ebook_story_1

ΠΡΩΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: The crime

Η αρχή της ιστορίας…

Η βαριά, σιδερένια πόρτα της φυλακής έκλεισε. Πίσω από τα κάγκελα, ο εφιάλτης ξεκινούσε. Ήταν σαν ο χρόνος να είχε σταματήσει και η ζωή να είχε παγώσει. Το κρύο ήταν τσουχτερό και το κελί μύριζε θάνατο. Το βλέμμα του Αλέξη ήταν άδειο, νεκρό….

Μέσα σε μία στιγμή ολόκληρη η ζωή του είχε γκρεμιστεί. Όλα όσα είχε ονειρευτεί, είχε αγαπήσει, είχε πιστέψει, είχαν γίνει χιλιάδες κομμάτια. Ποτέ πριν δεν είχε προσευχηθεί, γιατί δεν πίστευε στον Θεό, τώρα όμως αναζητούσε μία βοήθεια από ψηλά. Ήταν απελπισμένος. Ήταν μόλις 23 χρονών και κινδύνευε να περάσει όλη του τη ζωή μέσα στη φυλακή. Το κατηγορητήριο ήταν πολύ βαρύ: «Ανθρωποκτονία εκ προθέσεως». Τον κατηγορούσαν για το φόνο της μοναδικής κοπέλας που είχε ερωτευτεί με όλη τη δύναμη της ψυχής του….

Χτύπησε με οργή το χέρι του στον τοίχο του κελιού, λες και ήθελε να το γκρεμίσει. Ήταν ένας νέος, γεμάτος όνειρα και φιλοδοξίες. Είχε μάθει να ζει ελεύθερος, ανεξάρτητος από πολύ μικρός. Ποτέ δεν είχε στερηθεί την ελευθερία του. Ακόμα και ως παιδάκι πάντοτε κατάφερνε να ξεφεύγει από τις τιμωρίες της μάνας του και να βρίσκεται στους δρόμους και τις αλάνες. Τώρα στα 23 του χρόνια κινδύνευε να χάσει ό,τι πιο πολύτιμο έχει ένας νέος άνθρωπος: την ελευθερία του. 

Η Έλενα ήταν η γυναίκα των ονείρων του, αλλά και η καταστροφή του ταυτόχρονα. Ήταν η πιο γοητευτική γυναίκα που είχε ποτέ γνωρίσει. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της και τα μεγάλα πράσινα μάτια της καθήλωναν όποιον την αντίκριζε. Δεν χαμογελούσε εύκολα. Μα όταν χαμογελούσε, το πρόσωπό της έλαμπε σαν το πιο φωτεινό αστέρι του ουρανού. Είχε μία ομορφιά τόσο ιδιαίτερη που προκαλούσε δέος, γιατί έμοιαζε ψεύτικη, βγαλμένη από το πιο σκοτεινό παραμύθι.

Αν μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω, ενδεχομένως δεν θα της έστελνε εκείνο το μήνυμα στο Facebook. Ο χρόνος όμως, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν γυρίζει πίσω. Όλα ξεκίνησαν 1,5 χρόνο πριν. Ο πρωταθλητής της κολύμβησης, Αλέξης Θεοφανόπουλος, διένυε την καλύτερη φάση στην καριέρα του και ετοιμαζόταν με μεγάλο πάθος και σκληρή δουλειά για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου: το μεγαλύτερο επαγγελματικό του όνειρο. Στην προσωπική του ζωή δεν ήταν και στα καλύτερά του. Πέρα από τις εφήμερες σχέσεις, δεν είχε γνωρίσει τη μία και μοναδική που θα έκλεβε το μυαλό και την ψυχή του.

