Interview_14

Συνέντευξη 14η “Η γλώσσα των νέων” (9/10/2012)

Είχα την τιμή και τη χαρά να εξασφαλίσω, για τη σελίδα μου, συνέντευξη με μία σπουδαία γλωσσολόγο, την Επίκουρη Καθηγήτρια στον Τομέα Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Μάρω Κακριδή. Η κ. Κακριδή υπήρξε καθηγήτρια μου, κατά τα φοιτητικά χρόνια στην Ελληνική Φιλολογία. Το πάθος της για το αντικείμενο και ο τρόπος διδασκαλίας της, δυνάμωσαν το ενδιαφέρον και την αγάπη μου για τη γλωσσολογία. Η συγκεκριμένη συνέντευξη πραγματεύεται ένα από τα πιο αγαπημένα μου ζητήματα: την αργκό. Όλοι οι συμμαθητές μου θα θυμούνται το γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας που χρησιμοποιούσαμε στα όμορφα εκείνα μαθητικά μας χρόνια, με εκφράσεις τύπου «πάμε πλατεία;», «έγινε ρόμπα», «τζάμι» και πολλές ακόμα λέξεις που «ζωγράφιζαν» τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τις ιδέες μας, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο!! Πιστεύω ότι αυτό που ορίζουμε ως «γλώσσα των νέων», σε κάθε εποχή και σε κάθε κοινωνία, κρύβει έναν τεράστιο πλούτο γιατί αποτυπώνει τα συναισθήματα, τα βιώματα και την κοσμοθεωρία μίας ολόκληρης γενιάς και αυτός ακριβώς είναι κι ο λόγος που αποτελεί τόσο συχνά αντικείμενο διερεύνησης. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι αποφάσισα να χωρίσω τη συνέντευξη σε 2 μέρη, γιατί δεν ήθελα να αφαιρέσω τίποτα. Το υλικό που μας παρέχει η κ. Κακριδή είναι πραγματικά πολύτιμο! Εξάγονται σημαντικά συμπεράσματα για τη «γλώσσα των νέων», τους σκοπούς και τις ανάγκες που εξυπηρετεί, τα μέσα που χρησιμοποιεί, τις διαφοροποιήσεις σε σχέση με αντίστοιχους γλωσσικούς κώδικες του παρελθόντος καθώς επίσης τη σχέση της «γλώσσας των νέων» με όλα τα νέα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το facebook και το twitter.

Λίγα λόγια για τη γλωσσολόγο: Η Μάρω Κακριδή είναι επίκουρη καθηγήτρια στον Τομέα Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου διδάσκει από το 1982. Σπούδασε γλωσσολογία στην Αθήνα και το Παρίσι και εξειδικεύτηκε στην κοινωνιογλωσσολογία και την ανάλυση λόγου. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα και οι δημοσιεύσεις της αφορούν προβλήματα πραγματολογίας και ανάλυσης λόγου, σχέσεις γλώσσας και κοινωνίας (γλώσσα και φύλο, γλώσσα των νέων κ.ά.), προβλήματα γλωσσικού σχεδιασμού και πρότυπης γλώσσας, στερεότυπα, ιδεολογία και στάσεις απέναντι στη γλώσσα.

-Κυρία Κακριδή, είναι σαφές ότι οι νέοι δημιουργούν το δικό τους γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας, ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης τόσο από μέλη της επιστημονικής κοινότητας (γλωσσολόγους, κοινωνιολόγους, ψυχολόγους) όσο και από ανθρώπους των Μ.Μ.Ε., που θεωρούν ότι η «γλώσσα των νέων» αποτελεί ένα θέμα με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να σας ρωτήσω πρόκειται για ένα διαχρονικό φαινόμενο;

