικό και άλλοτε με πιο ειδικό τρόπο, εμφανίζεται σε όλες τις κοινωνίες και εποχές. Γι’ αυτό η διαμόρφωση της ταυτότητας ξεκινά από τα πρώτα χρόνια που αποκτάμε συνείδηση.

Όπως υπογραμμίζει ο J.K. Chambers[7], η  γλώσσα είναι το κύριο μέσο, ενδεχομένως και εργαλείο, για να ενταχθούμε σε μία ομάδα.

Κατά την Andreé Tabouret-Keller[8], ο δεσμός ανάμεσα στη γλώσσα και την ταυτότητα είναι συχνά τόσο ισχυρός ώστε ένα και μόνο στοιχείο της γλώσσας αρκεί για να αναγνωρίσουμε τα μέλη των κοινωνικών ομάδων κάθε γλωσσικής κοινότητας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η γλώσσα λειτουργεί ως δείκτης της ταυτότητας. Η διαδικασία διαμόρφωσης ταυτότητας ξεκινάει από τα μεμονωμένα άτομα αλλά στην ουσία η ατομική ταυτότητα ισχυροποιείται σε συλλογική επίπεδο, δηλαδή στο πλαίσιο της ομάδας.  

Επίσης όπως τονίζει η Tabouret-Keller, εφόσον η γλώσσα αποτελεί σημαντική διάσταση κοινωνικής διαφοροποίησης, τα μέλη που ανήκουν σε μία ορισμένη ομάδα χρησιμοποιούν διάφορες στρατηγικές για να διαφοροποιηθούν γλωσσικά. Χρησιμοποιούνται ποικίλα μέσα που προσφέρει η γλώσσα προκειμένου να θέσουν διακριτά όρια ανάμεσα στη δική τους ομάδα τους και την ευρύτερη κοινωνία. Με τη γλώσσα εκφράζεται η αλληλεγγύη προς τα μέλη μίας ομάδας και δηλώνεται υπαγωγή σε αυτήν. Σε άλλες περιπτώσεις η γλώσσα χρησιμοποιείται για να αποκλειστούν οι «άλλοι», όσοι δεν ανήκουν στην ομάδα. Η χρήση της γλώσσας σηματοδοτεί την αποδοχή της «εσω-ομάδας» και την απόρριψη της «έξω-ομάδας», γιατί προέχει η αναζήτηση του διακριτού χαρακτήρα της «εσω-ομάδας»[9]. 

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ωστόσο το γεγονός ότι η στενή σχέση που υφίσταται ανάμεσα στη γλώσσα και την κοινωνική ταυτότητα του υποκειμένου ισχύει και ανάμεσα στη γλώσσα και τους λαούς.

Ο τρόπος με τον οποίο η γλώσσα συνδέεται με την ταυτότητα των λαών έγκειται, σύμφωνα με την Tabouret-Keller[10], στη θεσμική καθιέρωσή της. Η γλώσσα καθιερώνεται μέσω της νομοθεσίας και καθίσταται «πρότυπη» ποικιλία που πρέπει όλοι να χρησιμοποιούν. Υπό αυτή την έννοια, η γλώσσα λειτουργεί ως σύμβολο κάθε λαού, δεδομένου ότι κατά κανόνα εκφράζει την εθνική, θρησκευτική, πολιτική και ιδεολογική σύμπνοια των πολιτών.  

Πάντως, είναι αδιαμφισβήτητο ότι, ανεξαρτήτως των πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων που κρύβονται πίσω από τις προσπάθειες επιβολής μίας «επίσημης» γλώσσας, η ανάγκη των λαών να ενωθούν ή ακόμα και να διαφοροποιηθούν μέσω της γλώσσας αποδεικνύει περίτρανα αυτό που εξαρχής τονίσαμε ότι «η γλώσσα είναι ένα πολύμορφο και πολυλειτουργικό φαινόμενο, με έντονα συμβολικές διαστάσεις». Με τον ίδιο τρόπο ομιλητές των χαρακτηριζόμενων «στιγματισμένων» γλωσσικών μορφών, όπως είναι οι αργκό και οι γλώσσες των μειονοτικών πληθυσμών, αγωνίζονται για τη διατήρησή τους προκειμένου να μη χάσουν την «ταυτότητά» τους.

