Tag Archives: έγκλημα

Το κλειδί

Ποιητικά σκέφτηκα να μιλήσουμε στο postmodern λίγες ώρες πριν την Ανάσταση και ανάταση των ψυχών μας.

Ευάλωτοι άνθρωποι, αδύναμες ψυχές, επικίνδυνα μονοπάτια, αδιέξοδα και ένα “κλειδί” για να ξεκλειδώσει συναισθήματα, βαθιά κρυμμένα στο μυαλό και κυρίως την καρδιά…

Αφιερωμένο το νέο μου κείμενο, περισσότερο σκέψεις σε έμμετρο λόγο, σε όλους όσοι ζουν ή κάποτε έζησαν στα όρια, στο περιθώριο και σε επικίνδυνες “στροφές”.

Αφιερωμένο σε όλους εκείνους που δεν τόλμησαν να ζήσουν το όνειρό τους και άφησαν στα μέσα της διαδρομής ένα “κλειδί”…το “κλειδί” που ίσως είναι ο μόνος τρόπος για να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή τους, το κεφάλαιο που θέλουν πραγματικά να ζήσουν…

Το “κλειδί” είναι ο τίτλος και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ http://postmodern.gr/to-klidi

Περιμένω τις σκέψεις σας στο postmodern.gr και το mail μου: kardaraa@gmail.com

Να περάσετε όμορφα, όπου κι αν βρίσκεστε! Ελπίζω να βρούμε όλοι μας αυτές τις μέρες λίγο χρόνο για να κάνουμε μια μεγάλη αγκαλιά σε όσους αγάπάμε και αξίζει να είναι στη ζωή σας!!

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Στίχοι

Αντεγκληματική πολιτική και ΜΜΕ

Ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται το έγκλημα σε κάθε κοινωνία κι εποχή είναι καθοριστικής σημασίας για την αντιμετώπισή του. Εξίσου, οι μορφές εγκληματικότητας που εκλαμβάνονται ως “σοβαρές”, σε αντίθεση με άλλες που εντάσσονται στην κατηγορία της “μικροεγκληματικότητας” -άρα μικρότερης βαρύτητας- διαφέρουν σημαντικά όχι μόνο από εποχή σε εποχή, αλλά κι από κοινωνία σε κοινωνία. Αυτό αποδεικνύει ότι η κάθε κοινωνία, ανάλογα με τις αξίες, τις επικρατούσες αντιλήψεις, το νομικό της πολιτισμό, ακόμα και τα ήθη και έθιμά της, ορίζει και προσδιορίζει διαφορετικά το “έγκλημα” και τους τρόπους αντιμετώπισής του. Συνέπεια των παραπάνω είναι σε κάθε ιστορική περίοδο να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση σε συγκεκριμένες μορφές εγκληματικότητας και σε ομάδες πληθυσμού που τυγχάνουν μεγαλύτερης προστασίας.

Ανεξαρτήτως πάντως ορισμού του “εγκλήματος”, η έννοια της “αντεγκληματικής πολιτικής” είναι πολύ σημαντική για την καταπολέμηση του εγκλήματος και του φαινομένου της εγκληματικότητας. Ασφαλώς, η αντεγκληματική πολιτική δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη από τις καταλυτικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στα θεμέλια μιας κοινωνίας και ειδικότερα στις πολιτικές, πολιτισμικές κι οικονομικές δομές της.

Στη χώρα μας ασκείται, διαχρονικά, κριτική στον τρόπο άσκησης της αντεγκληματικής πολιτικής. Αναμφισβήτητα, σήμερα είναι επιτακτική ανάγκη μιας πιο αποτελεσματικής οργάνωσης της αντεγκληματικής πολιτικής με έμφαση στις ποιοτικές αλλαγές που υφίσταται το έγκλημα. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να υπογραμμίσω, ότι και ο ρόλος των μίντια είναι σοβαρός. Οι αστυνομικοί συντάκτες, ειδικά, οφείλουν να απεικονίζουν το φαινόμενο ολοκληρωμένα και ολόπλευρα και να καταγράφουν την πραγματικότητα προσφέροντας στο ευρύ κοινό ουσιαστική ενημέρωση σχετικά με το πολυσύνθετο αυτό ζήτημα.