Όταν, λοιπόν, είδε τυχαία τη φωτογραφία αυτής της κοπέλας στο Facebook, έπαθε κυριολεκτικά την πλάκα του. Ήταν φίλη ενός φίλου του, αλλά δεν την είχε δει ποτέ από κοντά. Αυτό του συνέβαινε πρώτη φορά: να ερωτευτεί μία κοπέλα από μία φωτογραφία! Και να του το έλεγαν, δεν θα το πίστευε. Ήταν πάντοτε ο πιο προσγειωμένος της παρέας αλλά κι ο πιο ντροπαλός. Πολύ δύσκολα προσέγγιζε μία κοπέλα. Ο ίδιος ήταν γοητευτικός, με πολλές κατακτήσεις, θα μπορούσε να έχει όσες κοπέλες ήθελε, μα το βλέμμα αυτής της άγνωστης προς εκείνον γυναίκας στη φωτογραφία, τον είχε μαγνητίσει.

Η ζωή, τελικά, μας παίζει παράξενα παιχνίδια…κανείς δεν ξέρει γιατί. Έπρεπε οπωσδήποτε να κάνει κάτι για να την πλησιάσει. Όταν, λοιπόν, εκείνη απάντησε θετικά στο αίτημα φιλίας του, ένιωσε την καρδιά του να χτυπά, σαν τρελή, λες και ήταν έφηβος. Ούτε στο σχολείο δεν είχε νιώσει έτσι, τόσο δυνατά συναισθήματα να τον κυριεύουν, σαν να του κόβονται τα πόδια κι η αναπνοή. Ένα βράδυ αποφάσισε να προχωρήσει ένα βήμα παραπάνω και να της στείλει μήνυμα. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα μεταξύ τους. Για τρεις μήνες, περίπου, επικοινωνούσαν στο FB μόνο μέσα από μηνύματα. Μηνύματα ερωτικά, «δυνατά».

Η 26χρονη Έλενα ήταν φωτογράφος. Παθιασμένη με τη φωτογραφία, τα ταξίδια και τους αρχαίους πολιτισμούς. Ήθελε να ανακαλύπτει καινούργια πράγματα, ριψοκίνδυνη, ερωτική. ‘Ηταν μία γυναίκα που ήθελε να ζήσει τη ζωή της όσο πιο έντονα μπορούσε.

Παρόλο που το πρόγραμμα του Αλέξη ήταν πολύ σκληρό με τις προπονήσεις, πάντα έβρισκε έστω και λίγο χρόνο να της γράψει και μέσα από τα μηνύματα που της έστελνε άφηνε να ξεχυθούν από την ψυχή του οι πιο μύχιες σκέψεις και τα πιο βαθιά συναισθήματά του. Ακόμα κι αν του ήταν άγνωστη, ακόμα κι αν ποτέ δεν την είχε συναντήσει, την ένιωθε –με ένα περίεργο, καρμικό θα έλεγε κανείς τρόπο- τόσο κοντά του, σαν να την ήξερε χρόνια, σαν να είχαν μοιραστεί χιλιάδες στιγμές και χιλιάδες συναισθήματα. Όσοι πιστεύουν στις «άλλες ζωές» μπορεί να το εξηγήσουν σε μεταφυσικό επίπεδο.

Παραδόξως κανείς από τους δύο δεν έπαιρνε την πρωτοβουλία να βρεθούνε. Ίσως, γιατί ήθελαν να πλανάται το μυστήριο μεταξύ τους ή για κάποιον άλλον ανεξήγητο λόγο. Ώσπου, κάποια στιγμή, μετά από τρεις μήνες, η Έλενα έκανε την κίνηση και του ζήτησε να συναντηθούνε. Δώσανε ραντεβού ένα βροχερό βράδυ του χειμώνα σ’ ένα μπαράκι στα Εξάρχεια που έπαιζε ροκ μουσική. Ο καιρός ήταν πολύ άσχημος, εκείνο το βράδυ. Σαν κι αυτός να προσπαθούσε να περάσει ένα μήνυμα στον Αλέξη, να προσέχει, να μην πάει στο ραντεβού. Ο Αλέξης, όμως, ήταν ενθουσιασμένος και με ανυπομονησία εφήβου ετοιμαζόταν για το ραντεβού.