Συμπερασματικά, βάσει της στενής σχέσης γλώσσας-κοινωνίας μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τον καθοριστικό ρόλο της γλώσσας της φυλακής ως μέσο ένταξης στην μεγάλη ομάδα των κρατουμένων αλλά και στις υπο-ομάδες που δημιουργούνται στο κλειστό και περιοριστικό περιβάλλον της φυλακής, καθώς και την ανάγκη των ομιλητών αυτού του γλωσσικού κώδικα να εκφράσουν βαθύτερες σκέψεις και συναισθήματα για όσα βιώνουν εντός και εκτός φυλακής, αλλά και να επικοινωνήσουν σε αυτό το περιβάλλον που, πλέον, είναι πολυπολιτισμικό ακριβώς όπως οι σύγχρονες κοινωνίες. Το στοιχείο που διερευνούμε στην επαναληπτική μας έρευνα είναι πώς εξελίσσεται αυτός ο γλωσσικός κώδικας επικοινωνίας με την αποφυλάκιση και σε συσχετισμό με τις σημαντικές αλλαγές που συντελούνται σε όλους τους τομείς της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.

[1] F. Coulmas, «Introduction» στο F. Coulmas (επιμ), The Handbook of Sociolinguistics, Oxford: Blackwell Publishers, 1997, σσ. 1-2.

[2] Βλ. Α. Αρχάκης, Μ. Κονδύλη, Εισαγωγή σε Ζητήματα Κοινωνιογλωσσολογίας, Αθήνα: νήσος, 2002, σελ. 36, όπου παρουσιάζεται η ομαδοποίηση των θεωριών για τη σχέση γλώσσας-κοινωνίας.

[3] P.Trudgill, Sociolinguistics: An Introduction to Language and Society, αναθεωρημένη έκδ., London: Penguin Books, 1995, σσ. 1-21.   

[4] B.Bernstein, «Some Sociological Determinants of Perception. An Inquiry into Sub-Cultural Differences» στο J.A. Fishman (επιμ), Readings in the Sociology of Language, ό.π., σσ. 223-237.

[5] Α. Αρχάκης, Μ. Κονδύλη, ό.π., σελ.38.

[6] Ν. Κωστούλα-Μακράκη, ό.π., σσ.99-102.

[7] J.K. Chambers, Sociolinguistic Theory: Linguistic Variation and Social Significance, 2η έκδ., Blackwell Publishing, 2003, σσ. 274-275.

[8] A.Tabouret-Keller, «Language and Identity» στο F. Coulmas (επιμ),The Handbook of Sociolinguistics, ό.π., σσ. 315-326.

[9] Ν. Κωστούλα-Μακράκη, ό.π., σσ.102-107.

[10] A.Tabouret-Keller, ό.π., σσ. 318-319.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Απόψε στις 8 στο Artgr Radio

Ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για την υπέροχη “φιλοξενία” στην εκπομπή της δημοσιογράφου Βένης Παπαδημητρίου στο Artgr Radio και την πολύ τιμητική παρουσίαση. Ήταν πραγματικά ένα συναρπαστικό ραδιοφωνικό ταξίδι! Αναδείξαμε πολύ σοβαρά και εξαιρετικά ενδιαφέροντα ζητήματα που αξίζει να ακούσετε και…να ταξιδέψετε μαζί μας!!

Απόψε στις 8.00 στο artgr Radio. Συντονιστείτε!!

Aπό την παρουσίαση του σταθμού:

για τον πολιτισμο και τις τεχνες


ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΙΣ 8.00 μμ στον (((ARTgr RADIO))) και στην Εκπομπή της Βένης Παπαδημητρίου
Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΡΔΑΡΑ!