Εξίσου σημαντικός ο ρόλος των δημοσιογράφων στον τομέα της πρόληψης. Αυτός είναι ένας τομέας, όπου μπορεί ο δημοσιογραφικός κόσμος να διαδραματίσει έναν καταλυτικό ρόλο, πιστεύω, αξιοποιώντας πλέον τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέσω των οποίων μπορεί να ενημερωθεί ένα ευρύτατο κοινό ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές για θέματα υψίστης σοβαρότητας στη λογική ότι “η πρόληψη σώζει ζωές” ακόμα και σε συσχετισμό με το έγκλημα και το φαινόμενο της εγκληματικότητας. Η “αντεγκληματική πολιτική με στόχο την πρόληψη του εγκλήματος” πρέπει να είναι κεντρικός στόχος της σύγχρονης εποχής, όπου αξίες και θεσμοί καταρρέουν, ενώ οι δημοσιογράφοι δεν πρέπει να μείνουν αμέτοχοι, αλλά να αποκτήσουν έναν ενεργό ρόλο στην όλη προσπάθεια, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην αντιμετώπιση φαινομένων, με μια πρώτη έμφαση -θα έλεγα- σε ζητήματα νεανικής παραβατικότητας, λόγω της μεγάλης επιρροής στους νέους, καθώς και καθημερινής χρήσης των μέσων από τους νέους.

Επιχειρώντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή σχετικά με την έννοια της αντεγκληματικής πολιτικής, ώστε να καταστεί πιο κατανοητός ο σημαίνων ρόλος της, πρέπει να αναφέρω ότι ο Feuerbach όρισε την αντεγκληματική πολιτική στο βιβλίο του Manuel Le droit penal, το 1803, ως “το σύνολο των κατασταλτικών διαδικασιών μέσω των οποίων το κράτος αντιδρά στο έγκλημα”.

Σε εισήγηση του Συμβουλίου της Ευρώπης, η αντεγκληματική πολιτική ορίζεται ως “το σύνολο των μέτρων που τείνουν στην προστασία της κοινωνίας από την εγκληματικότητα, στη φροντίδα για την μελλοντική εξέλιξη του εγκληματία και τη διασφάλιση των δικαιώματων του θύματος”. Όπως καθίσταται εμφανές από τις προσπάθειες ορισμού της έννοιας, πρόκειται για μια πολυσύνθετη έννοια που μεταβάλλεται αναλόγως της μεταβολής του φαινομένου.

Ας εξετάσουμε όμως, εν συντομία, πώς αντιμετωπίστηκε το εγκληματικό φαινόμενο στην πάροδο των χρόνων. Είναι αξιοσημείωτο ότι για πολλούς αιώνες το εγκληματικό φαινόμενο αντιμετωπίστηκε βάσει άγραφων ηθών, κανόνων της φυλής, φυλετικό εθιμικό δίκαιο. Στην αρχαία Ελλάδα ο Δράκων (7ος αι. π.Χ) με τα γνωστά σε όλους μας “δρακόντεια μέτρα” καταργείται, μεταξύ άλλων, η αυτοδικία και καθορίζεται η διάκριση ανάμεσα σε ακούσια κι εκούσια ανθρωποκτονία.

Η εξέλιξη του θεσμού της φυλακής, ως θεσμού με διττό σκόπο (γενικοπροληπτικό και ειδικοπροληπτικό), θα αποτελέσει αντικείμενο ανάλυσης σε επόμενο άρθρο μου, γιατί είναι σίγουρα ένα μεγάλο “κεφάλαιο” στην ιστορία των ποινών, ενώ η εξελικτική της πορεία με έχει απασχολήσει στο βιβλίο μου Φυλακή και Γλώσσα.

Όσον αφορά τις βασικές θεωρίες σχετικά με τη γένεση του εγκλήματος -επομένως και της αντιμετώπισής του- μπορούν σχηματικά να συνοψιστούν στα ακόλουθα: πρώτον, ατομοκεντρική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία το έγκλημα είναι απόρροια των ιδιότυπων ατομικών χαρακτηριστικών του εγκληματία -βιολογικών και ψυχοπαθολογικών-. Στόχος αυτής της προσέγγισης είναι η μεταβολή της προσωπικότητας του εγκληματία ή αχρήστευσή του μέσω εγκλεισμού. Να σημειώσω εδώ ότι η έννοια της “μεταβολής της προσωπικότητας” έχει αποτελέσει έναν θεμελιώδη στόχο της αντεγκληματικής πολιτικής, αλλά την ίδια στιγμή έχει αμφισβητηθεί τόσο η ουσία της όσο και ο σκοπός της.

Δεύτερον, η κοινωνιοκεντρική προσέγγιση που θεωρεί ότι η εγκληματογένεση είναι αποτέλεσμα του κοινωνικού περιβάλλοντος και ο εγκληματίας αντιμετωπίζεται ως ιδιότυπη κοινωνική περίπτωση, ενώ κοινωνικές παροχές και μέτρα για την καταπολέμηση φαινομένων που εκλαμβάνονται ως πρωταρχικοί παράγοντες που οδηγούν στο έγκλημα (π.χ. φτώχεια κι ανεργία) λαμβάνονται. Τρίτον, οι θεωρίες που επικεντρώνονται στην κοινωνική αντίδραση απέναντι στο έγκλημα και τον εγκληματία, υποστηρίζοντας ότι δεν υφίσταται καμία διαφορά ανάμεσα στο δράστη και μη δράστη, παρά μόνο η εμπλοκή με τους φορείς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου του εγκλήματος. Στην περίπτωση αυτή η αντεγκληματική πολιτική στρέφεται σε αποποινικοποιήσεις κσι ανάληψη μέτρων που αποσκοπούν στη μείωση των συστηματικών επιδράσεων του ποινικού συστήματος.

