Tag Archives: Έγκλημα και τιμωρία: ο «εγκληματικός» νους και οι ανθρώπινες κοινωνίες

Καταγραφή ποινικής δίκης-Κλοπή κατά συρροή

Παρουσίαση της νέας μας δράσης. Βλ. σχετικά https://aggelikikardara.wordpress.com/2018/08/09/καταγραφή-ποινικών-δικών/

Καταγραφή ποινικών δικών. Ερευνήτρια: Μαρία Πατρώνα. Η έρευνα διεξήχθη το έτος 2008, στο μάθημα “Αντεγκληματικη πολιτικη” στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με Επιβλέποντα τον Ομ.Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Αντώνη Μαγγανά.

Ένα πολύτιμο υλικό που μου έστειλε ο Καθηγητής, με ιδιαίτερη χρησιμότητα για τους ερευνητές που ασχολούνται με το εγκληματικό φαινόμενο, αλλά και για τους δικαστικούς συντάκτες που παρακολουθούν, καταγράφουν τις εξελίξεις και ενημερώνουν το ευρύ κοινό για δίκες υψηλού ενδιαφέροντος. Να σημειώσω ότι έχουν αφαιρεθεί όλα τα αναγνωριστικά στοιχεία, για λόγους δεοντολογίας.

Ακολουθεί η περιγραφή της ποινικής δίκης από την ερευνήτρια και στη συνέχεια προχωρώ σε μια σύντομη ανάλυση και σχολιασμό.

Ποινική Δίκη – Κλοπή κατά συρροή

“Την (αναφορά σε ακριβή ημερομηνία) εκδικάστηκε στο (…) η υπόθεση της κλοπής κατά συρροή με κατηγορούμενους 5 άτομα: τον (…) και τον (…), τη (συγγενή) αυτών (…) τη (συγγενή) του (…), και τον (…).

Οι τρεις άνδρες κατηγορούμενοι ηλικίας (…), η μία γυναίκα ηλικίας (…) και η δεύτερη γυναίκα (…), όλοι (…) υπηκοότητας κατηγορούνται για 137 κλοπές στις περιοχές (…) κατά το έτος (…).

Στη δίκη κατέθεσαν 78 μάρτυρες κατηγορίας και δύο μάρτυρες υπεράσπισης. Για λόγους οικονομίας δεν θα καταγράψω και τις 78 καταθέσεις. Θα παραθέσω τις πιο σημαντικές για την εξέλιξη της υπόθεσης και τις υπόλοιπες θα τις «ομαδοποιήσω» σύμφωνα με τα κοινά τους χαρακτηριστικά (τα κοινά γεγονότα δηλαδή).

Η δίκη ξεκινά στις 12.00 η ώρα. Πιο πριν εξετάζονταν άλλες υποθέσεις. Τους κατηγορούμενους τους φέρνουν αστυνομικοί από τις φυλακές Κορυδαλλού. Απούσα είναι η (…), η οποία είναι ελεύθερη με περιοριστικούς όρους.

Το δικαστήριο αποτελείται από την εισαγγελέα, τους τρεις εφέτες (εκ των οποίων ο ένας είναι ο Πρόεδρος) και τη γραμματέα.

(…)

Η δίκη αρχίζει. Επειδή όπως προανέφερα οι κατηγορούμενοι δεν είναι Έλληνες, υπάρχει διερμηνέας. Η διερμηνέας ορκίζεται ότι θα μεταφράζει την αλήθεια.
Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας είναι ένας αστυνομικός ασφάλειας του τμήματος (…). Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι το καλοκαίρι του (…) υπήρχε έξαρση κλοπών στις περιοχές (…), (…), (…) και (…). Εκείνος έτυχε να κάνει περιπολίες στην οδό (…), όπου είδε τον (…) και τον (..) να κρατούν μαντήλια στα χέρια και ένα τσαντάκι (το οποίο περιείχε κάβο και κατσαβίδι) και να επιβαίνουν σε ένα σκούρο αυτοκίνητο. Δεν θυμάται πολλές λεπτομέρειες. Έγινε έρευνα πάντως στο σπίτι τους και βρέθηκαν χρυσαφικά από προηγούμενες κλοπές καθώς κάποιοι από τους παθόντες αναγνώρισαν τα κλοπιμαία και χρηματικό ποσό.

Όσον αφορά τη μία γυναίκα, αυτή γνώριζε ότι τα χρυσαφικά ήταν κλοπιμαία. Δύο άνδρες συμμετείχαν. Εκείνη την περίοδο είχε υπάρξει μεγάλος αριθμός κλοπών. Σε κάποια σπίτια βρέθηκαν τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα. Ωστόσο συνδέονται και με άλλες κλοπές εξαιτίας της ώρας που δρούσαν, 10.30-12.30 το πρωί και του τρόπου που παραβίαζαν την πόρτα, με τηλεκάρτα ή με κάβουρα δηλαδή. Δεν γνωρίζει πως ο (τρίτος άνδρας) εμπλέκεται. Όταν συνελήφθησαν, δεν δέχτηκαν τις πράξεις τους και δεν ήταν πρόθυμοι να οδηγήσουν τους αστυνομικούς στο σπίτι. Κάτι άλλο που γνωρίζει είναι πως την ώρα της δράσης τους ανέβαιναν με τις σκάλες και έκαναν ότι μοιράζουν φυλλάδια. Κάπως έτσι ανέβαιναν στα διαμερίσματα.

Στη συνήγορο πολιτικής αγωγής λέει πως μετά τη σύλληψή τους μειώθηκαν οι κλοπές. Επίσης ότι συνελήφθησαν ως αυτόφωρο.

(…)

Τον λόγο έχει ο συνήγορος υπεράσπισης. Ο αστυνομικός απαντά στις ερωτήσεις του συνηγόρου λέγοντας ότι συνελήφθησαν και άλλοι κατηγορούμενοι για τις κλοπές αφού συνήθως δεν υπήρχαν δακτυλικά αποτυπώματα. Επίσης η πινακίδα του αυτοκινήτου ήταν ξυσμένη, όχι αλλαγμένη. Ο συνήγορος τον ρωτά εάν το τμήμα διαρρήξεων πέρα από τα κλοπιμαία έχει άλλα στοιχεία που να αποδεικνύουν την ενοχή. Ο αστυνομικός του λέει πως είπε ότι γνωρίζει.