Φυλακή και Γλώσσα,
το βιβλίο της κ. Αγγελικής Καρδαρά, Διδάκτωρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Πανεπιστημίου Αθηνών -Φιλολογος-Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, μας μεταφέρει στον κόσμο των φυλακών, τον τρόπο επικοινωνίας μεταξύ των κρατουμένων και πολλά ενδιαφέροντα. Επισκέφθηκε τις φυλακές, μίλησε και με γυναίκες έγκλειστες, και μας μιλά και γι αυτό το μεγάλο θέμα, της γυναικείας εγκληματικότητας. Η κ. Καρδαρά, έχει γράψει κι άλλα βιβλία, όπως το “Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας για τον Αστυνομικό και Δικαστικό Συντάκτη”, αλλά και ποίηση, με αφορμή τα συναισθήματα που γεννήθηκαν μέσα της, με την γέννηση της κόρης της. Ένα ταξίδι, διαφορετικό , συγκλονιστικό, με την Αγγελική Καρδαρά.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Κοινωνικά

Από τους δρόμους στη φυλακή

Στο πλαίσιο της επαναληπτικής έρευνάς μας για τη γλώσσα της φυλακής στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος, στην οποία είμαι Επιστημονικά Υπεύθυνη και η οποία αποτελεί συνέχεια της διδακτορικής διατριβής μου που εκπονήθηκε στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με Ακαδημαϊκό Επιβλέποντα τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ. Γιάννη Πανούση, εισάγουμε δύο νέα στοιχεία: πρώτον, συνεντεύξεις για το θέμα με ειδικούς επιστήμονες, ακαδημαϊκούς, ποινικολόγους, και δημοσιογράφους και δεύτερον, συνεντεύξεις σε βάθος με αποφυλακισμένους.

Από τις συνεντεύξεις, αναμφίβολα, προκύπτουν πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία που θα αναλυθούν σε δεύτερη φάση, ώστε να καταλήξουμε στις ερευνητικές μας διαπιστώσεις και προτάσεις.

Με το παρόν άρθρο θα σταθώ στην έννοια της “δυσλειτουργικής οικογένειας”/ dysfunctional family που είναι πολύ έντονη και καθοριστικής σημασίας σε όλες τις περιπτώσεις που κι εμείς βλέπουμε.

Παιδιά από (κυριολεκτικά) διαλυμένες οικογένειες, με γονείς απόντες, αδιάφορους, που έχουν οι ίδιοι εμπλοκή με τον ποινικό νόμο ή με ουσίες. Αμεση συνεπεια των παραπάνω είναι τα ίδια, σε πολύ μικρή ηλικία, γύρω στα 13-14, να εγκαταλείπουν το σχολείο. Το αξιοσημείωτο είναι ότι εγκαταλείπουν το σχολείο ακόμα και με την “παρότρυνση” ή με τον εξαναγκασμό των γονιών ή του ενός από τους δύο γονείς σε οικογένειες που είτε η μητέρα είναι απούσα είτε ο πατέρας απών. Με την εγκατάλειψη των σχολικών σπουδών κάποια από αυτά τα παιδιά μπαίνουν σε εργασιακούς χώρους, που πιθανότατα δεν πληρούν τις προδιαγραφές για να εργαστεί ένας ανήλικος, προκειμένου να συνεισφέρουν οικονομικά στην οικογένεια. Σε πολλές περιπτώσεις, επίσης, φεύγουν από το σπίτι, γιατί δεν αντέχουν τις καταστάσεις που βιώνουν και γιατί πιστεύουν ότι θα ζήσουν ελεύθεροι, χωρίς όμως να αντιλαμβάνονται ότι η ζωή μακριά από το σπίτι, χωρίς εφόδια, είναι πολύ δύσκολη και επικίνδυνη. Έτσι καταλήγουν στους δρόμους της παρανομίας, ως πολύ εύκολα θύματα για όλους τους επιτήδειους -σε αυτή την ευάλωτη ηλικία και χωρίς την απαιτούμενη παιδεία, μόρφωση, γνώση και χωρίς οικογενειακή στηριξη να ανταποκριθούν στις συνεχείς προκλήσεις.