Να υπογραμμίσω ότι η σύγχρονη τάση που επικρατεί για την “εγκληματογένεση” είναι πολυπαραγοντική, δίνοντας έμφαση σε πλήθος παραγόντων (κοινωνικών, οικονομικών, βιολογικών, ψυχο-παθολογικών) που δύναται να οδηγήσουν σε εγκληματικές πράξεις. Επομένως, το έγκλημα και το φαινόμενο της εγκληματικότητας πρέπει να προσεγγίζεται από όλες τις πλευρές και τις διαστάσεις του.

Οι αστυνομικοί συντάκτες, ως “δίαυλοι ενημέρωσης”, οφείλουν με τη σειρά τους να γνωρίζουν τις εξελίξεις που αφορούν το φαινόμενο της εγκληματικότητας και να υιοθετούν κριτική στάση, εμβαθύνοντας περισσότερο σε κάθε υπόθεση εγκληματολογικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν στα ρεπορτάζ τους. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό απαιτείται μελέτη και καταγραφή της άποψης έγκριτων επιστημόνων, γιατί όπως μπορείτε να διαπιστώσετε από τα προαναφερθέντα το ζήτημα είναι πολυσύνθετο και πολυδιάστατο.

Σημείωση: Πολύτιμα στοιχεία για τις τάσεις αντεγκληματικής πολιτικής αντλούνται από την διπλωματική εργασία της κ. Αναστασίας Χαλκιά (2007- Επιβλέπων Καθηγητής: Ι.Φαρσεδάκης), Τάσεις της Σύγχρονης Αντεγκληματικής Πολιτικής Διεθνώς και στην Ελλάδα. Κριτική Προσέγγιση, Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία
Mireile, D. (2005-απόδοση Χ. Ζαραφωνίτου), Πρότυπα και Τάσεις Αντεγκληματικής Πολιτικής, Αθήνα:Νομική Βιβλιοθήκη.
Αντωνοπούλου, Α. (2010), Σύγχρονες Τάσεις Αντεγκληματικής Πολιτικής: Η πολιτική της μηδενικής ανοχής και τα μέτρα διαχείρισης κρίσεων, Αθήνα: Σάκκουλας.

1 Comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

“Δεν υπάρχει έγκλημα, μόνον εγκληματίες”

” Δεν υπάρχει έγκλημα. Μόνον εγκληματίες για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης”. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήξαμε σήμερα με τους φοιτητές του ΕΜΜΕ αναλύοντας τον τρόπο κάλυψης των εγκληματικών νέων από τα μίντια. Η έμφαση δίνεται μόνο στο πρόσωπο. Το έγκλημα παρουσιάζεται ως θέαμα. Το φαινόμενο της εγκληματικότητας δεν αποτελεί αντικείμενο εμβάθυνσης, δεν ερμηνεύεται και δεν αναλύεται.

Μπροστά μας “ξεδιπλώνονται” εγκληματικά νέα χωρίς βαθύτερη ερμηνεία, με αποτέλεσμα να αδυνατεί το κοινό να αποκωδικοποιήσει τα μιντιακά μηνύματα σχετικά με το έγκλημα και το φαινόμενο της εγκληματικότητας, εάν δεν έχει τις ειδικές νομικές και εγκληματολογικές γνώσεις να “διαβάσει” τα crime news.

Επίσης, τις περισσότερες φορές το τεκμήριο της αθωότητας παραβιάζεται, το οποίο τονίζω για πολλοστή φορά ότι είναι απαραβίαστο μέχρι να τελεσιδικήσει το δικαστήριο, ακόμα κι αν το άτομο ομολογήσει την  πράξη του. Επειδή ακριβώς η ομολογία μπορεί να είναι αποτέλεσμα πίεσης, ή προσπάθειας κάλυψης των πραγματικών ενοχών ή -βάσει πολλών περιπτώσεων που έχουν καταγραφεί- προσπάθειας να κερδίσει το άτομο τα 15 λεπτά δημοσιότητας που αναλογούν στον καθένα μας, σύμφωνα με τον Άντι Γουόρχολ, ο αστυνομικός και δικαστικός συντάκτης οφείλουν να σεβαστούν και να μιλήσουν για “φερόμενο δράστη” χωρίς να στοχοποιήσουν το φερόμενο δράστη και, ασφαλώς, χωρίς να στιγματίσουν το θύμα. Ο στιγματισμός του θύματος είναι, επίσης, μια τεράστια “παγίδα” στην οποία εύκολα πέφτουν τα μίντια, θυματοποιώντας εκ νέου το θύμα, φωτογραφίζοντάς το και αποκαλύπτοντας ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Ακόμα και σε περιπτώσεις θυματοποίησης ανηλίκων, όπου θα έπρεπε να υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθησία.