(…)

Ο συνήγορος αναφέρει στο δικαστήριο πως οι κατηγορούμενοι είναι τοξικομανείς σε έσχατο βαθμό. Ομολογούν ότι κάποιες από τις κλοπές τις έκαναν για να εξασφαλίσουν τη δόση τους. Ακούγοντας αυτά οι παθόντες αρχίζουν να φωνάζουν.

(…)
Φωνάζουν τον δεύτερο μάρτυρα. Είναι αστυνομικός και καταθέτει ότι οι κλοπές γίνονταν σε περιοχές των (..) προαστίων και κυρίως (…).

(…)

Στο τσαντάκι που είχαν ο (…) και ο (…) βρέθηκαν μαντήλια, διαρρηκτικά εργαλεία, όπως τηλεκάρτες για τις ξεκλειδωμένες πόρτες και κατσαβίδι για τις πόρτες που ήταν κλειδωμένες. Οι κατηγορούμενοι δήλωσαν, επίσης, διαφορετικές διευθύνσεις κατοικίας. Στο σπίτι τους βρέθηκαν χρυσαφικά, μετρητά, το διαβατήριο της (…) και του (συγγενή) της. Στις κλοπές συμμετείχαν δύο άνδρες, γύρω στο (…) ύψος και (αναφορά σε εξωτερικά στοιχεία). Δακτυλικά τους αποτυπώματα δεν έχουν σε πολλές κλοπές, αλλά συνάγουν ότι είναι αυτοί οι δράστες από τη μέθοδο που χρησιμοποιούσαν. Μετά τη σύλληψή τους οι κλοπές σταμάτησαν για το επόμενο διάστημα και σίγουρα για ένα μήνα περίπου δεν υπήρξε καμία κλοπή. Στον αστυνομικό δήλωσαν χρήστες. Τον (…) δεν τον γνωρίζει. Αφού συνελήφθησαν οι δύο κατηγορούμενοι ο (…) και ο (…) δεν υπήρξε άλλη σύλληψη που οι δράστες να χρησιμοποιούσαν την ίδια μέθοδο. Οι δύο κατηγορούμενοι χρησιμοποιούσαν το αυτοκίνητο της (…)

Στον συνήγορο υπεράσπισης λέει πως δεν έχει πληροφορίες η ασφάλεια για τη συμμετοχή γυναίκας στη κλοπή. Επίσης ότι οι συγκεκριμένοι κατηγορούνται για αυτό τον αριθμό κλοπών επειδή δρούσαν με τον ίδιο τρόπο.

(…)

Στη συνέχεια κατέθεσαν άλλοι 73 μάρτυρες κατηγορίας εκ των οποίων οι 36 ήταν γυναίκες και οι 37 άνδρες. Συνοπτικά θα αναφέρω τι κατέθεσαν στο σύνολό τους με βάση το τι κατέθεσαν.

Σε περισσότερους από τους μισούς είχαν κλαπεί κοσμήματα και χρήματα. Βαφτιστικοί σταυροί, βέρες αρραβώνα και γάμου, μονόπετρα, μενταγιόν είναι ορισμένα από τα κοσμήματα που εκλάπησαν. Πέρα από κοσμήματα και χρηματικά ποσά εκλάπησαν χρυσές λύρες, 13 ρολόγια από 10 σπίτια, φωτογραφικές μηχανές από 6 σπίτια, κάποιες εκ των οποίων ήταν επαγγελματικές αφού ανήκαν σε πρώην φωτογράφο, κειμήλια γονέων, 5 laptop, 19 κινητά από 10 σπίτια, διαβατήρια από 9 σπίτια, 2 βιντεοκάμερες, 1 βιβλιάριο καταθέσεων, 1 cd-player, 1 πορτοφόλι, 1 πιεσόμετρο, 1 πιστολάκι, 1 γαλάκτωμα, δώρα γάμου, δώρα για συγγενείς, δερμάτινα μπουφάν, δερμάτινο νεσεσέρ, βαλίτσες, κοστούμια, μανικετόκουμπα, cd’s, μελάνια εκτυπωτή, πράγματα παιδιών, παπούτσια, ρούχα, κολόνιες, ένα αντίγραφο κλειδιών και ένα…σκυλάκι!

Μονάχα μια μάρτυς κατέθεσε ότι παρ’ όλο που της παραβίασαν το σπίτι, δεν της έκλεψαν τίποτα γιατί το σπίτι ήταν άδειο(ακατοίκητο).

Οι 11 από αυτούς αναφέρουν ότι αναγνωρίζουν τον (…) και τον (…), γιατί τους είδαν οι ίδιοι, ενώ 5 από τους μάρτυρες καταθέτουν ότι τους είδαν άλλα πρόσωπα.Δύο από τους μάρτυρες πληροφορήθηκαν τη διάρρηξη από συγγενικό τους πρόσωπο. 29 μάρτυρες κατέθεσαν ότι οι διαρρήκτες μπήκαν στο σπίτι σπάζοντας τον οφαλό της πόρτας. Οι 13 από τους μάρτυρες είχαν κλειδωμένη τη πόρτα τους και παρ’ όλα αυτά την βρήκαν ξεκλείδωτη. Δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης. Από αυτούς οι 4 γνωρίζουν ότι είχαν κλειδαριά του τύπου (…) της οποίας όμως μάθαμε έβγαιναν αντικλείδια. 5 από αυτούς είχαν σίγουρα αφήσει ξεκλείδωτη την πόρτα, ενώ ο 1 δεν είναι σίγουρος. Ο ένας από τους πέντε βρήκε μέσα στο σπίτι την τηλεκάρτα, δηλαδή το εργαλείο με το οποίο οι διαρρήκτες άνοιξαν την πόρτα. 5 από τους μάρτυρες είχαν πόρτα ασφαλείας, την οποία όμως οι διαρρήκτες κατάφεραν να ανοίξουν. Σε μία περίπτωση μάλιστα κατεδάφισαν την πόρτα. Τέλος σε έναν ιδιοκτήτη που είχαν πόρτα τύπου «protecta» μπήκαν από την μπαλκονόπορτα καθώς αυτή ήταν μισάνοιχτη.