“Φυσική ροή των πραγμάτων να βρεθούμε από τον δρόμο στη φυλακή”, επισημαίνουν για να περιγράψουν την πορεία της ζωής τους και την κρίσιμη μετάβαση από την ανήλικη ζωή στον κόσμο των ενηλίκων – από τους δρόμους της παρανομίας στην μικροκοινωνία της φυλακής. Μετά από χρόνια ιδρυματοποιήσης σε ένα περιβάλλον χωρίς ερεθίσματα, όπου μυούνται ακόμα βαθύτερα στον εγκληματικό κόσμο, η “επιστροφή” στην κοινωνία είναι πολύ δύσκολη. Με αποτέλεσμα, ακόμα κι όταν έρθει το αποφυλακιστήριο, οι άνθρωποι αυτοί να έχουν να αντιμετωπίσουν μία εξίσου (ή και πιο σκληρή;) πραγματικότητα. Το “στίγμα της φυλακής”, η έλλειψη δεξιοτήτων αλλά και η αδυναμία να στηριχτούν στα πόδια τους ώστε να δημιουργήσουν οικογένεια και αληθινούς φιλικούς δεσμούς, αποτελούν πολύ σοβαρά ζητήματα με τα οποία έρχονται αντιμέτωποι στην καθημερινότητά τους.

“Δεν θέλω να σκέφτομαι το μέλλον. Είναι μαύρο και τρελαίνομαι. Με τρελαίνει η σκέψη για το πού θα καταλήξω σε λίγα χρόνια. Δεν έχω ελπίδα. Σκέφτομαι τη ζωή μου, πώς τα έκανα και δεν αντέχω να σκέφτομαι το αύριο”.

Αυτές είναι οι σκέψεις αυτών των ανθρώπων για το μέλλον. Ότι δεν έχουν μέλλον και γι’αυτό δεν θέλουν να σκέπτονται το αύριο, όταν καλά καλά δεν ξέρουν αν θα επιβιώσουν στο σήμερα.

Άρα, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι, όταν το άτομο πλέον μπει στον κόσμο της παρανομίας και της φυλακής και δεν έχει υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον, είναι πολύ πιο δυσκολη η παρέμβαση, καταλήγουμε στο ότι η παρέμβαση πρέπει να ξεκινήσει πάρα πολύ νωρίτερα, στην εφηβική ηλικία όταν ξεκινούν τα σοβαρότητα προβλήματα για τα παιδιά δυσλειτουργικών οικογενειών. Συμπεριφορές που αρχικά εκδηλώνονται στο σχολικό περιβάλλον και στη συνέχεια μεταφέρονται στις αλάνες και στους δρόμους, καθώς κάποια στιγμή εγκαταλείπουν το σχολείο ή το σχολείο τους δείχνει την πόρτα της εξόδου.

Τι μπορεί να γίνει έμπρακτα; Θα προχωρήσω σε ενδεικτική πρόταση: Να υπάρξει συνεργασία των σχολείων με αρμόδιες υπηρεσίες και φορείς, ώστε να ενισχυθούν τα ψυχο-εκπαιδευτικά προγράμματα πρόληψης και να υπάρξει ειδική μέριμνα για παιδιά που προέρχονται από δυσλειτουργικές οικογένειες και είναι εκτεθειμένα σε πολύ σοβαρούς κινδύνους. Είναι εξαιρετικά σημαντικό αυτά τα παιδιά να μη βρεθούν στους δρόμους, γιατί δεν θα υπάρξει επιστροφή μετά. Αυτό επομένως είναι το στοιχείο στο οποίο πρέπει να δοθεί όλη η βαρύτητα.