Ήταν απίστευτη η έλξη μεταξύ τους. Ήταν μαγικό αυτό που συνέβη από την πρώτη στιγμή που αντάλλαξαν την πρώτη ματιά. Κάπως έτσι ξεκίνησε το δικό τους παραμύθι εκείνη την βροχερή Τρίτη του Γενάρη.

Τους επόμενους μήνες όλα κυλούσαν μαγικά, σαν παραμύθι, σαν όνειρο. Η σχέση τους όμως ήταν τόσο παθιασμένη, καθώς και οι δύο ήταν πολύ δυνατές προσωπικότητες, ώστε τα προβλήματα δεν άργησαν να έρθουν. Είναι παράξενο, αν το σκεφτεί κανείς: όλοι αναζητάμε το πάθος και την ένταση σε μία σχέση κι όταν τελικά τα βρίσκουμε δεν τα αντέχουμε και κάποια στιγμή τα διαλύουμε όλα. Ακριβώς αυτό συνέβη και στην περίπτωση του Αλέξη και της Έλενας. Ο Αλέξης αποδείχθηκε πολύ κτητικός και ζηλιάρης, ενδεχομένως γιατί πρώτη φορά στη ζωή του ήταν τόσο ερωτευμένος που ήθελε με νύχια και με δόντια να κρατήσει αυτήν τη σχέση. Η Έλενα όμως δεν το άντεξε. Η ζήλια του Αλέξη, σε συνδυασμό με το πολύ σκληρό πρόγραμμα των προπονήσεών του που δεν του άφηναν πολλά περιθώρια για εξόδους και για μία «φυσιολογική» ζωή, απομάκρυναν την Έλενα από κοντά του. Όταν η Έλενα του ανακοίνωσε, πολύ ξερά, ότι χωρίζουν, εκείνος ένιωσε ότι έχανε τη γη κάτω από τα πόδια του. Ήταν πολύ νέος ακόμα, αλλά την είχε αγαπήσει βαθιά και είχε επενδύσει πολλά, για πρώτη φορά στη ζωή του, σε αυτήν τη σχέση. Άλλωστε, ως πρωταθλητής, με ένα τόσο σκληρό πρόγραμμα που όφειλε να ακολουθεί κατά γράμμα, είχε την ανάγκη να «αράξει» σε μία κοπέλα, πόσο μάλιστα στην κοπέλα των ονείρων του που «πυροδοτούσε» όλα τα θέλω του και τον έκανε να δίνεται με πάθος σε κάθε τι.

Η φωτογραφία έχει αντληθεί από την ιστοσελίδα: www.global.research.ca

prison

Η συνέχεια….

Το τέλος, όμως, από την δική της πλευρά ήταν οριστικό. Το ανεξέλεγκτο πάθος του τον είχε τυφλώσει και δεν τον άφηνε να δει την αλήθεια. Ήθελε μία τελευταία ευκαιρία να την κερδίσει πάλι πίσω. Την διεκδίκησε σαν τρελός. Της υποσχέθηκε ότι θα αλλάξει. Ότι θα της δώσει χώρο να αναπνεύσει. Ότι δεν θα ζηλεύει. Ότι δεν θα την πνίγει άλλο. Αλλά εκείνη δεν τον πίστεψε. Και δεν του έδωσε την ευκαιρία που ζητούσε.

Ένα βράδυ αποφάσισε να την παρακολουθήσει. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι είχε βάλει τόσο απλά μία τελεία στη σχέση τους. Ήθελε να εξακριβώσει αν πίσω από το χωρισμό τους κρυβόταν κάτι ή κάποιος….Εκείνο που είδε το βράδυ της παρακολούθησης τον σόκαρε και τον έκανε να χάσει τη γη κάτω από τα πόδια του. Την είχε παρακολουθήσει μέχρι την παλιά μονοκατοικία όπου έμενε. Λίγα λεπτά, αφότου μπήκε στο σπίτι, μετά την νυχτερινή της έξοδο με φίλες, κάποιος της χτύπησε την πόρτα. Δεν ήταν ένας άγνωστος άντρας, αλλά κάποιος που ο Αλέξης γνώριζε πάρα πολύ καλά. 

Ήταν ο αδελφικός φίλος του Αλέξη, ο Κωστής. Αχώριστοι από παιδιά, με τις σκανταλιές τους, τις πρωτιές τους στον αθλητισμό, τα πρώτα τους καρδιοχτύπια, τις επιτυχίες τους στα κορίτσια αλλά και τις αξέχαστες «χυλόπιτες». Το παράξενο ήταν ότι ο Αλέξης δεν είχε συστήσει τον φίλο του στην Έλενα. Παρόλο που ήταν αχώριστοι φίλοι, αυτό το κομμάτι της ζωής του ήθελε να το προφυλάξει πάρα πολύ καλά, για κάποιον δικό του λόγο. Είχε, ασφαλώς, μιλήσει στον κολλητό του για τη σχέση του και τα συναισθήματά του, αλλά ήθελε ακόμα το χρόνο του για να την φέρει σε επαφή με τον κόσμο του -τον φιλικό κι επαγγελματικό-. Ως δημόσιο πρόσωπο, άλλωστε, (γνωστός πρωταθλητής), έπρεπε –ή ένιωθε την ανάγκη- να είναι πολύ προσεκτικός σε κάθε κίνησή του και να προστατεύσει την προσωπική του ζωή.

Με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του αλλά και με τα πόδια του να τρέμουν, άρχισε σαν μανιακός να χτυπάει το κουδούνι και να απειλεί θεούς και δαίμονες. Από τις γρίλιες του παραθύρου έβλεπε τις δύο φιγούρες να είναι αγκαλιά, κανείς όμως δεν του άνοιγε την πόρτα. Χτυπούσε δυνατά και ούρλιαζε σαν τρελός, οι παλμοί της καρδιάς του είχαν αγγίξει κόκκινο. Ήταν τόσο εξαγριωμένος που ούτε ο ίδιος μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Δεν ήξερε μέχρι πού μπορούσε να τον οδηγήσει η οργή και πόσο επικίνδυνος μπορούσε να γίνει. Τελικά, στην άγρια μανία του έβαλαν φρένο οι γείτονες που βγήκαν στα παράθυρα και τον απείλησαν ότι θα καλούσαν την αστυνομία.

Τις επόμενες μέρες, ο Αλέξης μάταια προσπαθούσε να βρει την Έλενα και τον Κωστή. Τους έπαιρνε τηλέφωνο, έστελνε μηνύματα στο κινητό και τον υπολογιστή, πήγαινε στα μέρη όπου σύχναζαν, μάταιος κόπος. Σαν να είχε ανοίξει η γη και τους είχε καταπιεί. Άφαντοι ήταν!! Τι είχε, άραγε, συμβεί;

Ένα μήνα αργότερα όταν πια ο Αλέξης είχε πάψει να κυνηγάει φαντάσματα, συνάντησε τυχαία τον Κωστή σ’ ένα μπαρ. Ο Αλέξης έπεσε με λύσσα επάνω του για να τον χτυπήσει. Ο Κωστής τον αποκάλεσε «τρελό», του ζήτησε εξηγήσεις και αρνήθηκε κάθε κατηγορία, ότι ήταν στο σπίτι της Έλενας εκείνο το βράδυ. Αρνήθηκε, μάλιστα, ότι την γνωρίζει. Όπως χαρακτηριστικά του είπε «Αλέξη, δεν σε βλέπω καλά. Πρώτη φορά είσαι έτσι, ράκος. Το μάτι σου γυαλίζει. Βλέπεις παντού φαντάσματα. Είναι δυνατόν να υποπτεύεσαι ακόμα και εμένα τον κολλητό σου; Το φιλαράκι σου; Για σύνελθε. Ή δες κανένα ψυχολόγο, γιατί φοβάμαι ότι θα έχεις μπλεξίματα. Γιατί, ρε φίλε, τόση καψούρα και κακό; Κι εμείς ερωτευτήκαμε, αλλά δεν κάναμε έτσι. Αξίζει; Για μια γυναίκα να γίνεσαι κουρέλι, ολόκληρος άντρας; Και να έλεγα ότι είσαι κανείς μπάμιας, κοτζάμ πρωταθλητής, ουρά κάνουν πίσω σου οι γυναίκες κι εσύ να κολλάς με την κάθε τυχαία από το Facebook; Τι σου συνέβη, ρε φιλαράκι; Μάγια σου έχει κάνει αυτή η γκόμενα; Τι χολοσκάς; Υπάρχουν πολλά γκομενάκια…σε μία θα κολλήσουμε;».

Στον βρόντο πήγαν τα λόγια του Κωστή. Ο Αλέξης ήταν οργισμένος και έβλεπε γύρω του εχθρούς. Δεν πίστεψε τον επιστήθιο φίλο του. Ήταν σίγουρος ότι ο Κωστής του έλεγε ψέματα κι ότι εκείνη τη νύχτα είχε επισκεφτεί την Έλενα. Τσακώθηκαν πολύ άσχημα και έκοψαν κάθε επαφή. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν έρθει ποτέ σε ρήξη, μόνο κάτι ασήμαντοι τσακωμοί κι ύστερα τα έβρισκαν. Ήταν πραγματικά αγαπημένοι φίλοι και είχαν μοιραστεί πολύ όμορφες και δυνατές στιγμές στο παρελθόν. Σαν να προαισθανόταν ότι σύντομα θα ζούσε την αρχή του τέλους….

Η Έλενα, στο μεταξύ εξακολουθούσε να είναι άφαντη. Ο Αλέξης προσπαθούσε να την βρει για να του δώσει κάποιες εξηγήσεις, αλλά μάταια. Μετά από αρκετό καιρό, όταν η οργή του καταλάγιασε, προσπάθησε να την αναζητήσει πιο ήρεμα, απλώς για να δει τι κάνει και να επιβεβαιωθεί ότι είναι καλά. Πήγε στο σπίτι της, τίποτα. Στο στούντιο που διατηρούσε, κλειστό. Στα αγαπημένα της μέρη, δεν την είχαν δει. Μάταιος κόπος. Σαν να έψαχνε ψύλλο στ’ άχυρα. Κυριολεκτικά, λες και την είχε καταπιεί η γη.

Ένα βράδυ, κατάκοπος από την προπόνηση, ξάπλωσε στον καναπέ. Έκανε κάτι που δεν το συνήθιζε, μιας και ως αθλητής ούτε έπινε, ούτε κάπνιζε. Έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι για να χαλαρώσει. Είχε πολύ καιρό να πιει και το είχε ανάγκη. Ασυναίσθητα πάτησε το κοντρόλ της τηλεόρασης: δελτίο ειδήσεων. Πήγε να γυρίσει κανάλι, ψάχνοντας καμία ξένη ταινία, όταν είδε κάτι που τον σόκαρε. Τη φωτογραφία της Έλενας. Την αναζητούσε η οικογένειά της. Η μάνα κι ο αδελφός της. Ο Αλέξης δεν είχε γνωρίσει ποτέ τους δικούς της, αλλά η Έλενα του είχε μιλήσει για εκείνους, για το βίαιο χωρισμό των γονιών της και για το πόσο δεμένοι ήταν με τον αδελφό της, Γιάννη. Αυτός τουλάχιστον θα έπρεπε να ξέρει πού βρισκόταν. Το γυάλινο ποτήρι που κρατούσε στα χέρια του ο Αλέξης έγινε θρύψαλα. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά, το προαίσθημά του ήταν άσχημο: «κάτι κακό πρέπει να έχει συμβεί στην Έλενα». Εκείνο το βράδυ δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Ξημερώματα τον πήρε λίγο ο ύπνος. Ένας εφιάλτης, από εκείνους που μοιάζουν τόσο αληθινοί και σε τρομάζουν, τον ξύπνησε. Ήταν κάθιδρος και έτρεμε σαν φύλλο.

Τρεις μέρες αργότερα ο χρόνος πάγωσε για τον Αλέξη. Δύο αστυνομικοί χτύπησαν την πόρτα του. Του έβαλαν χειροπέδες και τον οδήγησαν στο Τμήμα. Τον είχαν συλλάβει ως το νούμερο ένα ύποπτο για το φόνο της Έλενας. Η νεαρή γυναίκα είχε βρεθεί πνιγμένη. Το ημερολόγιο της, τα απειλητικά μηνύματα στο κινητό αλλά και στο Facebook που της είχε στείλει ο Αλέξης πριν λίγο καιρό –μέσα στην οργή του, όπως δικαιολογήθηκε- τον «έκαιγαν».

Ο Αλέξης προφυλακίστηκε. Την ώρα που έκλεινε πίσω του η πόρτα της φυλακής, ο κόσμος του Αλέξη γινόταν κομμάτια. Δεν ήξερα, αλλά διαισθανόταν τι τον περίμενε. Κι αυτό που τον περίμενε ήταν η κόλαση. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι μέσα σε μία στιγμή έχανε τα πάντα: τη γυναίκα που είχε ερωτευτεί με όλη τη δύναμη της ψυχής του, την καριέρα του, τα όνειρά του, την ελευθερία του. Μήπως ήταν ένα κακό όνειρο κι όταν θα ξυπνούσε όλα τα ήταν πάλι στη θέση τους, όπως τα είχε αφήσει, όπως τα είχε πιστέψει, όπως τα είχε αγαπήσει;

Ο γνωστός δικηγόρος που ανέλαβε την υπόθεσή του, είχε κάτι εξαιρετικά σημαντικό να του ανακοινώσει στο επισκεπτήριο. Τα λόγια του δικηγόρου ήταν συνταρακτικά και θα έδιναν φως στη σκοτεινή αυτή υπόθεση. Τα αναπάντητα ερωτήματα, ασφαλώς, πολλά: ποια ήταν πραγματικά η Μαρια-Ελένη Αρβανιτοπούλου (όπως ήταν το πραγματικό της όνομα) και ποιο ένοχο μυστικό έκρυβε πίσω από το χαμόγελό της; Τι σχέση είχε με τον επιστήθιο φίλο του Αλέξη, ο οποίος ορκιζόταν ότι δεν την είχε δει ποτέ στη ζωή του; Το σημαντικότερο ποιος ήταν ο φονιάς της κοπέλας και γιατί την ήθελε νεκρή;

Η φωτογραφία έχει αντληθεί από την ιστοσελίδα: http://bersty.deviantart.com

passion

Το τέλος….Γράφει ο Γιώργος Κοντοπίδης

      Το κουβάρι της ιστορίας άρχισε σιγά σιγά να ξετυλίγεται. Ο δικηγόρος είχε στα χέρια του αδιάσειστα στοιχεία. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η πίεση που δεχόταν ο Αλέξης από μικρό παιδί ήταν τεράστια. Έπρεπε να είναι πρωταθλητής, όχι μόνο στην κολύμβηση άλλα σε οτιδήποτε έπαιρνε μέρος, με τη θέληση του ή όχι.

    «Πρώτος» αυτή η ετικέτα ακολουθούσε τον Αλέξη από μικρό παιδί, γιατί ήταν πραγματικά ένα χαρισματικό και ταλαντούχο άτομο. Ήταν, όμως, κι ένας νέος άνθρωπος με αδυναμίες, όπως όλοι μας, ακόμα κι αν προσπαθούσε να τις κρύψει, επιδιώκοντας να μην απογοητεύσει τους γύρω του: την οικογένειά του, τους δασκάλους, τους φίλους, το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Αμέτρητες ήταν οι φορές που είχε ανάγκη να φωνάξει «Αφήστε με ήσυχο, δεν είμαι πρώτος, δεν θέλω να είμαι πρώτος. Θέλω να παίξω και να χάσω, όπως όλα τα φυσιολογικά παιδιά. Θέλω να μάθω από τα λάθη μου, θέλω να χαρώ τις ήττες μου, θέλω να ζήσω φυσιολογικά και όχι προσπαθώντας να αποδείξω ότι είμαι ο καλύτερος»!