Πολύ θετικό στοιχείο που προέκυψε από τη συζήτηση με τους φοιτητές είναι η ανάγκη να αναπτυχθεί και στη χώρα μας η “δημοσιογραφική έρευνα”.  Ειδικά, όσον αφορά το αστυνομικό ρεπορτάζ απαιτείται ουσιαστική έρευνα. Αυτό σημαίνει ότι ο αστυνομικός συντάκτης οφείλει να επισκεφτεί τον “τόπο του εγκλήματος”/ crime scene, γιατί πάντα ο τόπος “λέει”πολλά και δύναται να “κρύβει μυστικά”. Επίσης, να αναζητήσει μαρτυρίες, να μιλήσει με ειδικούς επιστήμονες ώστε να κατανοήσει τα βαθύτερα αίτια του εγκλήματος και να απεικονίσει το ψυχο-εγκληματικό προφίλ του φερόμενου ως δράστη, να ψάξει στοιχεία που έχει στη διάθεσή του περισσότερο και να μην περιοριστεί μόνο στις αναφορές και πληροφορίες της αστυνομίας. Ο αστυνομικός συντάκτης δεν είναι ούτε “παπαγαλάκι” ούτε, από την άλλη πλευρά, απονεμητής της δικαιοσύνης. Δεν έχει ούτε τις γνώσεις, ούτε τη θέση να καταδικάζει ή να αθωώνει, να κατασκευάζει θύματα και ενόχους, ή να αποδίδει επιλεκτικά ευθύνες.

Η “εύκολη” λύση ασφαλώς είναι να αναπαραχθούν από τα μίντια πάσης φύσεως στερεότυπα που υποκρύπτουν φυλετικό και πολιτισμικό ρατσισμό. Η δύσκολη λύση είναι να ανοίξει μια συζήτηση για την αντεγκληματική πολιτική, τον τρόπο άσκησης της, αλλά και να αναζητηθούν απαντήσεις σε “σκοτεινά” ερωτήματα που μένουν στην αφάνεια.

Κλείνοντας, να υπογραμμίσω ότι “έγκλημα” δεν είναι μόνο το βίαιο έγκλημα που υπερπροβάλλεται από τα ΜΜΕ, αλλά υπάρχουν πολλές άλλες σοβαρές μορφές εγκληματικότητας που παραμένουν στην αφάνεια ή επιλεκτικά μόνο μας απασχολούν, όπως τα χαρακτηριζόμενα από την εγκληματολογική έρευνα “εγκλήματα του λευκού κολάρου”, δηλαδή οικονομικά εγκλήματα τα οποία έχουν διαπραχθεί από υψηλόβαθμα στελέχη πολυεθνικών ή άτομα που ανήκουν σε ανώτερα οικονομικά και κοινωνικά στρώματα. Η συλλογική βλάβη και όχι μόνον η ατομική παθογένεια και η προσωπική ιστορία πρέπει να απασχολήσουν, εξίσου, το αστυνομικό ρεπορτάζ. Γιατί πίσω από τις ιστορίες που αφορούν ευρύτερα τμήματα πληθυσμού (συλλογική βλάβη) υπάρχει συχνά και πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον….

Η νέα γενιά δημοσιογράφων έχει, σίγουρα, πολλά καινούργια πράγματα να δώσει στο ρεπορτάζ, γιατί αμφισβητεί και η ίδια πλέον τα κακώς κείμενα αλλά και γιατί αρχίζει να αποκτά τη θεμελιώδη γνώση, προκειμένου να δώσει νέα ώθηση στο ρεπορτάζ. Την επόμενη Παρασκευή περιμένω με ανυπομονησία την παρουσίαση των εργασιών των φοιτητών για το αστυνομικό ρεπορτάζ, ώστε να δούμε και στην πράξη τι πρεσβεύει η νέα γενιά και τι συγκεκριμένες αλλαγές έχει να προτείνει στον τρόπο σύνταξης του αστυνομικού ρεπορτάζ.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Υπόθεση δολοφονίας Κώστα Πολύζου και το ψυχο-εγκληματικό προφίλ γυναικών που δολοφονούν τα παιδιά τους

Σύμφωνα με πρόσφατα στατιστικά στοιχεία της αστυνομίας, η γυναικεία παραβατικότητα στη χώρα μας, η οποία βρισκόταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, παρουσιάζει σημαντική αύξηση. Άξιο επισημάνσεως είναι ότι η συγκεκριμένη αύξηση αφορά και εγκλήματα βιαιότητας, όπως ανθρωποκτονίες, στις οποίες παραδοσιακά οι γυναίκες δεν εμπλέκονταν. Αυτό αποτελεί ένα στοιχείο που οφείλει να αξιολογηθεί ερευνητικά και να μελετηθεί περαιτέρω, σε συνάρτηση με την γενικότερη κοινωνική και οικονομική κρίση.