Αξιοσημείωτο είναι ότι σε 3 σπίτια δεν υπήρξε καμία αναστάτωση, πράγμα που τους έκανε να αντιληφθούν τη κλοπή αργότερα. Τέλος 5 από τους μάρτυρες δήλωσαν ότι αναγνώρισαν, βρήκαν κάποια από τα κλοπιμαία.

(…)

Τέλος θεωρώ σημαντική τη μαρτυρία ενός άνδρα. Ο μάρτυρας αναφέρει ότι είδε στη γωνία της πολυκατοικίας ένα ύποπτο αμάξι με μία γυναίκα και έναν άνδρα. Τότε ειδοποίησε τους ενοίκους των τεσσάρων διαμερισμάτων της πολυκατοικίας να προσέχουν. Κάποιος είδε τον (…) να χτυπά τα κουδούνια. Μια εβδομάδα αργότερα έκλεψαν ένα σπίτι. Ωστόσο δεν ξέρει αν υπάρχει σύνδεση του (…) με το αμάξι.

(…)

Μετά από τις μαρτυρίες λύνεται η συνεδρίαση εξαιτίας της ώρας. Η συνέχεια της δίκης θα γίνει την Πέμπτη, (…), στην ίδια αίθουσα.

(…)

Την Πέμπτη (…), Στην ίδια αίθουσα συνεχίστηκε η δίκη. Γύρω στις 9.00 η ώρα τρεις αστυνομικοί φέρνουν τους τρεις κατηγορουμένους.

(…)

Οι αστυνομικοί φέρνουν και τη μία γυναίκα κατηγορούμενη. Εισέρχονται στην αίθουσα οι δικαστές. Οι αστυνομικοί βγάζουν τις χειροπέδες από τα χέρια των κατηγορουμένων. Ο Πρόεδρος διαβάζει τα ονόματα των κατηγορουμένων που είναι να δικαστούν τη συγκεκριμένη μέρα για να διαπιστώσει αν είναι παρόντες αυτοί αλλά και οι συνήγοροί τους. Ύστερα οι εφέτες διακόπτουν 5 λεπτά για να συνεδριάσουν. Οι αστυνομικοί αφού βάζουν χειροπέδες στους κατηγορούμενες τους βγάζουν από την αίθουσα.

(…)

Ο Πρόεδρος διαβάζει τα ονόματα των ανθρώπων που πήραν τα κλοπιμαία τους πίσω.

(…)

Στη συνέχεια έρχεται να καταθέσει ο πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης, ο οποίος μιλά ελληνικά και δεν χρειάζεται τη βοήθεια του διερμηνέα. Ο μάρτυς γνωρίζει πως η (…) ήρθε στην Ελλάδα πριν από 1,5 χρόνο. Είχε ένα (…) αμάξι, το οποίο όμως δεν ξέρει αν το έπαιρνε ο (…).

Η συνήγορος πολιτικής αγωγής τον ρωτά να της πει αν η (..) είχε τα κλοπιμαία και γιατί δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο. Ο μάρτυς αναφέρει πως η (…) δεν γνωρίζει για τα κλοπιμαία αφού δουλεύει από τις 8.00 το πρωί ως το βράδυ. Το λόγο παίρνει ο συνήγορος υπεράσπισης λέγοντας πως αν το δικαστήριο επιθυμεί να έρθει η (…) θα είναι εδώ σε 30 λεπτά. Τότε ο Πρόεδρος απαντά λέγοντας ότι θα ήταν καλό να έρθει και θα γίνει μια τυπική σύλληψή της.

Η συνήγορος πολιτικής αγωγής λέει ότι η (…) θα έπρεπε να είναι στο δικαστήριο γιατί την είδαν πολλοί μάρτυρες. Τότε ο Πρόεδρος με αυστηρό τόνο φωνής την διαψεύδει λέγοντας της πως ένας μόνο μάρτυρας κατέθεσε ότι την είδε και αυτός προανακριτικά.

Σειρά έχει ο δεύτερος μάρτυς υπεράσπισης, ο οποίος έχει (…), στο οποίο δούλευαν οι δύο κατηγορούμενοι. Δεν γνωρίζει τίποτα για τα χρυσαφικά, ούτε αν τα μετέφεραν εκτός της χώρας. Ξέρει καλά την (…), την οποία εκτιμά γιατί είναι αξιοσέβαστο πρόσωπο και καλή γυναίκα. Την άλλη κατηγορούμενη, δεν την γνωρίζει. Πρώτη φορά την είδε στο δικαστήριο.

Στις ερωτήσεις της συνηγόρου πολιτικής αγωγής απαντά λέγοντας οι δύο κατηγορούμενοι εργάζονταν σ’ αυτόν 1,5 χρόνο, ήταν αποδοτικοί στην δουλειά τους αλλά από εκεί και πέρα δεν ξέρει κάτι άλλο.

(…)

Ήρθε η στιγμή που θα καταθέσουν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι. Πρώτος καταθέτει με τη βοήθεια διερμηνέα ο (…), ο οποίος κατηγορείται για 125 κλοπές. Σηκώνεται όρθιος και με χαμηλό τον τόνο της φωνής του δηλώνει ότι διέρρηξε 4-5 σπίτια σίγουρα. Στην Ελλάδα ήρθε το (..). Τα χρήματα που έπαιρνε από την εργασία του δεν του έφταναν για να αγοράσει τις ναρκωτικές ουσίες.

Ισχυρίζεται ότι αγόραζαν πράγματα σε τιμή ευκαιρίας από (…) που ήθελαν να φύγουν και τα πουλούσαν για το κέρδος. Άρχισε τις κλοπές από το (…). Η (…) δεν είχε σχέση με τις κλοπές. Όταν τον συνέλαβαν η (…) ήταν (αναφορά στη χώρα). Εκείνος δεν την συνόδεψε. Εκείνη ήξερε ότι ο ίδιος ήταν αναμειγμένος. Όσον αφορά την (…), εκείνη ήρθε από (αναφορά στη χώρα) σκεπτόμενη να μείνει μαζί τους και να τους βοηθά. Τα χρυσαφικά που υπήρχαν στη τσάντα της (…) του τη στιγμή της σύλληψής της, της τα είχε δώσει ο ίδιος λέγοντάς της να τα φυλάξει και πως τα είχε αγοράσει για να τα πουλήσει. Τον τρίτο κατηγορούμενο δεν τον γνωρίζει.