-Η γλώσσα των νέων, όπως την εννοούμε σήμερα, δεν είναι τόσο «διαχρονικό» φαινόμενο όσο νομίζει ο κόσμος. Δεν υπήρχε πάντα, δηλαδή. Όσο και αν οι νεότεροι διαφοροποιούν συνήθως τον τρόπο ομιλίας τους σε σχέση με τους μεγαλύτερους, και έτσι προχωράει και εξελίσσεται η γλώσσα, το φαινόμενο που είναι ευρύτερα γνωστό στην εποχή μας ως «γλώσσα των νέων» είναι αρκετά πρόσφατο. Αρχίζει να καταγράφεται στον ευρωπαϊκό χώρο από τη δεκαετία του ’80, άρα η δημιουργία του μπορεί να υποτεθεί ότι άρχισε κάποια χρόνια πριν. Η μελέτη και η διερεύνησή του από τη γλωσσολογία χρονολογείται από τότε περίπου, αλλά κυρίως από τη δεκαετία του ’90 και μετά. Η «γλώσσα των νέων», λοιπόν, με τη μορφή του μαζικού εκφραστικού φαινομένου, του οποίου έχει απόλυτη συνείδηση τόσο η γενιά που το δημιουργεί όσο και οι άλλες γενιές, που απλώς το ακούν, που απλώς το προσλαμβάνουν, είναι πολύ πρόσφατο φαινόμενο.

-Πώς ορίζουμε τη «γλώσσα των νέων»;

-Με τον γενικό αυτόν όρο ονομάζουμε συνήθως «τη γλωσσική ποικιλία που χρησιμοποιείται από μια μεγάλη μερίδα νέων υπό συνθήκες κοινωνικής εγγύτητας και ιδιωτικής επικοινωνίας», όπως λέει ένας από τους πιο γνωστούς και πιο έγκυρους μελετητές της, ο Γιάννης Ανδρουτσόπουλος. Πρόκειται ουσιαστικά για τους ξεχωριστούς τρόπους επικοινωνίας και τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν την ομιλία των εφήβων, δεν πρόκειται όμως για μια ενιαία γλώσσα. Οι νέοι δεν είναι μια ομοιογενής ομάδα: διαφοροποιούνται τόσο ανάλογα με τις γενικότερες κατηγορίες που διαφοροποιούν την κοινωνία (φύλο, κοινωνική τάξη, μόρφωση, επάγγελμα κ.ά.), όσο και ανάλογα με την παρέα και τα ενδιαφέροντά της (μουσική, αθλητισμός, μηχανές κλπ.), τη γειτονιά, το σχολείο, τα μέρη και τους τρόπους ψυχαγωγίας της. Αντίστοιχα διαφοροποιούνται και οι εκφάνσεις της «γλώσσας των νέων». Γι’ αυτό και στη γλωσσολογία προτιμούμε να μιλάμε για ιδιώματα των νέων. Σίγουρα, όμως, οι σημερινοί, ξεχωριστοί τρόποι επικοινωνίας των εφήβων παρουσιάζουν ορισμένα κοινά και αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, που τους διαφοροποιούν συνολικά από τη γλώσσα που μιλούν οι ενήλικες ή που μιλούν οι ίδιοι οι νέοι σε άλλες, επίσημες ή ασύμμετρες περιστάσεις (π.χ. στον διευθυντή του σχολείου). Αυτό ακριβώς είναι, για μένα τουλάχιστον, το νέο και σημαντικό στοιχείο σ’ αυτή την πολύ πρόσφατη, όπως είπαμε, νεανική γλωσσική διαφοροποίηση, και σ’ αυτό οφείλεται το ότι της δίνεται η γενικότερη ονομασία «γλώσσα των νέων»: αυτοί οι εκφραστικοί τρόποι αναγνωρίζονται τα τελευταία χρόνια από την κοινότητα ως ξεχωριστό είδος ποικιλίας, η οποία αποτελεί, όπως είναι πια γνωστό, αντικείμενο πολλών συζητήσεων, πολλών αντιπαραθέσεων και –ευτυχώς!- μελετών.