Η υπόθεση δολοφονίας του νεαρού Κώστα Πολύζου, η οποία εξιχνιάστηκε πριν από λίγες εβδομάδες μπορεί να θεωρηθεί ως μια υπόθεση “ακραίας εγκληματικότητας” δεδομένου ότι το έγκλημα ήταν ειδεχθές,ενώ η ίδια η μητέρα και ο πατριός του νεαρού φέρονται ως οι δράστες του εγκλήματος. Αναμφίβολα, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον η απεικόνιση του ψυχο-εγκληματικού προφίλ της μάνας που φτάνει στο σημείο να δολοφονήσει το ίδιο της το παιδί.

Η έρευνα σε εθνικό και διεθνές επίπεδο σχετικά με το προφίλ γυναικών που δολοφονούν τα παιδιά τους εντοπίζει ως κύριο κίνητρο της εγκληματικής τους δράσης την προσπάθειά των μητέρων να τα “λυτρώσουν” από έναν πραγματικό ή εικονικό πόνο. Λειτουργούν ως το “χέρι της θείας δίκης”, αναλαμβάνοντας να παίξουν το ρόλο του Θεού, Τον οποίο μάλιστα συχνά επικαλούνται. Ο κύριος σκοπός τους με τη διάπραξη του εγκλήματος είναι να διορθώσουν μια “αδικία της φύσης”, γιατί σύμφωνα με την δική τους κοσμοθεωρία το παιδί που υποφέρει από κάποιο σωματικό πόνο ή αντιμετωπίζει κάποια ψυχολογική διαταραχή ή ψυχιατρική ασθένεια δεν πρέπει να ζει, βάσει της λογικής ότι και το ίδιο υποφέρει, αλλά και αποτελεί “στίγμα” για την οικογένειά του. Στοιχεία που, ωστόσο, απουσιάζουν εντελώς από την παραπάνω υπόθεση. Εδώ φέρεται να έχουμε μια κυνική δολοφονία, με οικονομικές σκοπιμότητες.

Σε έρευνα που είχα πραγματοποιήσει στο παρελθόν στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, στο πλαίσιο της οποίας είχα προβεί σε συσχετισμό της Φόνισσας,της μυθιστορηματικής μορφής του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη με πραγματικές γυναικείες ψυχο-εγκληματικές μορφές, είχα εντοπίσει τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές παραδείγματα που έχουν ως κύριο κίνητρο εγκληματικής δράσης τη “λύτρωση από τον πόνο”.

Ενδεικτικά αναφέρω τις ακόλουθες περιπτώσεις: μια 53χρονη βρετανίδα μητέρα συγκλόνισε την κοινή γνώμη όταν δολοφόνησε και τα δύο σωματικά και πνευματικά ανάπηρα παιδιά της. Η μέθοδος τέλεσης του εγκλήματος ειδεχθής: τους έριξε μεγάλη ποσότητα υπνωτικού στο φαγητό τους και αφού αποκοιμήθηκαν τα έπνιξε με το μαξιλάρι. Το αξιοσημείωτο της υπόθεσης είναι ότι η εν λόγω μητέρα προέβη στη διπλή δολοφονία μετά από 23 ολόκληρα χρόνια συνεχούς φροντίδας και αυταπάρνησης. Όπως η ίδια δήλωσε με το τέλος της δικαστικής διαδικασίας που την καταδίκασε σε 3 χρόνια περιορισμό: “Τη νύχτα της 20ης Οκτωβρίου του 1999 είχα φτάσει σε σημείο κατάρρευσης. Πίστευα όλα αυτά τα χρόνια ότι ήμουν δυνατή, αλλά πια είχα καταρρεύσει”.

Στις 2/07/2011 ενημερωθήκαμε από τα μίντια ότι μία 50χρονη γυναίκα, μητέρα συνολικά τεσσάρων παιδιών, στραγγάλισε τον 11χρονο γιο της με μία ζώνη, για να τον προστατεύσει όπως είπε από τον κοινωνικό ρατσισμό, επειδή ήταν αυτιστικός. Στην ομολογία της στο δικαστήριο δήλωσε τα εξής: “Γελούσε τη στιγμή που τον σκότωνα. Τότε κατάλαβα ότι ήταν ευτυχισμένος. Έπρεπε να το κάνω. Στον παράδεισο θα σταματήσει να είναι δακτυλοδεικτούμενος. Τον σκότωσα γιατί φοβόμουν για το ποιος θα τον φρόντιζε”. Η 50χρονη γυναίκα μετά την πράξη της προσπάθησε να βάλει τέλος στη ζωή της, κόβοντας της φλέβες της. Το δικαστήριο αποφάσισε να την αφήσει ελεύθερη, καθώς έκρινε ότι είναι ψυχικά άρρωστη.