Επιστρέφοντας στον μικρόκοσμο των φυλακών, όπου επιβιώνει ο “ισχυρότερος” και ο κάθε κρατούμενος ή η κάθε ομάδα κρατουμένων προσπαθεί να καρπωθεί κάτι προς όφελός της, ένα σημαντικό στοιχείο στο οποίο αξίζει να αναφερθούμε είναι η “ιεραρχία των φυλακών”. Πάντοτε υπήρχε και πάντοτε θα υπάρχει η “άτυπη ιεραρχία”, με συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι “σεβάσμια” (όπως αποκαλούνται στη φυλακή), πρόσωπα όπως είναι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία και οι ισοβίτες, ανεξαρτήτως διαπραχθέντος εγκλήματος, λόγω των πολλών χρόνων εγκλεισμού. Υψηλά στην κλίμακα παραμένουν οι οικονομικοί εγκληματίες που κρατούν και μία απόσταση από άλλους κρατούμενους που έχουν διαπράξει “εγκλήματα”, όπως χαρακτηριστικά λένε για να αναφερθούν σε μεγάλης ποινικής και κοινωνικής θα πρόσθετα βαρύτητας εγκλήματα, όπως ανθρωποκτονίες, βιασμούς κ.λπ.

Τέλος, πολύ μεγάλη βαρύτητα στο άτεγκτο, κλειστό και περιοριστικό πλαίσιο της φυλακής, διαδραματίζει η έννοια του σεβασμού, της ντομπροσύνης και ασφαλώς οι διαχρονικές αρχές: να μη ρουφιανέψεις, να μην προδώσεις την εμπιστοσύνη της ομάδας στην οποία ανήκεις.

“Το να είσαι ειλικρινής στη φυλακή εκτιμάται. Ακομα και τη μάνα σου να έχεις σκοτώσει, αλλά να καταφέρεις να πείσεις ότι το άξιζε, θα εκτιμηθεί στη φυλακή”, εξηγούν.

Συνοψίζοντας, είναι δεδομένο ότι η σύνθεση του ποινικού πληθυσμού αλλάζει δραματικά στις φυλακές της σύγχρονης εποχής, πολύ μεγάλη αύξηση αλλοδαπών κρατουμένων και το έγκλημα εντός και εκτός φυλακής λαμβάνει πιο σκληρές διαστάσεις. Αυτό είναι ένα άλλο τεράστιο κεφάλαιο που κάποτε πρέπει να ανοίξει.

Μέχρι τότε είναι αναγκαίο να ρίξουμε το βάρος στην πρόληψη και στην έγκαιρη παρέμβαση όσον αφορά τα παιδιά δυσλειτουργικών οικογενειών, ώστε να μη βρεθούν στους δρόμους, αλλά να παραμείνουν στο σχολείο και -το κυριοτερο- να έχουν ουσιαστική στήριξη από αρμόδιους φορείς και υπηρεσίες που μπορούν να τα καθοδηγήσουν σε αυτή την κρίσιμη καμπή της ζωής τους. Έστω και ένα παιδί να σωθεί, το όφελος θα είναι τεράστιο. Αυτό μπορώ να το καταθέσω με απόλυτη βεβαιότητα βλέποντας την απελπισία στα μάτια αυτών των ανθρώπων που βρέθηκαν “στα ανήλικα” (εννοούν φυλακές ανηλίκων) και γνώρισαν έναν πολύ σκληρό κόσμο, πίσω από τα κάγκελα.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Κοινωνικά

Συνεντεύξεις με τους αποφυλακισθέντες

Ετοιμαζόμαστε, με ρυθμούς εντατικούς, για τις νέες συνεντεύξεις μας με τους αποφυλακισθέντες, την Πέμπτη (4-4-2019) το πρωί, στο πλαίσιο της επαναληπτικής έρευνάς μας (follow-up research) “Φυλακή και Γλώσσα” που διεξάγεται στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.) με μία εξαιρετική ομάδα νέων αξιόλογων επιστημόνων, στην οποία έχω τη χαρά να είμαι Επιστημονικά Υπεύθυνη.