-Ποιοι είναι οι σκοποί και ανάγκες που εξυπηρετεί η «γλώσσα των νέων»;

-Όπως και οι άλλες περιπτώσεις κοινωνικής διαφοροποίησης, έτσι και τα νεανικά ιδιώματα συνδέονται με αυτό που ονομάζουμε ταυτιστικές πράξεις, πράξεις δηλαδή που σκοπό έχουν να οικοδομήσουν συγκεκριμένο είδος ταυτότητας στο άτομο, εκφράζοντας και τονίζοντας τη συμμετοχή του στην ομάδα που το ενδιαφέρει, ενώ συγχρόνως το διαφοροποιούν από την υπόλοιπη κοινότητα (στην περίπτωσή μας, των ενηλίκων ή άλλων νεανικών ομάδων). Η συμβολική λειτουργία των νεανικών ιδιωμάτων είναι, με άλλα λόγια, η οικοδόμηση και η έκφραση της ταυτότητας που χαρακτηρίζει την ομάδα όπου ανήκει ο/η κάθε νέος/α, της θέσης της στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο, των αντιλήψεών της, των στάσεων, των αξιών, των ενδιαφερόντων της, με δυο λόγια της «κοσμοθεωρίας» της. Γι’ αυτόν το στόχο, η γλώσσα συνεργάζεται και με άλλους σημειολογικούς κώδικες, όπως π.χ. τον εξίσου σημαντικό ενδυματολογικό κώδικα. Η νεανική γλωσσική διαφοροποίηση τονίζει συγχρόνως την ανάγκη αλληλεγγύης και συσπείρωσης της παρέας, δημιουργεί σύσφιξη των συναισθηματικών δεσμών, ενώ, αντίθετα, εκφράζει και τη συμβολική αντίσταση σε κυρίαρχες ομάδες και ιδεολογίες. Παράλληλα όμως, μέσω της χρήσης της γλώσσας τους, οι ίδιοι οι νέοι αποφασίζουν ποιοι θέλουν να ανήκουν στην κουλτούρα τους και ποιοι όχι, χρησιμοποιούν δηλαδή τη νεανική αργκό και ως τρόπο κοινωνικού «ελέγχου» της συμμετοχής στην ομάδα. Όποιος δεν ξέρει να τη μιλά ή δεν τη μιλά αρκετά καλά, σύμφωνα με τους κανόνες της παρέας, στιγματίζεται ή και εξοβελίζεται από αυτήν.

-Θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τις ρίζες του συγκεκριμένου γλωσσικού κώδικα επικοινωνίας; Πότε, δηλαδή, και πώς «γεννήθηκε»;