Στις ερωτήσεις της εισαγγελέως απαντά ισχυριζόμενος ότι η (…) το έβαλε στα πόδια και άρχισε να τρέχει όταν είδε τους αστυνομικούς, γιατί ήταν παράνομη στη χώρα και φοβήθηκε. Όσο για τα κλοπιμαία παραδέχεται ότι κάποια από αυτά τα πούλησαν. Ωστόσο δεν θυμάται με ακρίβεια πόσα κομμάτια πούλησαν. Άρχισε να πουλά τα κλοπιμαία από τη στιγμή που έμπλεξε με τα ναρκωτικά. Μπορεί να μη θυμάται κάποιες κλοπές επειδή όλες οι πράξεις του ήταν υπό την επήρεια των ναρκωτικών.

(…)

Δεύτερος καταθέτει ο (…) ο οποίος σηκώνεται και εκείνος με τη σειρά του όρθιος. Παραδέχεται τις κλοπές που θυμάται. Έκανε χρήση ναρκωτικών 2,5 χρόνια περίπου. Θέλει να ξεφύγει από τα ναρκωτικά, αλλά όπως αναφέρει είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγει τελείως κανείς.

Ο Πρόεδρος του επισημαίνει ότι στο παρελθόν είχε δικαστεί επιεικώς σε 4 χρόνια φυλάκιση και έπρεπε να είχε εκτιμήσει το γεγονός ότι πήρε αναστολή μετά από έφεση που έκανε.

Ο (…) καταθέτει επίσης ότι έχει αναγνωρίσει κάποια χρυσαφικά αλλά δεν θυμάται αν τα έχει κλέψει ή αγοράσει. Στη θέση που βρίσκεται δεν έχει σημασία πόσο περισσότερα ή λιγότερα σπίτια θα πει. Όποιες πράξεις τις θυμάται, τις ομολογεί. Ζητά συγγνώμη χωρίς να έχει δικαιολογία.

Ο Πρόεδρος στο σημείο αυτό τον διακόπτει για να του ξαναεπισημάνει ότι σαφώς δεν έχει δικαιολογία αφού του δόθηκε μια μεγάλη ευκαιρία (την αναστολή της ποινής του) και δεν την εκμεταλλεύτηκε.

Ο (…) δεν απαντά σ’ αυτό και συνεχίζει λέγοντας ότι κάθε πρώτη του μηνός έδινε το παρόν στο αστυνομικό τμήμα (αναφορά στην περιοχή), άρα ήταν αδύνατον να βρισκόταν ταυτόχρονα (αναφορά στην περιοχή) και να έκλεβε όπως κάποιοι του κατηγόρησαν. Όσον αφορά την (…), ισχυρίζεται πως εκείνη δεν είχε καμία ανάμειξη και αν μάθαινε τα καμώματα του άνδρα της θα τον χώριζε. Τέλος τον τρίτο άντρα κατηγορούμενο, ούτε τον έχει δει, ούτε τον γνωρίζει.

Στην εισαγγελέα ισχυρίζεται ότι ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών. Επίσης ότι έδωσε στους αστυνομικούς την διεύθυνση του σπιτιού του. Ο Πρόεδρος το διαψεύδει και η εισαγγελέας θεωρεί ότι είχε πλήρη συναίσθηση του τι έκανε.

Ο (..) ζητά συγγνώμη.

Σειρά κατάθεσης έχει η (…), η οποία σηκώνεται όρθια. Αναφέρει ότι (ημερομηνία) ήρθε στην Ελλάδα. Όταν υποψιάστηκε ότι ο (…) και (…) ήταν μπλεγμένοι με τα ναρκωτικά δεν ήθελε να μάθουν ότι η ίδια κατείχε κάποιο χρηματικό ποσό για να μην αγοράσουν μ’ αυτό ναρκωτικά. Δεν είχε κανέναν στην Ελλάδα να την καθοδηγήσει και να της πει τι να κάνει για να βοηθήσει τα παιδιά της. Πολλές φορές είχε ρωτήσει πού βρήκαν τα χρυσαφικά και εκείνα της έλεγαν ότι τα αγόραζαν φθηνά και τα πουλούσαν. Την καθησύχαζαν, λέγοντάς της πως αν ήταν κλοπιμαία δεν θα τα είχαν στο σπίτι. Όσον αφορά την (…) δηλώνει ότι είναι εξαιρετική κοπέλα. Δεν γνώριζε τίποτα, άλλωστε δούλευε από το πρωί ως το βράδυ.

Στην ερώτηση της εισαγγελέως απαντά λέγοντας πως όταν είδε το περιπολικό τρόμαξε γιατί της είχε λήξει η visa και ήταν παράνομη στη χώρα. Γι’ αυτό όταν πετάχτηκαν οι αστυνομικοί τρόμαξε, τα έχασε και πέταξε την τσάντα που περιείχε τα χρυσαφικά αλλά και το διαβατήριό της.

Ακόμα, ζητά συγγνώμη από τα θύματα και ζητά την κατανόησή τους.

(…)

Αναφέρει ότι ο (…) έχει πανεπιστημιακές σπουδές, είναι (…). Όταν έμαθε ότι είχαν μπλέξει, έκλαιγε από τον καημό της.

(…)

Η (…) πάντως είναι συγκινημένη, φαίνεται πολύ στενοχωρημένη.

(…)

Τέλος μένει να καταθέσει ο τρίτος άνδρας, κατηγορούμενος. Ο Πρόεδρος ξαναναφέρει στον συνήγορο υπεράσπισης τη λέξη «ωτίτης», η οποία όπως αναφέρει παλιότερα είχε να κάνει με την ωτίτιδα του αυτιού και γελούν.

Ο (…) κατηγορείται για μια κλοπή. Βρέθηκαν αποτυπώματα του δακτύλου στην εσωτερική κάσα της πόρτας. Ο ίδιος αφού σηκώνεται όρθιος αρνείται την κατηγορία. Ήρθε τον (αναφορά στην ημερομηνία) και είναι ένα χρόνο κρατούμενος. Ακόμα και να ήθελε δεν προλάβαινε να διαπράξει την κλοπή.

Στις ερωτήσεις της εισαγγελέως απαντά λέγοντας ότι ήταν (…). Ακολουθεί αναφορά για το επάγγελμα στη χώρα του και για το πώς ήρθε στην Ελλάδα και πού εργάστηκε.

Ο (…) παίρνει τον λόγο και ζητά συγγνώμη. Δηλώνει ότι ήταν άρρωστος και ότι δεν δικαιολογεί τον εαυτό του.

Στο σημείο αυτό διακόπτεται η δίκη ώσπου να έρθει η (…).

(…)

Η δίκη συνεχίζεται. Η (…) ανεβαίνει στο εδώλιο. Δηλώνει ότι (αναφορά σε οικογενειακή κατάσταση). Δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ.

(…)

Όταν έμαθε ότι ο (…) είχε μπλέξει τόσο άσχημα έπαθε σοκ. (…) Τα ναρκωτικά ήταν η αιτία που κατέστρεψαν τη ζωή τους.

Η εισαγγελέας της κάνει διάφορες ερωτήσεις. Η (…) απαντά ότι το αμάξι το οδηγούσε εκείνη.

(…)

Η (…) με «σπασμένη φωνή» και δακρυσμένη ζητά την κατανόηση του δικαστηρίου. Παρομοιάζει τα όσα περνάει με κόλαση. Θέλει να βοηθήσει τον (…) να γίνει καλά.

Η (…) φαίνεται στενοχωρημένη. Όση ώρα καταθέτει η (…), ο (…)κατακόκκινος κοιτάει συνεχώς κάτω, ενώ η (…) κλαίει.

Η (…) τελειώνοντας την απολογία της φεύγει με τη συνοδεία αστυνομικών.

Τον λόγο έχει η εισαγγελέας, η οποία απαγγέλλει την κατηγορία. Κατηγορεί τον (…) για μια κλοπή. Θεωρεί αθώα την (…). Κατηγορεί τον (…) και τον (…) για κατοχή ναρκωτικών. Θεωρεί ενόχους τον (…) και τον (…) για τις κλοπές, εκτός από αυτές που δεν βρέθηκαν κλοπιμαία και αυτές που δεν έγιναν με τρόπο δράσης του, δηλαδή το σπάσιμο του οφαλού. Τέλος, θεωρεί ένοχη την (…) με τη κατηγορία της άμεσης συνέργιας σε τέσσερεις κλοπές καθώς με την παροχή του αυτοκινήτου της συνέδραμε στην κλοπή.

Η συνήγορος πολιτικής αγωγής μετά την απαγγελία της κατηγορίας, παίρνει τον λόγο. Επισημαίνει πως κανένας μάρτυρας δεν είπε ότι οι κατηγορούμενοι ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών. Επίσης τονίζει ότι οι κλοπές σταμάτησαν μαχαίρι μετά τη σύλληψή τους. Επίσης σχολιάζει τα χέρια της (…), τα οποία όπως αναφέρει είναι επιτηδευμένα και καλύτερα από τα δικά της και δεν μοιάζουν με χέρια (σκληρά εργαζόμενης). Τέλος ζητά την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων.

Ο συνήγορος υπεράσπισης επισημαίνει ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων δεν προκύπτει η συμμετοχή της (…). Διαφωνεί με την κατηγορία της άμεσης συνεργίας αφού δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι παραχωρούσε εν γνώσει της το αμάξι στους κατηγορουμένους και ότι γνώριζε πως το αμάξι πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τις συγκεκριμένες πράξεις. Για αυτούς τους λόγους ζητά από το δικαστήριο την απαλλαγή της γι’ αυτή την πράξη. Ο συνήγορος επικαλείται το συναίσθημα των εφετών λέγοντας ότι η (…) έχει αναλάβει χρέη γυναίκα και άνδρα.

(…)

Όσον αφορά την (…) που βρέθηκε να κατέχει στη τσάντα που πέταξε (όταν είδε τους αστυνομικούς) μέρος από τα κλοπιμαία, ο συνήγορος αναφέρει ότι (αναφορά στη χώρα) η αστυνομία είναι τρόμος. Τα χρήματα που βρέθηκαν τα κατείχε με νόμιμη αιτία ύστερα από πώληση ακινήτου που είχε (αναφορά στη χώρα) και αυτό όπως ισχυρίζεται ο συνήγορος δεν είναι εφεύρημα της τελευταίας στιγμής.

(…)

Όσον αφορά τον (…) και τον (…), ο συνήγορος παραδέχεται ότι έπραξαν κάποιες από αυτές τις κλοπές. Αφού αναφέρεται στην κατάρα των ναρκωτικών που οδηγεί τους ανθρώπους σε ατιμωτικές πράξεις, επισημαίνει ότι οι κατηγορούμενοι έπραξαν με μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμού εξ’ αιτίας του γεγονότος ότι ήταν τοξικομανείς. Αυτό αποδεικνύεται από τη μεταφορά τους στο νοσοκομείο και τη χορήγηση φαρμάκων ύστερα από τη σύλληψή τους.

(…)
Zητά τη μείωση της ποινή τους με τον ισχυρισμό ότι έπρατταν με μειωμένη την ικανότητα του καταλογισμού.

(…)

Τέλος, τον λόγο έχει ο συνήγορος του (τρίτου άνδρα κατηγορούμενου) ο οποίος παρεπιπτώντος δεν έχει ξαναμιλήσει καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης.Ο συνήγορος δηλώνει ότι θα προτείνει λύσεις για ηπιότερο πλαίσιο ποινής του πελάτη του. Ο (…) κατηγορείται μονάχα για μια απλή κλοπή. Στη δικογραφία δεν προκύπτει ένωσή του με τις υπόλοιπες κλοπές και ούτε αναλυτική τέλεση αυτών. Επισημαίνει ότι έχει μια πολύ καλή εικόνα μέσα στη φυλακή και λευκό ποινικό μητρώο.

Η δίκη διακόπτεται για να εκδοθεί η απόφαση.

(…)

Συνέρχεται το δικαστήριο. Η εισαγγελέας απαγγέλλει την ποινή. Για ότι έχει να κάνει με τα ναρκωτικά κηρύσσει αθώες τις δυο κατηγορούμενες, ενώ ατιμώρητους τον (…) και τον (…), γιατί είναι τοξικομανείς. Κηρύσσει ένοχο τον (…) για μια απλή κλοπή και αθώο για όλες τις υπόλοιπες. Όσον αφορά τον (…) και τον (..), τους κηρύσσει αθώους λόγω αμφιβολιών για κάποιες κλοπές και πιο συγκεκριμένα για (…).

Επίσης αθώο τον (…) για την (…) σε αριθμό κλοπή, γιατί βρισκόταν στη φυλακή. Τους κηρύσσει όμως ένοχους για τη πράξη της κλοπής κατά συρροή χωρίς ελαφρυντικά (94 κλοπές). Κηρύσσει τις δύο κατηγορούμενες αθώες. Προτείνει για τον (τρίτο άνδρα κατηγορούμενο) ενός έτους φυλάκιση, ενώ για άλλους δύο άντρες κατηγορούμενους, 8 έτη κάθειρξης.

Ο Πρόεδρος απαγγέλλει ποινή φυλάκισης 30 μηνών στον (…) με αφαίρεση του χρόνου κράτησης που είναι στη φυλακή και 10 χρόνια κάθειρξη στους (..) και (…). Κατάσχεση των ναρκωτικών ουσιών και καταστροφή αυτών. Κατάσχεση των χρημάτων που ανέρχονται σε 18.360 ευρώ, και δήμευση αυτών γιατί θεωρούνται κλεμμένα. Στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων επί τριετία παρ’ όλο που είναι αλλοδαποί και δεν ψηφίζουν έτσι κι αλλιώς. Τέλος ισόβια απέλαση από τη χώρα για τον (…) και τον (…) μετά την έκτιση της ποινής τους.

Ο συνήγορος του (…) ζητά αναστολή της ποινής και μετατροπή της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής σε 5 ευρώ ημερησίως. Όμως τα αιτήματα απορρίπτονται. Τότε ο συνήγορος ζητά έφεση, η οποία γίνεται δεκτή.

Μετά το τέλος της δίκης, οι κατηγορούμενοι μένουν αμίλητοι. Ο (…) και ο (…) φαίνονται «παγωμένοι». Χωρίς αντιδράσεις φεύγουν με τη συνοδεία αστυνομικών”.

Ανάλυση-Σχολιασμός

Από την παραπάνω υπόθεση, που με πολύ μεγάλη ακρίβεια μας παρουσιάζει η ερευνήτρια, εστιάζω το ερευνητικό μου ενδιαφέρον στον “φαύλο κύκλο” της παρανομίας: ναρκωτικά-μικροκλοπές στην αρχή για εξασφάλιση δόσης-σταδιακά μεγαλύτερη εμπλοκή στους κόλπους της παρανομίας και ακόμα πιο βαθιά στον “κόσμο των ναρκωτικών”-εγκληματικές ενέργειες-φυλακή-αποφυλάκιση με μεγαλύτερη “μύηση” στους κύκλους της παρανομίας-υποτροπή-νέο έγκλημα-εκ νέου φυλάκιση…

Είναι ένας κύκλος που προκαλεί ανατριχίλα, απογοήτευση αλλά και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, όσον αφορά την ανάγκη ενίσχυσης της πρόληψης και πιο αποτελεσματικής διαχείρισης τόσο σοβαρών υποθέσεων, όπου απαιτείται συστηματική, μεθοδική αντιμετώπιση και ενεργοποίηση-εμπλοκή όλης της κοινωνίας, μέσω επίσημης ενημέρωσης από τους αρμόδιους φορείς, ευαισθητοποίησης και αφύπνισης όλων των πολιτών.

Το φαινόμενο της εγκληματικότητας δεν θα εξαλειφθεί, καθώς είναι συνυφασμένο με τις ανθρώπινες κοινωνίες (βλ. ενδεικτικά το άρθρο μου, με τίτλο Έγκλημα και τιμωρία: ο «εγκληματικός» νους και οι ανθρώπινες κοινωνίες εδώ https://aggelikikardara.wordpress.com/2018/06/12/έγκλημα-και-τιμωρία-ο-εγκληματικός/), αλλά είναι σημαντικό σε μια κοινωνία που υφίσταται αλλαγές στις θεμελιώδεις δομές της και το έγκλημα αποκτά πιο σκληρές διαστάσεις, διεθνώς, η πρόληψη να ενισχυθεί, ενώ η έγκαιρη και έγκυρη ενημέρωση του πολίτη από τους αρμόδιους φορείς και επιστήμονες είναι απολύτως αναγκαία.

Εξίσου σημαντική η έγκαιρη παρέμβαση στα δύσκολα και ευαίσθητα χρόνια της εφηβείας, στο πλαίσιο του σχολείου, όπου αρχίζουν συνήθως να εμφανίζονται αυτές οι παραβατικές συμπεριφορές -κλοπές, χρήση ουσιών, εμπλοκή σε συμμορίες, ξυλοδαρμοί κ.λπ. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον τρόπο με τον οποίο ένας νεαρός διαρρήκτης που είχε μιλήσει, κατά τη διεξαγωγή της έρευνας για τη γλώσσα της φυλακής, στις φυλακές Κορυδαλλού για το “επάγγελμά” του, λέγοντας μου χαρακτηριστικά, με μια παιδική αθωότητα, τολμώ να πω “Κυρία Αγγελική, είναι επάγγελμα το να είσαι διαρρήκτης. Το σπουδάζουμε χρόνια και δεν μπορεί να το κάνει ο καθένας. Εάν μπαίνατε εσείς να κλέψετε, θα σας πιάνανε αμέσως. Όπως εσείς μελετάτε για το διδακτορικό σας, έτσι κι εμείς μελετάμε για να γίνουμε καλύτεροι”…..