Αυτές οι συνεντεύξεις, πέρα από πολύτιμο ερευνητικό εργαλείο, μας δίνουν την πολύτιμη ευκαιρία να δούμε όλες τις πλευρές της ανθρώπινης ψυχής, να μπούμε στα σκοτεινά μονοπάτια της, να διερευνήσουμε δύσκολες στιγμές και σκληρές επιλογές και να εξετάσουμε εάν τελικά μπορεί να γεννηθεί από το σκοτάδι φως…

Είναι βέβαιο ότι έχουμε ακόμα να πούμε πολλά! Γιατί η ανθρώπινη ψυχή πάντοτε θα μας εκπλήσσει με τους δρόμους τους οποίους ακολουθεί.

Καλο βράδυ στην υπέροχη και αγαπημένη παρέα του blog!

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Εκπαιδευτικά, Ζητήματα Κοινωνικά

Σημαντική ερευνητική εμπειρία

Συγκλονιστική μέρα η σημερινή!

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου: Ημέρα έναρξης της έρευνας με τους αποφυλακισθέντες, με θέμα μας τη γλώσσα της φυλακής.

Μία πολύτιμη εμπειρία για κάθε ερευνητή που ασχολείται με τον χώρο των φυλακών, γιατί σε κάθε συνέντευξη και μία σημαντική ιστορία ζωής ξετυλίγεται. Μία ανθρώπινη ιστορία με σημαντικές διαστάσεις και προεκτάσεις. Ιστορίες που προβληματίζουν και “γεννούν” φλέγοντα ερωτήματα.

Είναι συγκλονιστικό να σου λένε άνθρωποι ότι ήθελαν να μπουν στη φυλακή, για να μην πεθάνουν από ναρκωτικά και πείνα στους δρόμους της “κοινωνίας”. Συγκλονιστικές όμως και οι περιγραφές για την καθημερινότητα των ανθρώπων που βίωσαν την εμπειρία της φυλακής και τώρα παλεύουν να ισορροπήσουν μεταξύ δύο κόσμων: της μικροκοινωνίας της φυλακής και της ελεύθερης κοινωνίας.

Χαίρομαι που μοιράστηκα τη σημερινή ερευνητική εμπειρία με έναν επιστήμονα που εκτιμώ πολύ, το νέο μέλος της ομάδας μας για τη γλώσσα της φυλακής, γιατί δέσαμε ερευνητικά (που είναι ό,τι πιο σημαντικό για ένα “ερευνητικό δίδυμο”) και μπορέσαμε να εμβαθύνουμε σε ζητήματα που αφορούν τον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας που χρησιμοποιείται εντός αλλά και εκτός φυλακής.

Και αυτή ασφαλώς είναι μόνο η αρχή!! Αυτή είναι η δική μας υπόσχεση…!!

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Κοινωνικά

Η γλώσσα ως πολύμορφο και πολυλειτουργικό φαινόμενο

Οι διάλογοι της ομάδας των 8 που ανατίναζε τα ΑΤΜ στο φως της δημοσιότητας. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει και η σχέση που φέρεται να έχουν μεταξύ τους τα μέλη της ομάδας.

Τα μέλη της δικής μας επιστημονικής ομάδας μας στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος ας κρατούν σημειώσεις για τον τρόπο που λειτουργεί η γλώσσα παρακαλώ!! Οι αναγραμματισμοί, οι βραχύνσεις αλλά και συνθέσεις των λέξεων, οι νεολογισμοί, οι δανεισμοί από άλλους γλωσσικούς κώδικες και από ξένες γλώσσες, η πληθώρα εικόνων και μεταφορικών σχημάτων, αποτελούν τα κύρια μέσα με τα οποία οι ομιλητές των γλωσσικών κωδίκων επικοινωνίας και οι ομιλητές της “γλώσσας του υποκόσμου” δημιουργούν νέες εκφράσεις.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι και στο κλειστό και περιοριστικό πλαίσιο της φυλακής, παρά τις ιδιόμορφες συνθήκες διαβίωσης, οι κρατούμενοι καταφεύγοντας στα απλά μέσα που η ίδια η γλώσσα προσφέρει καταφέρνουν να πλάσουν πρωτότυπες εκφράσεις κεντρίζοντας το ενδιαφέρον όσων τις ακούνε για πρώτη φορά.