-Πραγματικά, νομίζω ότι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αναφερθούν οι λόγοι και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκαν τα νεανικά ιδιώματα, κυρίως για να καταλάβουμε τη μεγάλη διαφορά τους από τυχόν διαφοροποιήσεις σε παλαιότερες εποχές, να ερμηνεύσουμε το νόημά τους και να κατανοήσουμε και τις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Ξέρουμε ότι, ως κοινωνικό φαινόμενο, η εφηβεία στις μοντέρνες βιομηχανικές κοινωνίες χαρακτηρίζεται από την ανάγκη αντιμετώπισης μιας ασυνέχειας ως προς την κοινωνική της υπόσταση, όπου οι νέοι βιώνουν τις δυσχέρειες και τις αντιφάσεις μιας δύσκολα καθορίσιμης φάσης της ζωής τους. Έχουν χάσει την προηγούμενη, παιδική υπόστασή τους, ωστόσο δεν έχουν ακόμη αποκτήσει αυτήν του ενήλικα. Παρά ταύτα, καλούνται να αντιμετωπίσουν νέες νόρμες και σαφώς καθορισμένες προσδοκίες ρόλων (π.χ. των υποψηφίων για εισαγωγή σε κάποια πανεπιστημιακή σχολή), οι οποίες και καθοδηγούν τη συμπεριφορά τους. Φαίνεται μάλιστα ότι οι μεταπολεμικές συνθήκες ευνόησαν τη μετατροπή των νέων σε ομάδα με ακόμη σαφέστερα ιστορικοκοινωνικά χαρακτηριστικά και σ’ αυτό συνετέλεσαν ορισμένοι πολύ συγκεκριμένοι παράγοντες. Πρώτα απ’ όλα, με την καταπολέμηση της παιδικής θνησιμότητας και των ασθενειών, ο εφηβικός πληθυσμός που φτάνει 18 ετών διπλασιάζεται στον δυτικό κόσμο μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Συγχρόνως, ο αναπτυσσόμενος τεχνολογικός πολιτισμός καταργεί παλαιά επαγγέλματα ή καθιστά παλαιότερες δεξιότητες άχρηστες για την εξέλιξη ορισμένων από αυτά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να εξασθενούν ακόμα περισσότερο οι δεσμοί μεταξύ των γενεών, μια που οι γνώσεις και η εμπειρία των γονέων δεν είναι επαρκείς για τις ανακατατάξεις που ακολούθησαν τον πόλεμο. Η δημιουργία μεγαλύτερου χάσματος και ασυνέχειας μεταξύ των ηλικιών είναι, κατά συνέπεια, αναπόφευκτη. Επιπλέον, τα προβλήματα κοινωνικής ενσωμάτωσης των ατόμων στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες, με την υψηλή εξειδίκευση στην κατανομή εργασίας, συνεπάγονται μακρές περιόδους εκπαίδευσης και εξάσκησης για την προετοιμασία των ενήλικων ρόλων και της υπευθυνότητάς τους. Η μεταπολεμική δηλαδή επέκταση της εκπαίδευσης συντελεί στο να μορφώνονται περισσότεροι νέοι και περισσότερο απ’ ό,τι μορφώνονταν οι γονείς τους, ποσοτικά και ποιοτικά. Αυτό, πρακτικά, σημαίνει ότι ξοδεύουν πολύ περισσότερο χρόνο με συνομηλίκους τους στα σχολεία, τη γειτονιά και όπου αλλού τους οδηγεί το άνοιγμα της κοινωνικής ζωής. Τα σχολεία κυρίως, και η γειτονιά, γίνονται ο βασικός τόπος επαφής των εφηβικών πληθυσμών και εκεί σχηματίζονται οι εφηβικές κοινότητες με τις χαρακτηριστικές αξίες, τις νόρμες και την (αυστηρή) ιεραρχική δομή τους. Ο διπλασιασμός του εφηβικού πληθυσμού, οι δεσμοί ανάμεσα σε ενηλίκους και εφήβους που εξασθενούν ακόμα περισσότερο και ο μεγαλύτερος συγχρωτισμός των εφήβων μεταξύ τους ευνοούν έτσι την εμφάνιση μιας σαφέστερης κοινωνικής αυτοσυνειδησίας των μεταπολεμικών εφηβικών ομάδων από ό,τι στις προηγούμενες περιόδους, καθώς και τη δημιουργία μιας νεανικής κουλτούρας με τις δικές της δραστηριότητες, στάσεις και πολιτισμικά περιεχόμενα. Οι ατομικές και κοινωνικές ταυτότητες των εφήβων διαμορφώνονται έτσι μέσω της συμμετοχής τους σε πυκνά δίκτυα συνομηλίκων και στις διάφορες εκφάνσεις της νεανικής αυτής κουλτούρας (π.χ. τα διάφορα νεανικά μουσικά ρεύματα), ενώ η γνώση κάθε επιμέρους τέτοιας έκφανσης, της θεματολογίας της και των σημειολογικών της χαρακτηριστικών μετατρέπεται σε πολιτισμικό και γλωσσικό κεφάλαιο για τον έφηβο, προσδίδοντάς του κύρος στο πλαίσιο της παρέας.
Συγχρόνως, η συνολική άνοδος του βιοτικού επιπέδου μεταπολεμικά συντελεί στο να δημιουργηθεί και να ανθίσει με τα χρόνια μια ισχυρή αγορά, που απευθύνεται στους νέους και συντηρείται από αυτούς, αξιοποιώντας και ενισχύοντας τα πολιτισμικά πεδία της νεανικής κουλτούρας με στόχο το κέρδος: δημιουργεί νεανικά ρούχα, νεανικά περιοδικά, χρηματοδοτεί μια ολόκληρη μουσική, κινηματογραφική και επικοινωνιακή βιομηχανία, μια ξεχωριστή βιομηχανία νεανικών τροφίμων κ.ά. Όλα αυτά επανατροφοδοτούν και ενδυναμώνουν την ξεχωριστή αίσθηση ταυτότητας της εφηβικής ηλικίας, η οποία διαφοροποιείται και γλωσσικά με σαφέστερο τρόπο απ’ ό,τι παλαιότερα. Έχουμε πολύ πιο εκτεταμένη χρήση νεανικών εκφράσεων και σχετικά γρήγορη διάδοσή τους από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, τα οποία, επιπλέον, παίζουν σημαντικό ρόλο στη διασύνδεση νεανικών ομάδων από διαφορετικούς τόπους. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τα γενικότερα χαρακτηριστικά της νεανικής κουλτούρας, συντελεί στη διαμόρφωση κοινών στοιχείων μεταξύ μορφών της γλώσσας των νέων σε διαφορετικές ευρωπαϊκές πραγματικότητες, σε λεξιλογικό, συνομιλιακό και εν μέρει δομικό επίπεδο. Τις στενά γλωσσικές διαφορές θα τις δούμε αμέσως παρακάτω. Εδώ θέλω μόνο να τονίσω και πάλι ότι οι διαφορετικές ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που επικράτησαν μεταπολεμικά ήταν αυτές που συνέβαλαν στη δημιουργία των νεανικών ιδιωμάτων, και να επαναλάβω ότι οι νέοι μπορεί πάντα να διαφοροποιούνταν κάπως από τη γονεϊκή παραλλαγή γλώσσας, ωστόσο το σημερινό μαζικό φαινόμενο της λεγόμενης γλώσσας των νέων όχι, δεν υπήρχε πάντα με αυτή τη μορφή, είναι καινούριο.

-Ποια είναι η εξελικτική πορεία που ακολούθησε;

-Όσο για την εξελικτική του πορεία, θεωρώ ότι ορίζεται από τη συνειδητοποίηση του φαινομένου και της όποιας δυναμικής του τόσο από τις ομάδες που το δημιούργησαν (τους ίδιους τους νέους) όσο και από τις αντιδράσεις που προξένησε στους ενηλίκους. Αυτά βρίσκονται και στη βάση της ευρύτατης διάδοσης των νεανικών ιδιωμάτων, αλλά και στην ενσωμάτωση εκφράσεων και στοιχείων τους στον λόγο πολλών ενηλίκων – στην ενσωμάτωση αυτών των εκφράσεων, δηλαδή, στον οικείο και ανεπίσημο λόγο της κοινωνίας. Παράλληλα, η τεράστια διάδοση των μέσων διαδικτυακής δικτύωσης και επαφής αποτελεί έναν επιπλέον παράγοντα που καθορίζει την εξέλιξή τους: πέρα από τα παλαιότερα chatrooms, σήμερα το facebook, το twitter κ.τ.ό. αποτελούν σημεία αναφοράς για τους νέους, τη ζωή τους και τη χρήση των γλωσσικών τους πόρων. Η όποια ρευστότητα τα χαρακτηρίζει δεν αναιρεί τα βασικά χαρακτηριστικά του φαινομένου.

-Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της «γλώσσας των νέων»;

-Τα γλωσσικά χαρακτηριστικά των εφηβικών ιδιωμάτων, που τα διαφοροποιούν από την καθιερωμένη γλώσσα, αφορούν κυρίως τους τρόπους ανανέωσης του λεξιλογίου και του σημασιολογικού δυναμικού που χρησιμοποιείται από τους νέους για τη δημιουργία νέων εκφράσεων και «δεν αγγίζουν τον ‘σκληρό πυρήνα’ της γλωσσικής δομής» (Ανδρουτσόπουλος), δηλαδή τη σύνταξη κυρίως. Γενικά, θα λέγαμε ότι ούτε το φωνητικό/φωνολογικό επίπεδο της γλώσσας αγγίζουν, οι δε μορφολογικές καινοτομίες τους (θα τις δούμε αμέσως μετά, στη σύνθεση, την παραγωγή και τον χειρισμό των προθημάτων, των επιθημάτων, των καταλήξεων κλπ.) βασίζονται στη συντριπτική τους πλειονότητα σε υπάρχοντα στοιχεία και μηχανισμούς της γλώσσας. Για την οικοδόμηση και την έκφραση λοιπόν της ταυτότητάς τους, οι νέοι αξιοποιούν όλες τις γλωσσικές πηγές που διαθέτει η κοινότητα: την κοινή καθημερινή γλώσσα, τις τοπικές ποικιλίες, την καθαρεύουσα (με σκωπτική συνήθως χροιά), περιθωριακά συστήματα που υπήρχαν και πριν τα εφηβικά ιδιώματα (αργκό, γλώσσα της πιάτσας, ποδανά), ειδικά λεξιλόγια που αναφέρονται σε πολιτιστικούς και κοινωνικούς χώρους που αφορούν τη νεολαία (κινηματογράφος, μουσική, βιντεοκλίπ, ηλεκτρονικά παιχνίδια, μηχανές, ναρκωτικά, αθλητισμός, Μ.Μ.Ε.), δάνεια από ξένες γλώσσες ή από μειονοτικές γλώσσες που συνυπάρχουν στην περιοχή.
Ο Ανδρουτσόπουλος, μελετητής στον οποίο, όπως σημείωσα και προηγουμένως, χρωστάμε πάρα πολλά σχετικά με τις γνώσεις μας για τα νεανικά ιδιώματα, διαχωρίζει τρία βασικά επίπεδα ως προς τη διαφοροποίηση των νέων από την κοινή γλωσσική χρήση: Το πρώτο επίπεδο αφορά διαφοροποιήσεις που φαίνεται να χαρακτηρίζουν γενικότερα αυτό το ηλικιακό στάδιο και που οφείλονται στην τάση των νεότερων ηλικιών να χρησιμοποιούν στη γλώσσα τους στοιχεία κοινωνικά στιγματισμένα (βλ. π.χ. την εκτεταμένη και πολυλειτουργική χρήση του μαλάκας) ή καινοτομικά στοιχεία (βλ. π.χ. ταπηροκρανίαση) περισσότερο από ό,τι οι άλλες ηλικίες. Το δεύτερο επίπεδο περιλαμβάνει, ειδικότερα, τα ιδιαίτερα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα σημερινά εφηβικά ιδιώματα, την κατεξοχήν γλώσσα των νέων. Αναφέρω εδώ, επιλεκτικά, ορισμένα παραδείγματα των μηχανισμών μέσω των οποίων οι νέοι ανανεώνουν το εκφραστικό τους δυναμικό στα σημασιολογικά πεδία που τους ενδιαφέρουν (να σημειώσω ότι ορισμένα από τα παραδείγματα είναι ήδη «παλιά», έχουν αντικατασταθεί από άλλα, αυτό όμως δείχνει και τη ρευστότητα των εκφράσεων που χρησιμοποιούνται από τις παρέες): Έχουμε σημασιολογικούς νεολογισμούς, δηλαδή αλλαγή σημασίας σε γνωστές λέξεις ή εκφράσεις: τζάμι, δεν υπάρχει = υπέροχο, δε λέει = δεν αξίζει, Τατιάνα = κουτσομπόλα, παρέδωσα πινακίδες, κατέβασα γενικό = κουράστηκα, το ’χω = είμαι ικανός να το κάνω κλπ. Έχουμε, ακόμη, επέκταση της χρήσης παραγωγικών καταλήξεων που προϋπάρχουν, κυρίως του πολύ οικείου, ανεπίσημου ύφους της καθομιλουμένης, και μάλιστα πολλές φορές σε σύνθεση με μη αναμενόμενες ρίζες. Ο στόχος είναι η δημιουργία είτε νέων εννοιών με νέες λέξεις είτε απλώς νέων λέξεων: χαριτωμενιά, ανετιά, κλαμπάκιας, φοιτητόνι, τα πουλητάρια (= οι φίλοι που σε πουλούν) κλπ. Έχουμε δανεισμό διαφόρων στοιχείων, κυρίως από τα αγγλικά (αλλά όχι μόνο), τα οποία μπορεί να παραμένουν αυτούσια, τις περισσότερες φορές όμως είτε προσαρμόζονται στα ελληνικά είτε συντίθενται με ελληνικά στοιχεία, με ιδιαίτερα δημιουργικό και παιγνιώδη τρόπο: χαϊχλίδογλου, μούλιγκαν, σινταουνιάσου, πουρέϊντζερ, κρεββατάμπλ, καταστασιόν, τρεζ απελπιστίκ από τα γαλλικά) κλπ. Έχουμε, τέλος, δημιουργία νέων ιδιωματικών εκφράσεων είτε με αξιοποίηση συντακτικών μηχανισμών που προϋπάρχουν (πάμε πλατεία, όπως π.χ. πάω Πάτρα, τρώω ήττα, τρώω χι όπως π.χ. τρώω χυλόπιτα, είτε με δημιουργία νέων, π.χ. με ανακατανομή των συντακτικών κατηγοριών: η κατάσταση είναι όπα (επιφώνημα ως κατηγορούμενο).
Στο τρίτο επίπεδο κατατάσσονται στοιχεία που σχετίζονται με την αλληλεπίδραση των νέων στις συνομιλίες τους και τις πραγματολογικές παραμέτρους που τη συνοδεύουν. Για παράδειγμα, με την πραγμάτωση συμβατικοποιημένων γλωσσικών πράξεων με νέους γλωσσικούς τρόπους: χαιρετισμού (π.χ. τι λέει;, άντε τσα γεια), κατάφασης (π.χ. μέσα, γουστάρω φάση), άρνησης (π.χ. με την καμία, ούτε καν), έναρξης αφήγησης (π.χ. και καλά ή άκου φάση, άκου σκηνικό) κ.λπ. Ή, επίσης, με τη χρήση γλωσσικού υλικού από διαφημίσεις, τραγούδια, ταινίες, τηλεοπτικές σειρές κλπ., το οποίο ενσωματώνεται δημιουργικά στον διάλογο και τους εκφραστικούς του τρόπους, με αποτέλεσμα ένα «πολυφωνικό» γλωσσικό παζλ – η υπερβολή, το χιούμορ και, γενικότερα, η παιγνιώδης διάθεση παίζουν εδώ πρωταγωνιστικό ρόλο.
Επικοινωνιακά, το γλωσσικό υλικό που χρησιμοποιούν οι νέοι καλύπτει κυρίως τα σημασιολογικά πεδία που τους ενδιαφέρουν: την έκφραση συναισθημάτων και βιωματικών εμπειριών (μ’ έστειλε, έγραψε, τραβάω ζόρι, δεν την παλεύω, τό ’χω, δε με χαλάει), το χαρακτηρισμό ανθρώπων και κοινωνικών τύπων (παιδί-κουμπί, τζαζ, γκόμενα γαρίδα, κουκουρούκου, γκάου κ.λπ.), την αξιολόγηση καταστάσεων, ανθρώπων, πραγμάτων κ.λπ. (και γαμώ τα παιδιά, ψιλοκατάσταση, πώρωση, δεν παίζεται!). Γενικά, θα λέγαμε, η γλωσσική δημιουργικότητα των εφηβικών ιδιωμάτων, με τον εξωσυμβατικό και εικονοκλαστικό πολλές φορές χαρακτήρα της, αναπτύσσεται σε συνθήκες απόλυτης ελευθερίας της έκφρασης, γι’ αυτό και χαρακτηρίζει τη συνομιλία των νέων μεταξύ τους σε περιβάλλοντα και δραστηριότητες που τους αφορούν άμεσα και όχι π.χ. στον σχολικό λόγο ή στις όποιες συναλλαγές τους με τις δημόσιες υπηρεσίες. Οι περιστάσεις που ευνοούν την εμφάνιση των χαρακτηριστικών που περιγράψαμε διακρίνονται δηλαδή από οικείες και συμμετρικές σχέσεις μεταξύ των συνομιλητών, ανεπίσημο επικοινωνιακό πλαίσιο και ατμόσφαιρα που ευνοεί την έκφραση συναισθημάτων. Είναι λάθος λοιπόν να θεωρούμε ότι η «γλώσσα των νέων» αποτελεί κάτι το τελείως ξεχωριστό, είναι λάθος να θεωρούμε ότι μόνο αυτήν μιλούν οι νέοι, και, κυρίως, είναι λάθος να θεωρούμε ότι δείχνει την άγνοια των νέων για την καθιερωμένη γλώσσα. Όπως επισημαίνει ένας άλλος γλωσσολόγος, ο Γιάννης Βελούδης, το ότι οι νέοι παίζουν με τη γλώσσα δείχνει ακριβώς το πόσο καλά ξέρουν -έστω και μόνο ενστικτωδώς- τους μηχανισμούς της και τα στοιχεία της – αν δεν τα ήξεραν, δεν θα μπορούσαν να παίξουν μ’ αυτά τόσο δημιουργικά…

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s