Επίσης, παγκοσμίως καταγράφονται περιπτώσεις γυναικών που σκοτώνουν απολύτως υγιή παιδιά, για να τα “γλιτώσουν”, πάλι όπως οι ίδιες πιστεύουν, από κάποια “ατιμία”. Σύνηθες παράδειγμα αποτελούν οι μητέρες –κυρίως σε κλειστές κοινωνίες- που σκοτώνουν τις ανύπαντρες κόρες τους που περιμένουν παιδί. Στην Ηλεία μία μάνα δηλητηρίασε την μόλις 21 έτους ανύπαντρη έγκυο κόρη της, με τη δικαιολογία: “Έχω δύο ακόμα ανύπαντρα κορίτσια και δεν θα δεχόταν κανείς να τα παντρευτεί, αφού προέρχονται από μία ατιμασμένη οικογένεια. Έπρεπε να ξεπλύνω την ντροπή και ζητώ η κοινωνία και ο Θεός να με συγχωρέσουν”.

Στις 12 Απριλίου του 1997 μία κοπέλα 19 ετών έγινε μητέρα χωρίς τη θέλησή της. Τα συναισθήματα ενοχής, ντροπής και φόβου για την αντίδραση των γονιών της και την κοινωνική κατακραυγή υπερίσχυσαν της μητρικής αγάπης και την οδήγησαν στην παιδοκτονία. Μόνη της έφερε στον κόσμο το παιδί της, το οποίο γέννησε στο μπάνιο του σπιτιού της και αφού έκοψε πρόχειρα μ’ ένα ψαλίδι τον ομφάλιο λώρο πέταξε το νεογέννητο κοριτσάκι της στο φωταγωγό της πολυκατοικίας.

Μία άλλη συγκλονιστική περίπτωση που διαδραματίστηκε στην Αθήνα αφορά μία 42χρονη μάνα δύο παιδιών, ενός αγοριού και ενός κοριτσιού, από την Τασκένδη. Σκότωσε την μόλις 15 ετών κόρη της, με τη δικαιολογία: “Ήταν ατίθασο παιδί. Όλο προβλήματα προκαλούσε. Δεν με άντεχε και εγώ δεν άντεχα άλλο. Είχε πάρει τον κακό δρόμο. Αργούσε να επιστρέψει τα βράδια σπίτι και εγώ δεν μπορούσα να την τραβήξω από τις παρέες”.

Η μέθοδος που χρησιμοποιείται, κατά κανόνα, σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ο πνιγμός ή η δηλητηρίαση. Άξιο επισημάνσεως είναι ότι αυτές οι γυναίκες συχνά έχουν ανώτερο κοινωνικο-οικονομικό και μορφωτικό επίπεδο. Αυτό που κατ’ ουσίαν συμβαίνει είναι ότι έχουν εσωτερικεύσει στο μέγιστο βαθμό κοινωνικά στερεότυπα άκρως συντηρητικά, όπως π.χ. ότι ένα παιδί με ειδικές ικανότητες ή ένα παιδί εκτός γάμου είναι στίγμα για την οικογένειά του. Η ζωή των γυναικών που προβαίνουν σε τέτοιες αποτρόπαιες πράξεις καθορίζεται απόλυτα από τον ασφυκτικό κλοιό των “μη” και “πρέπει” που επιβάλλει η κοινωνία. Οπότε, όσο παράδοξο κι φαίνεται, επιλέγουν το θάνατο από μία ζωή “ατιμασμένη”, όπως εκείνες την θεωρούν. Δυστυχώς, ανάλογες υποθέσεις λαμβάνουν χώρα συχνά και το ερώτημα που τίθεται είναι ποια είναι η ευθύνη της κοινωνίας και ο ρόλος της οργανωμένης Πολιτείας στον τομέα της πρόληψης και στο πλαίσιο της αντεγκληματικής πολιτικής που πρέπει να ασκείται από τους εγκληματολόγους.

Ωστόσο, η υπόθεση Πολύζου είναι πολύ διαφορετική. Η φερόμενη ως δράστιδα μητέρα δεν επιδιώκει να απαλλάξει το παιδί της από κάποιο σωματικό ή ψυχικό πόνο, αλλά μέσα από το θάνατό του επιδιώκει να κερδίσει η ίδια τα μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη. Το γεγονός αυτό προβληματίζει έντονα και προκαλεί ερωτηματικά για την ψυχοσύνθεση της γυναίκας αυτής που φέρεται να δολοφόνησε το ίδιο της το παιδί για οικονομικούς λόγους.

Επίσης, το παραπάνω έγκλημα, θα έλεγα, ότι δυστυχώς “εγκαινιάζει” μια νέα εποχή στην εγκληματικότητα στη χώρα μας, δεδομένου ότι ενώ η οικογένεια αποτελούσε πάντα τον πυρήνα και το θεμέλιο της ελληνικής κοινωνίας, πλέον βλέπουμε να σπάει αυτός ο συνεκτικό δεσμός και μια μητέρα να διαπράττει ένα στυγερό έγκλημα εις βάρος του παιδιού της. Ένα έγκλημα, μάλιστα, που για χρόνια προσπαθούσε να καλύψει με κάθε τρόπο.

Αναμφίβολα, πρόκειται για μια σοβαρή υπόθεση, την έκβαση της οποίας θα παρακολουθήσουμε.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Κοινωνικά

Αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ: πώς η θεωρία “συναντά” την πράξη

Με το σημερινό μου κείμενο, θα ήθελα να υπενθυμίσω στις φίλες και τους φίλους της σελίδας που ασχολούνται με το αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ ή ετοιμάζονται να ασχοληθούν επαγγελματικά με το χώρο ότι το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που έχω αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο πλαίσιο των συμπληρωματικής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης προγραμμάτων, με Ακαδημ.Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Γιάννη Πανούση, εξακολουθεί να διατίθεται από το Πανεπιστήμιο.

Το πρόγραμμα “Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ” παρέχει στους εκπαιδευόμενους τη δυνατότητα να εμβαθύνουν στο αντικείμενο της εγκληματολογίας, της νομικής και εγκληματολογικής ορολογίας, της απεικόνισης του ψυχο-εγκληματικού προφίλ των δραστών εγκληματικών ενεργειών, όπως και παρέχει γνώση και ανάλυση των πολύκροτων εγκληματικών υποθέσεων που συντάραξαν την ελληνική κοινωνία και απασχόλησαν εκτενώς το αστυνομικό ρεπορτάζ. Κύριος στόχος μας είναι ο εκπαιδευόμενος να μπορέσει να συντάξει ένα ολοκληρωμένο και τεκμηριωμένο ρεπορτάζ που θα αποτυπώνει με ακρίβεια και σαφήνεια το προφίλ του δράστη και του θύματος, θα φέρνει στο φως τα κύρια αίτια της εγκληματικής ενέργειας και θα παρουσιάζει ολοκληρωμένα, τεκμηριωμένα και το κυριότερο σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και τη δημοσιογραφική δεοντολογία, το έγκλημα, το φερόμενο ως δράστη ή το δράστη εάν και εφόσον έχει αποδειχθεί η πράξη του, το θύμα/ τα θύματα.

Είναι σημαντικό να τονίσω ότι από το 2014 που ασχολούμαι με το e-learning λαμβάνω θετικά μηνύματα από τους εκπαιδευόμενους και παρακολουθώ στενά την πρόοδό τους. Εχθές, μάλιστα, όπου έγραψα το κείμενο για τους θετικούς ανθρώπους και το χαμόγελο στη ζωή μας, έλαβα ένα συγκινητικό μήνυμα από μια εκπαιδευόμενη, στο οποίο μου ανέφερε ότι είναι δέκα χρόνια δημοσιογράφος και βλέπει βελτίωση στα ρεπορτάζ της από τη γνώση που έχει αποκομίσει μέσα από το εκπαιδευτικό μας πρόγραμμα. Θεώρησα πολύ σημαντικό το συγκεκριμένο μήνυμα, γιατί η θεωρία πάντοτε πρέπει να συνδυάζεται αρμονικά με την πράξη και να μην είναι αντίπαλες. Αυτό θα έλεγα ότι υπήρξε και ένα προσωπικό “στοίχημα” για μένα, μέσα από τα εν λόγω εκπαιδευτικά προγράμματα. Να προσφέρουμε, δηλαδή, στους εκπαιδευόμενους πολύτιμη γνώση για το αντικείμενο “Μίντια και Έγκλημα”, αλλά αυτή η γνώση να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο ρεπορτάζ τους με τέτοιο τρόπο που θα κερδίσει το ενδιαφέρον του κοινού και ταυτόχρονα θα προσφέρει στο ευρύ κοινό που δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις στο αντικείμενο πραγματική ενημέρωση: τεκμηριωμένη και ολοκληρωμένη, βασισμένη στα γεγονότα και όχι στη μυθοπλασία και αναδεικνύοντας την ουσία της κάθε υπόθεσης και το κοινωνικό μήνυμα που συνήθως “εκπέμπεται” μέσα από τη διάπραξη ακραίων εγκληματικών ενεργειών.

Η θεωρητική γνώση είναι δύναμη για το δημοσιογράφο, σε αντίθεση με όλα όσα πρεσβεύουν κάποιοι ότι μόνον η εμπειρία “κάνει” το δημοσιογράφο. Αναμφίβολα, σε κάθε επάγγελμα η αποκτηθείσα πείρα είναι σπουδαία, αλλά για να μπορέσει, για παράδειγμα, ένας χειρουργός να πραγματοποιήσει μια επιτυχημένη επέμβαση, οφείλει να έχει πολύ γερή θεωρητική γνώση. Κατ’ αντιστοιχία, και ο αστυνομικός και δικαστικός συντάκτης πρέπει να κατέχουν άριστα το αντικείμενό τους, τους σχετικούς νόμους, την ορολογία, τις βασικές έννοιες, ώστε να συντάσσουν ένα πλήρες και τεκμηριωμένο ρεπορτάζ. Αλλιώς, το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ σε αυτούς τους νευραλγικούς τομείς δεν θα αναπτυχθεί, όπως θα μπορούσε.

Όπως έχω αναφέρει και σε παλαιότερο κείμενό μου, το επίπεδο των εκπαιδευόμενων στα εκπαιδευτικά μας προγράμματα είναι υψηλό, στοιχείο που “γεννά” πολλές ελπίδες και προσδοκίες για την πορεία της δημοσιογραφίας. Και στο σημείο αυτό, θα ήθελα να κάνω μια επισήμανση. Πλέον, μεγάλος αριθμός δημοσιογράφων εφοδιάζεται με πολύ ισχυρά εφόδια, και έχει ένα υψηλότατο επίπεδο γνώσεων και κατάρτισης. Αξιολογώντας στο πλαίσιο του e-learning τα κείμενα/αρθα/ρεπορτάζ που μου στέλνουν οι εκπαιδευόμενοι, βρίσκω και “διαμαντάκια” δημοσιογραφίας. Άρτιος δομημένος λόγος και μια εξαιρετική ανάλυση της εγκληματικής ενέργειας, με τρόπο απλό και κατανοητό, ώστε το ευρύ κοινό να αντιληφθεί την ουσία και τις βαθύτερες προεκτάσεις και διαστάσεις της.

Επομένως, είναι στο χέρι των ιδιοκτητών των μέσων και των επικεφαλής να δώσουν την ευκαιρία στους αστυνομικούς και δικαστικούς συντάκτες που κατέχουν άριστα το θέμα τους να ξεχωρίσουν, γιατί αυτοί οι συντάκτες μπορούν να προσφέρουν σημαντικά πράγματα στο χώρο της δημοσιογραφικής έρευνας. Είναι κρίμα, στο πλαίσιο μιας εποχής με τέτοια εξειδίκευση, να διαπράττονται από τους αστυνομικούς συντάκτες λανθασμένες προσεγγίσεις, να χρησιμοποιείται λανθασμένα η νομική και εγκληματολογική ορολογία και να παραβιάζεται συνεχώς το τεκμήριο της αθωότητας αλλά και όλες οι αρχές του κώδικα δημοσιογραφικής δεοντολογίας, γεγονός που προκαλεί συχνά έντονες αντιδράσεις απο την πλευρά του κοινού που παύει να εμπιστεύεται, συλλήβδην, τον δημοσιογραφικό κόσμο. Πλέον, υπάρχουν καταρτισμένοι δημοσιογράφοι, οι οποίοι αξίζει να βγουν στο προσκήνιο και να δώσουν νέα “πνοή” στο χώρο.

Κλείνοντας, θέλω να τονίσω ότι έχω γράψει το εκπαιδευτικό προγράμμα “Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ” με πολύ μεγάλη αγάπη και σεβασμό στους ανθρώπους που αφιερώνουν χρόνο και χρήματα για να το παρακολουθήσουν και γι’ αυτό πιστεύω πολύ σε αυτό το πρόγραμμα. Σε όλη τη διάρκεια της συγγραφής, ένιωθα, ασφαλώς, τεράστια ασφάλεια λόγω του γεγονότος ότι Ακαδημ. Υπεύθυνος ήταν ο κορυφαίος στο συγκεκριμένο αντικείμενο, Καθηγητής Εγκληματολογίας, κ. Γιάννης Πανούσης, ο οποίος με καθοδήγησε με τον καλύτερο τρόπο και ηταν, σε κάθε στιγμή, ουσιαστικά δίπλα μου σε αυτό το σπουδαίο εγχείρημα.

Εύχομαι καλή συνέχεια σε όλους τους εκπαιδευόμενους και, κυρίως, να τολμήσουν να αξιοποιήσουν τη θεωρητική γνώση στο ρεπορταζ τους, μέσα στα πλαίσια ασφαλώς του δημοσιογραφικού κειμένου και του δημοσιογραφικού λόγου, γιατί έτσι είμαι σίγουρη ότι θα δούμε πολύ καλά ρεπορτάζ στο μέλλον και θα αναδειχθούν σημαντικοί αστυνομικοί και δικαστικοί συντάκτες.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Εκπαιδευτικά, Ζητήματα Κοινωνικά