Συνοψίζοντας, η γλώσσα είναι ένα πολύμορφο και πολυλειτουργικό φαινόμενο, ενώ προσαρμόζεται στα δεδομένα και στις απαιτήσεις κάθε ομάδας.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Εκπαιδευτικά, Ζητήματα Κοινωνικά

Η γλώσσα της φυλακής

Είναι πάντα τιμή και χαρά να συνεργάζομαι με συνεργάτες που εκτιμώ και ανθρώπους που αγαπώ.

Η γλώσσα της φυλακής: παρουσίαση στο νέο, τέταρτο τεύχος του ηλεκτρονικού εγκληματολογικού περιοδικό Crime Times των πορισμάτων της έρευνας που πραγματοποίησα στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού και στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα.

Όπως σημειώνω στην εισαγωγή του άρθρου στο Crime Times, στο παρόν άρθρο παρουσιάζουμε τα πορίσματα της έρευνάς μας που πραγματοποιήθηκε στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού και στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα, με θέμα τον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας των εγκλείστων. Στόχος μας είναι να αναδείξουμε την τεράστια σημασία των γλωσσικών κωδίκων επικοινωνίας και να δώσουμε έμφαση στη συμβολική λειτουργία που λαμβάνουν, ιδίως στο κλειστό και περιοριστικό πλαίσιο ιδρυμάτων, όπως είναι τα καταστήματα κράτησης. Ειδικότερα, στο άρθρο καταδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο ο γλωσσικός κώδικας επικοινωνίας που χρησιμοποιείται στις φυλακές καθίσταται ρυθμιστικός παράγοντας της καθημερινής ζωής των εγκλείστων, άρα δομικό στοιχείο της ίδιας της φυλακής. Η γλώσσα της φυλακής συνεπώς, λόγω της συμβολικής λειτουργίας της, δεν αποτελεί μόνο μέσο έκφρασης αλλά υπερβαίνει τη γλωσσική λειτουργία και αποτελεί τελικά το κύριο μέσο ένταξης του κάθε εγκλείστου τόσο στις «υπο-ομάδες» των κρατουμένων, όσο και στη μεγάλη «ομάδα» της φυλακής. Για να γίνει ωστόσο κατανοητή η δημιουργία και η ιδιαίτερη λειτουργία της γλώσσας της φυλακής, καθώς και οι σημαντικές διαφοροποιήσεις της από τη γλώσσα της φυλακής της παραδοσιακής κοινωνίας, κρίνουμε σκόπιμο να ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας με το φαινόμενο της γλωσσοπλασίας, από το οποίο πηγάζουν τα συνθηματικά ιδιώματα.

Όσοι ενδιαφέρεστε για το θέμα, μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο μου εδώ http://www.crimetimes.gr/%ce%b7-%ce%b3%ce%bb%cf%8e%cf%83%cf%83%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%b1%ce%ba%ce%ae%cf%82/ και ελπίζω κάποια στιγμή νεότεροι ερευνητές να συνεχίσουν την έρευνα στα καταστήματα κράτησης και να διερευνήσουν τη γλώσσα της φυλακής σήμερα.

Ολόκληρη η μελέτη βρίσκεται στο βιβλίο μου με τίτλο Φυλακή και Γλώσσα, πρόλογος Καθηγητή Γ. Πανούση, εκδ. ΑΝΤ.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2014, στη σειρά βιβλίων του Εργαστηρίου Ποινικών και Εγκληματολογικών Ερευνών του Τμήματος Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ευχαριστώ θερμά τους αγαπημένους συνεργάτες για τη “φιλοξενία” στο έγκριτο εγκληματολογικό περιοδικό Crime Times και εύχομαι από καρδιάς να πορεύονται πάντα με αγάπη και πάθος για την επιστήμη τους.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας