Interview_15

Συνέντευξη 15η “Η γλώσσα των νέων” (9/10/2012) ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ (συνέχεια της συνέντευξης με τη γλωσσολόγο, κ. Μάρω Κακριδή)

-Κυρία Κακριδή, ποια είναι τα κύρια σημεία διαφοροποίησης μεταξύ της «γλώσσας των νέων» του σήμερα και του χθες;

-Ένα από τα χαρακτηριστικά των νεανικών ιδιωμάτων είναι η γρήγορη εξέλιξή τους, η συνεχής ανανέωση των εκφραστικών τρόπων που χρησιμοποιούν οι παρέες. Όταν, π.χ., αναφέρω τα παραδείγματά μου στους φοιτητές μου, με κοροϊδεύουν ότι ορισμένα από αυτά έχουν πια «αρχαιολογική αξία»! Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η ταχύτατη εξέλιξη (σύνηθες, αν όχι σταθερό χαρακτηριστικό των «κρυπτικών», «συνθηματικών», «περιθωριακών» ιδιωμάτων) επηρεάζει τον αριθμό ή το είδος των πηγών απ’ όπου αντλούν το υλικό του γλωσσικού μωσαϊκού τους, ούτε και τους μηχανισμούς με τους οποίους το επεξεργάζονται, που παραμένουν οι ίδιοι. Με άλλα λόγια, τα κύρια σημεία διαφοροποίησης είναι στην αλλαγή συγκεκριμένων εκφράσεων, όχι σε κάποια βαθύτερα επίπεδα της γλώσσας και της χρήσης της. Πάντως, ομολογώ ότι δεν έχω υπόψη μου έρευνες που να εξετάζουν τη «σημερινή» γλώσσα των νέων σε σχέση με τη «χτεσινή», όπως θέσαμε το ζήτημα παραπάνω, δηλαδή που να εξετάζουν διαφοροποιήσεις της μετά τη δεκαετία του ’80, όπου έκανε την εμφάνισή της έτσι δυναμικά. Το ενδιαφέρον πλέον έχει στραφεί στη συνολικότερη γλωσσική εμπειρία των νέων, με μελέτες που διερευνούν τον ρόλο των γλωσσικών κωδίκων που χρησιμοποιούν τα νεαρά άτομα στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με στόχο την αποκάλυψη των λειτουργιών τους. Γενικότερα, μέσα στο κυρίαρχο ρεύμα σκέψης της εποχής, σήμερα η έρευνα αποβλέπει κυρίως στο να αποκαλύψει τους διάφορους τρόπους με τους οποίους οι νέοι οικοδομούν τη σύνθετη ταυτότητά τους (τις ταυτότητές τους, μάλλον, μια που θεωρείται ότι οι ταυτότητες είναι πολλαπλές και ιδιαίτερα ρευστές) και μέσω της χρήσης της γλώσσας.

-Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στη «γλώσσα των νέων» και σε άλλους γλωσσικούς κώδικες επικοινωνίας;

-Τα νεανικά ιδιώματα αντλούν τα στοιχεία τους από όλους τους γλωσσικούς κώδικες με τους οποίους έρχονται σε επαφή, όπως ανέφερα παραπάνω. Το γεγονός όμως ότι οι βασικές τους λειτουργίες είναι να διαφοροποιούνται από την καθιερωμένη γλώσσα, χωρίς κιόλας να γίνονται κατανοητά από άλλους, σημαίνει ότι εμπεριέχουν πολλά στοιχεία από στιγματισμένους κώδικες, π.χ. του περιθωρίου, όπως την παλαιότερη αργκό (τη γλώσσα της πιάτσας), τα καλιαρντά, κώδικες ναρκομανών κ.ά. Μάλιστα, πολλές φορές δεν ξέρουν και οι ίδιοι οι νέοι που τις χρησιμοποιούν από πού προέρχονται ορισμένες από τις εκφράσεις που έχουν δανειστεί για το γλωσσικό τους πάζλ. Αυτό συντελεί σε μεγάλο βαθμό και στον αποστιγματισμό αυτών των εκφράσεων, μόλις περνούν σε ευρύτερη χρήση: π.χ. το τριπάκι, από τον κόσμο των ναρκωτικών, που χρησιμοποιείται πολύ ακόμη και στο οικείο ύφος των μεγαλύτερων και έχει χάσει τόσο την αρχική του σημασία όσο και τη συνειρμική σύνδεσή του με τις ομάδες από τις οποίες προήλθε.

-Σε ποιο βαθμό και με ποιον τρόπο η τηλεόραση και το διαδίκτυο επιδρούν στη διαμόρφωση της «γλώσσας των νέων»;

-Και τα δύο επιδρούν αρκετά, αλλά κυρίως ως πηγή εμπλουτισμού της και τρόπος διάδοσής της. Ως προς την τηλεόραση, για παράδειγμα, ατάκες από διαφημίσεις ή σήριαλ (π.χ. η συνήθεια που έγινε λατρεία, τυχαίο; δεν νομίζω!, ομορφάντρα!), αλλά και στερεότυπες εκφράσεις από τα δελτία ειδήσεων ή του καιρού, και άλλα διάφορα, αποτελούν πηγή έμπνευσης για τους νέους και χρησιμοποιούνται με ιδιαίτερα ευφάνταστο και παιγνιώδη τρόπο στα ιδιώματά τους. Από την άλλη, και η ίδια η τηλεόραση χρησιμοποιεί εκφράσεις από τη γλώσσα των νέων σε ό,τι απευθύνεται σε νεανικό κοινό -και όχι μόνο. Παρ’ όλ’ αυτά, δεδομένου ότι η τηλεόραση αποτελεί ιδιαίτερα σύνθετη διαμεσολάβηση της πραγματικότητας, που αντανακλάται στους πολλούς και διαφορετικούς κώδικες που χρησιμοποιεί, η αλληλεπίδρασή της με τα νεανικά ιδιώματα δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη. Άλλωστε, το ίδιο ισχύει και για την καθιερωμένη γλώσσα και τη σχέση της με την τηλεόραση, γι’ αυτό και, κατά τη γνώμη μου, δεν πρέπει να περιορίζουμε το ερώτημα στους νέους. Και οπωσδήποτε διαφωνώ με την αδιαφοροποίητη αντιμετώπιση της τηλεόρασης ως αποκλειστικής «πηγής κακών», που επικρατεί στις καθημερινές συζητήσεις.
Από την άλλη πλευρά, το ίδιο ισχύει και για το διαδίκτυο, τον χώρο έκφρασης νέων κατεξοχήν ατόμων: και αυτό συντελεί στη διαμόρφωση γλωσσικής εμπειρίας, μέσα από αυτό που ονομάζουμε διαμεσολαβημένη επικοινωνία. Και εδώ το τοπίο είναι ιδιαίτερα «πολύχρωμο» και εξελίσσεται ραγδαία. Σήμερα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, π.χ. το facebook και το twitter, αποτελούν ισχυρότατους πόλους νεανικής επικοινωνίας. Όσο και αν τα χρησιμοποιούν και μεγαλύτεροι, οι βασικές τάσεις και εξελίξεις σ’ αυτά διαμορφώνονται κυρίως από νεότερα άτομα, που καθορίζουν και την επιτυχία τους. Θα μας έπαιρνε πολύ χρόνο να αναλύσουμε τη φύση και τη γενικότερη επίδραση του διαδικτύου, άλλωστε αυτό το κάνουν πολύ ειδικότεροι από μένα, μπορούμε όμως να δώσουμε κάποια στοιχεία που αφορούν τη συζήτησή μας. Η επικοινωνία μέσω διαδικτύου διαμορφώνει νέα είδη λόγου, με χαρακτηριστικά που μεταβάλλουν τα όρια ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό λόγο, ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό, ανάμεσα στα διάφορα γραμματειακά είδη κλπ. Με λίγα λόγια, ό,τι ξέραμε μέχρι τώρα ότι αποτελούσε σταθερή και γνωστή κατηγορία αλλάζει τελείως και αποκτά πολύ πιο ρευστά χαρακτηριστικά, ενώ συγχρόνως συμπληρώνεται και από ό,τι έχει θέση στην ηλεκτρονική σελίδα όπου τοποθετείται το όποιο κείμενο (εικόνες, φωτογραφίες, βίντεο, διαφημίσεις κλπ. κλπ.). Σχηματίζεται έτσι ένα ποικιλόμορφο ανομοιογενές σύνολο, το οποίο όμως πρέπει να αντιμετωπιστεί στην ενότητά του, αν θέλουμε να κατανοήσουμε τις αλλαγές που φέρνουν οι νέες τεχνολογίες στις πρακτικές μας αλλά και στην αντίληψή μας για τον γραπτό (μόνο;) λόγο. Ο Ανδρουτσόπουλος συνοψίζει πολύ ωραία και άλλα βασικά χαρακτηριστικά του διαδικτύου, τον παραθέτω: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το διαδίκτυο αλλάζει το ρόλο της εγγραμματοσύνης στη ζωή μας. Μέσα σε μία μόνο γενιά, ένα νέο γένος γραπτού λόγου αναδύεται, με νέες λειτουργίες και συμβάσεις. Σε αντίθεση με τη σχολική έκθεση και την επαγγελματική επιστολή, οι συμβάσεις αυτές δεν ορίζονται από μία αυθεντία, αλλά διαμορφώνονται εκ νέου σε κάθε ηλεκτρονική παρέα. Η ανεπίσημη γραφή του διαδικτύου δεν καταργεί τα παραδοσιακά είδη γραπτού λόγου, αλλά τα συμπληρώνει. Όσο η γραπτή επικοινωνία γίνεται πυκνότερη, τόσο η δεξιότητά μας στη γραφή διαφοροποιείται ανάλογα με τις περιστάσεις. Ταυτόχρονα, η ιδιωτική επικοινωνία στο διαδίκτυο είναι ελεύθερη να αγνοήσει τους παραδοσιακούς μηχανισμούς γλωσσικού ελέγχου. Η φιλολογική κριτική για την «ποιότητα της γλωσσικής έκφρασης» στο διαδίκτυο σίγουρα δεν θα αποτρέψει τον Τάσο από την αγαπημένη του ηλεκτρονική κουβέντα».

-Πιστεύετε ότι οι νέοι σήμερα, στο πλαίσιο της κρίσιμης και μεταβατικής εποχής που διανύουμε, περνάνε μέσω του γλωσσικού κώδικα επικοινωνίας τους κάποια μηνύματα;

-Είναι σίγουρο ότι διανύουμε μια μεταβατική και κρίσιμη εποχή, και αυτό οπωσδήποτε σχετίζεται με τα μηνύματα της γλώσσας των νέων, αλλά όχι αποκλειστικά με αυτά, νομίζω. Ίσως ο συνδυασμός της μεταβατικότητας της εποχής με την εξ ορισμού μεταβατικότητα της ψυχοκοινωνικής συνθήκης των νέων μας κάνουν να βλέπουμε σ’ αυτούς το χαρακτηριστικό αυτό εντονότερα. Πάντως, όλοι μας εκπέμπουμε συνεχώς μηνύματα, με διάφορους τρόπους που δεν υποψιαζόμαστε καν: το ντύσιμό μας, οι κινήσεις μας, οι εκφράσεις μας, το βλέμμα μας, πάμπολλες επιλογές της ζωής μας εκπέμπουν νοήματα που αποκωδικοποιούνται από τους άλλους, τις περισσότερες φορές αυτόματα και ασυναίσθητα. Συνεπώς, και η διαφοροποίηση από τα καθιερωμένα ενός κώδικά τόσο «εμφανούς» (σε πρώτο επίπεδο) όπως η γλώσσα εκπέμπει ως πρώτο και κύριο μήνυμα ακριβώς την επιθυμία διαφοροποίησής των νέων από έναν ολόκληρο –δεδομένο- κόσμο και δήλωσης στοιχείων μιας διαφορετικής ταυτότητας, όπως είπαμε και παραπάνω.
Από κει και πέρα, τα επιμέρους μηνύματα που προσπαθούν να περάσουν οι νέοι είναι τις περισσότερες φορές έμμεσα και διαμεσολαβημένα, κι έτσι δεν είναι εύκολο να τα αποκωδικοποιήσουμε μηχανιστικά, ούτε αδιαμφισβήτητα: είναι ρευστά, με κλίμακες και αποχρώσεις, εξαρτώνται δε από πολλούς παράγοντες, όπως και οι ίδιες οι ταυτότητες, άλλωστε. Οι πρώτοι αποδέκτες τους, οι άλλοι νέοι, τα αποκωδικοποιούν ίσως ευκολότερα, έστω και ασυνείδητα, με το ένστικτο. Να τονίσω όμως εδώ και κάτι άλλο, για να μην δίνεται λανθασμένη έμφαση σε ορισμένα ζητήματα: πρώτον, οι νέοι εκπέμπουν μηνύματα όχι μόνο με τη γλώσσα αλλά και με πάρα πολλές άλλες πρακτικές και στάσεις, και δεύτερον, δεν είναι μόνο οι νέοι που εκπέμπουν μηνύματα, με τη γλώσσα, τις πρακτικές και τις στάσεις, είναι όλες οι κοινωνικές ομάδες. Έτσι, η «ανάγνωση» του μέλλοντος, ανησυχία που λανθάνει, νομίζω, κάπως στην ερώτησή σας, δεν θα επιτευχθεί από την «ανάγνωση» των μηνυμάτων των νέων, αλλά από το τι θα προκύψει από τις συγκλίσεις και τις συγκρούσεις τους με τις δυνάμεις, τις τάσεις και τις εντάσεις που δημιουργούνται και εκφράζονται συνολικά στην κοινωνία και τα μηνύματα των ομάδων που τη συγκροτούν.