Διαπιστώνει, κανείς, ότι με ανθρώπους που από πολύ νεαρή ηλικία, από τα παιδικά και εφηβικά τους χρόνια έχουν μυηθεί στην παραβατική δράση, είναι πολύ δύσκολο στην ενήλικη ζωή να τους αλλάξεις τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης. Ωστόσο, δεν είναι αδύνατο. Απαιτεί όμως κατάλληλη αντιμετώπιση και προϋποθέτει κάτι πολύ βασικό: να καταλάβουμε ότι ξεκινάμε τη συζήτηση από τελείως διαφορετική βάση και αφετήρια, έχουμε τελείως διαφορετικά πιστεύω και αντιλήψεις από τα άτομα που έχουν “μυηθεί” σε αυτό τον τρόπο ζωής από την εφηβεία τους ακόμα (ή και νωρίτερα) και δεν έχουν μάθει να ζουν διαφορετικά, δεν έχουν αναζητήσει ή δεν τους έχουν δοθεί στη ζωή τους, ούτε από την οικογένειά τους, ούτε από το σχολείο, ούτε από την τοπική κοινωνία, άλλοι τρόποι έκφρασης, άλλες εναλλακτικές. Αυτό, επομένως, είναι το μεγάλο “στοίχημα” της κοινωνίας μας και πρωτίστως της επιστημονικής κοινότητας: να καταφέρουμε, μέσα από την εκπαίδευση και δημιουργικές δράσης, να δείξουμε τον άλλο δρόμο, να δείξουμε ότι υπάρχει διέξοδος στο αδιέξοδο και να προσπαθήσουμε, με μικρά αλλά σταθερά βήματα, να δώσουμε λύσεις σε προβλήματα της καθημερινότητας που οδηγούν αρκετούς έφηβους και νέους σε αντίστοιχες λύσεις. Η έμφαση πρέπει να δοθεί σε αυτές τις ηλικίες, όπου τα περιθώρια παρέμβασης είναι πολύ μεγαλύτερη.

Δεν βρίσκω άλλον τρόπο να κλείσω το σημερινό μου άρθρο, παρά με την αναφορά στον Ηλία Πετρόπουλο και στο «επαναστατικό» έργο του Εγχειρίδιον του Καλού Κλέφτη (που αποτέλεσε από τα πρώτα βιβλία που μελέτησα για την εκπόνηση της διατριβής μου), όπου αναφέρει σχετικά: «Ο Διαρρήκτης διακρίνεται για τη μεθοδική του τεχνική του. Ο Διαρρήκτης δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Εργάζεται λεπτά, διακριτικά, ταχύτατα, υπεύθυνα. Έχει πλήρη συνείδηση ότι το επάγγελμά του είναι επικίνδυνο και σχεδόν καλλιτεχνικό. Ο Διαρρήκτης είναι γάτα. Πρώτα-πρώτα διαλέγει το στόχο του […] Μετά την επιλογή του στόχου αρχίζει η παρακολούθηση […] Η παρακολούθηση περιλαμβάνει και αυτοψία […] Ο Διαρρήκτης, την ώρα της δουλειάς, είναι καθαρά ντυμένος, πάντα με κουστούμι. Μαζί του έχει μία συνηθισμένη τσάντα, ή, ένα μικρό σακ-βουαγιάζ. Μέσα εκεί έχει τα εργαλεία του: κόφτη, καρακούτσο, σκύλα, κατσαβίδι, κλεφτοφάναρο, γάντια».

Εξίσου και για τους κλέφτες, ο Πετρόπουλος γράφει: «Ο Κλέφτης ξέρει ότι είναι επαγγελματίας. Και ξέρει ακόμα ότι το επάγγελμά του είναι επικίνδυνο και παράνομο. Ορισμένοι κλέφτες έχουν ένα δεύτερο επίσημο επάγγελμα που, σαν ομίχλη, καλύπτει την παράνομη δραστηριότητά τους […] Ο Κλέφτης, βέβαια, έχει και ιδιωτική ζωή. Οι Κλέφτες, όταν είναι ελεύθεροι, αποφεύγουν τα μόνιμα στέκια. Δεν συχνάζουν σε ορισμένα καφενεία, ή, μπαρ. Και προπάντων αποφεύγουν τους συναδέλφους […] Ο Καλός Κλέφτης καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια για να διατηρήσει καλό όνομα μες στον Υπόκοσμο. Η επαγγελματική φήμη παίζει τεράστιο ρόλο στον Υπόκοσμο».

Ως ερευνητές, οφείλουμε να γνωρίζουμε και να κατανοήσουμε πώς σκέφτονται αυτοί οι άνθρωποι που αρχικά “φλερτάρουν” και ύστερα μπαίνουν βαθιά στους κόλπους της παρανομίας. Μέσα από τη γνώση, μπορούμε να καταθέσουμε προτάσεις και να παρέμβουμε πιο αποτελεσματικά.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Έγκλημα και τιμωρία: ο «εγκληματικός» νους και οι ανθρώπινες κοινωνίες

Το σημερινό μου κείμενο, βασισμένο σε παλαιότερη ανάρτησή μου, αφιερώνεται στους εκπαιδευόμενους στο εξ αποστάσεως σεμινάριο μας που ξεκινάει στις 15/6/2018 στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος με τίτλο «Φυλακές: Έρευνα & Γλωσσικά ζητήματα» (εγγραφές μέχρι και την Τετάρτη 13/6/2018. Θα χορηγηθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης. Πληροφορίες: τηλ. επικοινωνίας 690 82 33 371. Η εκδήλωσή μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: https://www.facebook.com/events/240549816702652/?notif_t=event_invite_reminder&notif_id=1528727992462137).

“As long as there have been people, there has been crime. [..]. The history of criminology is in many ways the history of humanity”/ Από τότε που υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει έγκλημα [..]. Η ιστορία της εγκληματολογίας είναι από πολλές απόψεις η ιστορία της ανθρωπότητας». Με αυτό τον τρόπο ξεκινάει ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο, με τίτλο The History of Criminology Crime and Criminology, From the Ancients to the Renaissance (https://www.thebalancecareers.com/the-history-of-criminology-part-1-974579) που αξίζει να διαβάσετε οι ασχολούμενοι με τα πολυσύνθετα ζητήματα, τα οποία σχετίζονται με το έγκλημα και το εγκληματικό φαινόμενο.

Το έγκλημα είναι συνυφασμένο με την ανθρώπινη φύση. Η ιστορία της εγκληματολογίας -επομένως και του εγκλήματος- είναι συνυφασμένη με την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο «εγκληματικός νους» πάντοτε θα υπάρχει και θα απασχολεί τις κοινωνίες και την επιστημονική κοινότητα.

Το γεγονός ότι η εγκληματική συμπεριφορά απασχολούσε όλες τις κοινωνίες καθίσταται εμφανές εάν επιχειρήσουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή, όπου διαπιστώνεται ότι όλες οι φυλές και οι κοινότητες έχουν οργανωθεί βάσει ενός άγραφου κώδικα συμπεριφοράς, ο οποίος καθορίζει ποιες ενέργειες είναι αποδεκτές και ποιες όχι, άρα πρέπει να τιμωρούνται.

Μάλιστα ο χαρακτηριζόμενος και ως «κώδικας ηθικής» είναι συχνά πιο αυστηρός και έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τους θεσμικά καθιερωμένους νόμους, γιατί απορρέει από το «λαϊκό αίσθημα» περί δικαίου. Επομένως, η ποινή από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή, είτε στηρίζεται σε άγραφους είτε σε γραπτούς κανόνες, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο όλων των κοινωνιών, απαραίτητο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας τους. Κατά συνέπεια, η έννοια της «τιμωρίας» δεν μπορεί να προσεγγιστεί ανεξάρτητα από την έννοια της «κοινωνίας», διότι συνδέεται άρρηκτα με αυτήν («έγκλημα και τιμωρία»). Η ποινή είναι, δηλαδή, ένα κατεξοχήν κοινωνικό και κατ’ επέκταση ιστορικό φαινόμενο, δεδομένου ότι πηγάζει από την κοινωνική δομή και υπόκειται στις αρχές της, αποκαλύπτοντας σε ένα δεύτερο επίπεδο την παθολογία της κοινωνικής μας ζωής.

Ως προς τη γλωσσική ανάλυση της λέξης «ποινή», καταγράφεται στα λεξικά με δύο σημασίες: με την καθημερινή/κοινή χρήση της και τη νομική. Ειδικότερα, ως όρος της καθομιλουμένης σημαίνει «είδος τιμωρίας που επιβάλλεται για κολάσιμη πράξη». Ως νομικός όρος, αποκτά πιο εξειδικευμένη σημασία. Έχει την έννοια της «τιμωρίας που επιβάλλεται σε κάποιο άτομο, κατόπιν δικαστικής απόφασης και ισοδυναμεί με τη στέρηση της ελευθερίας, περιουσίας ή ζωής του ή την επιβολή προστίμου».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αρχική σημασία του όρου, η οποία ήταν «εκδίκηση για το διαπραχθέν έγκλημα, μέσω της καταβαλλόμενης τιμής για το αίμα που είχε χυθεί, ώστε να επιτευχθεί η ισορροπία στις σχέσεις των εμπλεκομένων και ο εξαγνισμός του δράστη».

Αναφορικά με την εξελικτική πορεία της ποινής, αν και καταγράφονται σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των εγκλημάτων από εποχή σε εποχή και από κοινωνία σε κοινωνία, η ιστορία της ποινής διέγραψε μία κοινή σχεδόν πορεία, η οποία φέρνει στο φως την οικουμενικότητα και διαχρονικότητα του ποινικού φαινομένου. Σε μία πρώτη φάση είχε τη μορφή της άμετρης αντεκδίκησης μεταξύ των ατόμων και σε ένα τελικό στάδιο απέκτησε δημόσιο χαρακτήρα, επιβαλλόμενο αρχικά από την κοινότητα και κατόπιν από το οργανωμένο κράτος. Ξεκινώντας από τις πρωτόγονες κοινωνίες, η τιμωρία για την προσβολή των αδικημάτων, τα οποία χωρίζονταν σε «ιδιωτικά» και «δημόσια», ήταν άμεση, δηλαδή τα ίδια τα θιγόμενα άτομα είχαν την «ηθική» υποχρέωση να εκδικηθούν τον δράστη.

Η μορφή της ποινής δεν ήταν τυχαία αλλά διερευνώντας την εξέλιξή της διαπιστώνουμε ότι εξαρτιόταν απόλυτα από τους επιμέρους σκοπούς που επιτελούσε, οι οποίοι διαφοροποιούνταν ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εκάστοτε ιστορικής φάσης. Μεταξύ αυτών των σκοπών, ιστορικά, οι σπουδαιότεροι συνίστανται σε τέσσερα σημεία:
• Αποτροπή (deterrence) των μελών του κοινωνικού συνόλου από την τέλεση μελλοντικών εγκλημάτων.
• Επανένταξη του δράστη (rehabilitation), η οποία περιλαμβάνει ένα σύνολο μέσων για την αναμόρφωσή του (π.χ. εργασία), ώστε να μην τελέσει νέο έγκλημα.
• Αποδυνάμωση/αχρήστευση (incapacitation) του δράστη, μέσω φυσικής εξόντωσης, στιγματισμού με ακρωτηριασμό και άλλες βάναυσες σωματικές ποινές ή ακόμα θανατικής καταδίκης, προκειμένου να διασφαλιστεί το «κοινό καλό».
• Αποκατάσταση/επανόρθωση (restoration) του διαπραττομένου εγκλήματος. Αυτή εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αδικημάτων ελάσσονος σημασίας, π.χ. τροχαία χωρίς θύματα, μικρο-κλοπές, πρόκληση μικρο-φθορών κ.λπ., τα οποία μπορεί να «διορθωθούν» από τον ίδιο τον δράστη.

Συνοψίζοντας, έγκλημα και τιμωρία είναι δύο έννοιες αναπόσπαστα δεμένες μεταξύ τους και απόλυτα συνυφασμένες με τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Στο mail μου: kardaraa@gmail.com μπορείτε να στέλνετε όλα τα ερωτήματά σας για τα σεμιναριακά μας μαθήματα.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Εκπαιδευτικά