-Γιατί, κατά την άποψή σας, ο γλωσσικός κώδικας επικοινωνίας των νέων απασχολεί τόσο τον «κόσμο των ενηλίκων»;

-Η «γλώσσα των νέων» δεν απασχολεί απλώς τους ενηλίκους, τους ανησυχεί, απ’ όσο ακούμε και διαβάζουμε συχνότατα. Παντού όπου εξαπλώθηκαν ξεχωριστά νεανικά ιδιώματα (όχι μόνο στην Ελλάδα, δηλαδή) δημιουργήθηκε μεγάλη συζήτηση, την οποία πυροδότησαν πολλοί παράγοντες, που δεν έχουν να κάνουν μόνο με τις γενεαλογικές διαφορές (στα νιάτα μου εγώ.. κλπ. κλπ.). Ένας από τους λόγους για τον οποίο κατηγορείται δριμύτατα η γλώσσα των νέων στην Ελλάδα, αλλά ουσιαστικά αφορά ολόκληρο το γλωσσικό ρεπερτόριο των νέων, είναι η (υποτιθέμενη ή όχι και τόσο) άγνοια ορισμένων (όχι όλων!) λόγιων στοιχείων: της κλίσης τους, της σημασίας τους, της χρήσης τους γενικότερα. Αυτό συνδέθηκε και με τις εκπαιδευτικές επιλογές της μεταπολίτευσης για τον περιορισμό της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής, σταθερό σημείο αναφοράς ολόκληρης της κυρίαρχης νεοελληνικής ιδεολογίας, όπου όλα τα γλωσσικά στερεότυπα που συναντούμε γενικότερα, σε πολλές κοινωνίες, συνδέονται εδώ με την αρχαία (βαρύτατη…) κληρονομιά. Το γεγονός είναι, πάντως, ότι οι λόγιοι σχηματισμοί περιορίστηκαν πολύ στην αυθόρμητη καθημερινή γλώσσα όλων, μετά την καθιέρωση της δημοτικής, το 1976, και τον δραστικό περιορισμό στοιχείων της καθαρεύουσας στον λόγο μόνο των μεγαλύτερων σε ηλικία γενεών. Δεν εκτίθεται δηλαδή ο νέος σε ένα μεγάλο μέρος των λόγιων σχηματισμών, όπως γινόταν παλαιότερα, και, συνεπώς, ο μόνος χώρος όπου τα μαθαίνει είναι το σχολείο, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Ωστόσο, η βασική αντίδραση των ενηλίκων στα ιδιώματα των νέων οφείλεται, κατά τους κοινωνιολόγους και τους γλωσσολόγους, στο σημαινόμενο, στο λανθάνον περιεχόμενό τους, όχι τόσο στη μορφή τους, που μάλλον πρόσχημα αποτελεί. Με άλλα λόγια, οι αξιολογικές κρίσεις και οι επικρίσεις για το νέο αυτό γλωσσικό φαινόμενο αφορούν την απομάκρυνση, την αμφισβήτηση, την άρνηση που σηματοδοτεί απέναντι στον κόσμο των ενηλίκων. Την άρνηση αυτή την αντιλαμβάνονται οι ενήλικοι ως «αναίδεια», την αποδίδουν στην «άγνοια» των κανόνων της πρότυπης γλώσσας (αγνοώντας οι ίδιοι τους νόμους που διέπουν την αέναη γλωσσική μεταβολή) και απωθούν το μήνυμα που εκπέμπει ο νέος κόσμος, μη αποδεχόμενοι ότι αυτοί αποτελούν τον «παλιό».
Η απώθηση αυτή ενισχύεται όχι μόνο από το βιολογικό πλεονέκτημα και το πλεονέκτημα της προοπτικής του μέλλοντος, που εξ ορισμού κατέχουν οι νέοι, αλλά και από το ότι, στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ως κοινωνική ομάδα δεν έχουν γνωρίσει πείνα και πόλεμο, μόνο την (μέχρι πρότινος…) ευημερία… Αυτό ενεργοποιεί τα γνωστά συντηρητικά αντανακλαστικά, «εμείς στην ηλικία σας…», τα οποία, βέβαια, μπροστά στην υπάρχουσα κρίση και την αβέβαιη έκβασή της, αρχίζουν και εξασθενούν: τη θέση τους αναλαμβάνουν, για τους ευαίσθητους κοινωνικά γονείς, η μεγάλη ανησυχία για το συνολικό μέλλον των σημερινών γενεών και όχι απλώς για τους γλωσσικούς τους κώδικες…

-Ο συγκεκριμένος γλωσσικός κώδικας επικοινωνίας θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διερεύνησης στο πλαίσιο των μαθημάτων των νέων ελληνικών και της γλώσσας στο σχολείο, ώστε οι μαθητές να έρθουν με έναν τρόπο πιο δημιουργικό σε επαφή με το πολυδιάστατο και πολυσύνθετο φαινόμενο της γλώσσας; Εάν ναι, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να επιτευχθεί το παραπάνω;

-Πραγματικά, η ερώτηση αυτή θίγει ένα ζήτημα πολυσυζητημένο στην παιδαγωγική θεωρία, αλλά ελάχιστα εφαρμοσμένο στην παιδαγωγική πρακτική: το ότι –το διατυπώνω αναγκαστικά λίγο σχηματικά- η νέα γνώση χτίζεται πάνω σε υπάρχοντα πλαίσια γνώσης και επιτυγχάνεται καλύτερα η εκμάθησή της, όταν αξιοποιείται συγχρόνως και η βιωματική εμπειρία του μαθητικού πληθυσμού. Επειδή και πάλι ο Ανδρουτσόπουλος έχει προτείνει ένα σχετικό πλαίσιο, σας παραπέμπω σ’ αυτόν:
Διδακτικές εφαρμογές: Στη βιβλιογραφία έχουν προταθεί διδακτικές ενότητες με αντικείμενο τη γλώσσα των νέων στο μάθημα της γλώσσας σε επίπεδο λυκείου. Ο στόχος της διδακτικής εφαρμογής είναι διπλός: Οι μαθητές βλέπουν τα χαρακτηριστικά, τις λειτουργίες και τις συνθήκες χρήσης του λεξιλογίου τους από μια άλλη οπτική γωνία. Ταυτόχρονα, η γλώσσα των νέων χρησιμεύει ως αφορμή για να συζητηθούν στην τάξη θέματα όπως η γλωσσική ποικιλότητα (κοινωνικές διαφορές στη χρήση της γλώσσας), η γλωσσική νόρμα (τι θεωρείται “σωστό” και “κατάλληλο” σε διάφορες περιστάσεις), η γλωσσική εξέλιξη και αλλαγή. Όσο για το υλικό, ο δάσκαλος ζητά από τους μαθητές είτε να γράψουν ένα διάλογο ανάμεσα σε νέους είτε να συλλέξουν νεανικές λέξεις και εκφράσεις προφορικά (με ένα απλό ερωτηματολόγιο) ή από γραπτές πηγές. Οι ίδιοι οι μαθητές παρουσιάζουν στην τάξη π.χ. τη σημασία ή ετυμολογία των λέξεων ή μια σύγκριση του υλικού με λεξικά της κοινής γλώσσας, ενώ ο δάσκαλος καθοδηγεί τη συζήτηση στα παραπάνω γενικότερα θέματα. Με παρόμοιο τρόπο, η γλώσσα των νέων μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη διδασκαλία της ξένης γλώσσας (σε προχωρημένο επίπεδο), όπου η περιέργεια των νεαρών μαθητών για την έκφραση των συνομηλίκων τους στην υπό εκμάθηση γλώσσα είναι μεγάλη.

-Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να αναφερθούμε σε ένα ζήτημα που απασχολεί σοβαρά γονείς και εκπαιδευτικούς: την σχεδόν καθημερινή χρήση των χαρακτηριζόμενων “greeklish” από τους νέους στο Facebook, με το οποίο ασχολούνται πολλές ώρες. Κατ’ αρχάς, θεωρείτε ότι είναι δικαιολογημένος ο φόβος γονιών και εκπαιδευτικών ότι τα **”greeklish”** έχουν ως συνέπεια να γίνεται “φτωχό” το λεξιλόγιο των νέων και κατά δεύτερον, πιστεύετε ότι το Facebook, τα διαδικτυακά παιχνίδια και γενικότερα το διαδίκτυο, θα μπορούσαν να έχουν μία θετική επίδραση στο νέο και να τον βοηθήσουν να διευρύνει το λεξιλόγιο του; Αν ναι, με ποιον τρόπο θα μπορούσε το διαδίκτυο να διαδραματίσει έναν τέτοιο θετικό ρόλο;

-Η ερώτηση αυτή από μόνη της αποτελεί ένα άλλο μεγάλο θέμα συζήτησης και εδώ θα αναφερθώ μόνο σε ένα-δυο σημεία του, γιατί ήδη έχω επεκταθεί πολύ στα υπόλοιπα θέματά μας. Αντίθετα με αυτό που πιστεύεται, τα Greeklish δεν ταυτίζονται με τη «γλώσσα των νέων»: είναι τρόπος γραφής στον υπολογιστή (ελληνική γλώσσα με λατινικούς χαρακτήρες) και μπορεί να γραφτεί οτιδήποτε σ’ αυτόν, από οποιαδήποτε ηλικίας άτομο! Ωστόσο, πράγματι οι νέοι χρησιμοποιούν πολύ τα Greeklish, διότι αυτοί είναι η γενιά που μεγάλωσε με «φυσική», θα λέγαμε, αυτονόητη συντροφιά τους υπολογιστές και την επικοινωνία μέσω του -αγγλόφωνου κυρίως- διαδικτύου. Το γεγονός ότι είναι τρόπος γραφής σημαίνει ότι δεν έχει να κάνει τίποτε με την υποτιθέμενη “φτώχεια” του λεξιλογίου των νέων, η οποία, και πάλι, θεωρούμε ότι αποτελεί υπερβολή των μεγαλύτερων γενεών…
Όσο για τον θετικό ρόλο που θα μπορούσε να παίξει το διαδίκτυο, να σημειώσω πρώτα ότι είναι κρίμα, πραγματικά, να τον περιορίζουμε στη διεύρυνση του λεξιλογίου… Αυτή η μάλλον παλαιά άποψη για τη γλώσσα, ότι (σχηματικά…) γλώσσα ίσον λεξιλόγιο, αδικεί τις πολλές, ποικίλες και σύνθετες λειτουργίες της. Το διαδίκτυο, πράγματι, μπορεί και κάνει πολλά για τους νέους: το αν είναι «θετικά» ή «αρνητικά» εξαρτάται από τη χρήση που του γίνεται. Όπως κάθε εργαλείο, στην ουσία του είναι «ουδέτερο». Και να προσθέσω ακριβώς, τελειώνοντας και χωρίς να έχω τη δυνατότητα να μπω σε λεπτομέρειες εδώ, ότι, από αυτά που δείχνουν οι έρευνες, οι νέοι χρησιμοποιούν τα Greeklish για συγκεκριμένες αιτίες και λόγους, με συγκεκριμένους στόχους, αποδίδοντάς τους συγκεκριμένες λειτουργίες. Σημαίνει ότι, συνειδητά ή ασυνείδητα, ξέρουν πολύ καλά να παίζουν με τους «τρόπους» της γλώσσας και της γραφής της για την επίτευξη του κατάλληλου επικοινωνιακού αποτελέσματος, που είναι και το ζητούμενο.

-Είσαστε μία πολύ έγκριτη γλωσσολόγος. Γι’ αυτό, κλείνοντας, θα ήθελα να μας καταθέσετε τη δική σας άποψη σχετικά με το εάν η ελληνική γλώσσα στο πλαίσιο της πιο δύσκολης για τη χώρα μας εποχή -μία εποχή έντονων ανακατατάξεων και σοβαρών οικονομικών αλλά και κοινωνικών προβλημάτων- «φτωχαίνει» ή, αντίθετα, εξελίσσεται;

-Το τελευταίο που θα έλεγα είναι ότι η γλώσσα μας «φτωχαίνει»! Αντίθετα, πιστεύω ότι, μετά τη μεταπολίτευση και την απελευθέρωση, μεταξύ άλλων, και γλωσσικών δυνάμεων, τα νέα ελληνικά έχουν σαφώς εμπλουτιστεί. Έχουν αποκτήσει μια νέα κοινή γλώσσα, πάνω στη συντακτική δομή της δημοτικής, με την ένταξη όμως πολλών λόγιων στοιχείων σ’ αυτήν, και εξυπηρετούν με επάρκεια και αποτελεσματικότητα πολλά είδη λόγου: από τον επιστημονικό μέχρι τον εκφραστικό καθημερινό, από τον λογοτεχνικό μέχρι τον τηλεοπτικό κ.ο.κ. Παράγεται πολύς και εξαιρετικός λόγος τα τελευταία χρόνια, με την εξέλιξη της κοινωνίας και την ανάπτυξη της επιστήμης, των τεχνών και της επικοινωνίας – διαδικτυακής και άλλης. Φυσικά, γνωρίζω ότι κυκλοφορεί ευρύτατα η στερεοτυπική άποψη ότι η γλώσσα «φτωχαίνει» και «παρακμάζει» στις σημερινές, δύσκολες συνθήκες της παγκόσμιας πορείας. Τα παράπονα όμως που εκφράζονται αποτελούν μέρος συγκεκριμένων ιδεοληψιών για τα δάνεια, την εξέλιξη της γλώσσας, τη γλωσσική συμπεριφορά νέων, που συζητάμε εδώ, και άλλα διάφορα. Τα γνωρίζουμε καλά και έχει μελετηθεί η κοινωνιολογική τους (όχι γλωσσολογική!) βάση και για άλλες γλώσσες. Αντίθετα με τις διαμαρτυρίες αυτές, ως προς την Ελλάδα, θεωρώ (και δεν είναι απλώς «άποψή μου», στηρίζεται στην όλη -πλουσιότατη, και αυτή- σύγχρονη γλωσσολογική τεκμηρίωση), ότι ιδιαίτερα αυτά τα τελευταία σαράντα περίπου χρόνια η γλώσσα μας έχει κατακτήσει μια ισορροπία που της επιτρέπει να καλύπτει με επάρκεια τις εκφραστικές ανάγκες μιας σύνθετης μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Και όχι μόνο. Ας μην ξεχνάμε ότι αποκτά συνεχώς νέους ομιλητές, λόγω των διαφόρων μεταναστευτικών κυμάτων που δεχόμαστε, οι οποίοι αναζωογονούν τόσο την ίδια τη γλώσσα όσο και τη μελέτη της.
Τέλος, ας έχουμε υπόψη μας ότι, όπως κάθε φυσική, ζωντανή γλώσσα ανεξαιρέτως, μεταβάλλει και αυτή στοιχεία της, άλλοτε με ταχύτερους άλλοτε με αργότερους ρυθμούς: το ότι «αλλάζει για να παραμείνει η ίδια», αν θέλουμε να παραφράσουμε θετικά τον Γατόπαρδο του Lampedusa, δεν υπάρχει κανένας επιστημονικός λόγος να θεωρείται «παρακμή»!

-Κυρία Κακριδή, σας ευχαριστώ για την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη.

-Σας ευχαριστώ κι εγώ για την ευκαιρία που μου δώσατε να μιλήσω για ένα θέμα που μ’ ενδιαφέρει πραγματικά πολύ.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s