     Η μεγαλοαστική οικογένεια του Αλέξη ήθελε να τον δει να κατακτά την κορυφή. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Λονδίνου ήταν η χρυσή ευκαιρία που περίμεναν όλοι: ο Αλέξης, ο προπονητής του, οι γονείς του, οι φίλοι του. Όλοι, ο καθένας από τη δική του θέση και για το δικό του λόγο, ήθελε ο Αλέξης να κερδίσει το χρυσό, πάση θυσία. Γι’ αυτό ήταν ολοφάνερο ότι η Έλενα έπρεπε να βγει από τη ζωή του. Όσο αυτή η κοπέλα ήταν στη ζωή του, το χρυσό στο Λονδίνο φάνταζε αδύνατο. Γιατί ο Αλέξης από την ημέρα που την ερωτεύτηκε και έκανε σχέση μαζί της, έγινε άλλος άνθρωπος. Συνεχώς αφηρημένος, αργούσε στις προπονήσεις, η απόδοσή του είχε μειωθεί αισθητά.

Η μητέρα του, που γνώριζε το γιο της καλύτερα από τον καθένα, συνειδητοποίησε έγκαιρα ότι κάτι συμβαίνει. Ο Αλέξης της είχε μεγάλη αδυναμία και αυτήν ακριβώς την αδυναμία “εκμεταλλεύτηκε” εκείνη για να μάθει ποια γυναίκα κρύβεται πίσω από την θεαματική αλλαγή του. Όταν έμαθε για την Έλενα, δεν έχασε άλλο χρόνο. Αποφάσισε να λάβει δραστικά μέτρα. Ένα απόγευμα, λοιπόν, κάλεσε τον κολλητό του Αλέξη, τον Κωστή, και με ευκολία τον έπεισε ότι η Έλενα ήταν το αγκάθι σε όλα τα προβλήματα του γιου της.

Και το σχέδιο δεν άργησε να μπει σε δράση. Ο Κωστής το ίδιο απόγευμα χρησιμοποίησε το facebook για να γίνει φίλος με την Έλενα. Στο μήνυμα αίτησης φιλίας ήταν αποστομωτικός. Ήθελε να την τρομάξει: «Πρέπει να σου μιλήσω. Βλέπω ότι είσαι καλή κοπέλα και πρέπει να μάθεις την αλήθεια για τον Αλέξη. Είναι πολύ σημαντικό για την ίδια τη ζωή σου»! Η Έλενα τον αγνόησε. Ήταν κι αυτή τόσο τυφλή από έρωτα για τον Αλέξη που ακόμα και αν της έλεγαν τα χειρότερα γι’ αυτόν, δεν θα τα πίστευε αλλά κι αν πράγματι έτρεχε κάτι κακό με τον Αλέξη, εκείνη ήταν διατεθειμένη να του δώσει μια ευκαιρία να της αποδείξει το αντίθετο.

Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες του Κωστή να την προσεγγίσει, η Έλενα ήταν ανένδοτη, αφοσιωμένη στη σχέση και δοσμένη στον έρωτά της. Η μητέρα, όμως, του Αλέξη δεν είχε σκοπό να καθίσει με σταυρωμένα χέρια. Αποφάσισε να πάρει εκείνη τα ηνία της υπόθεσης στα χέρια της και να αναλάβει δράση. «Θα της μιλήσω εγώ. Η ιστορία αυτή πρέπει να τελειώνει», είπε στον Κώστα. Πήγε λοιπόν και την βρήκε στο φωτογραφείο. Περίμενε να φύγει ο μοναδικός πελάτης που ήταν στο μαγαζί και μετά της συστήθηκε. Το χαμόγελο της Έλενας δεν άργησε να παγώσει. Η μητέρα ήταν κοφτή και τα λόγια της ήταν πάρα πολύ σκληρά: «Δεν ήρθα εδώ να σε συγχαρώ ούτε και για να σε γνωρίσω από κοντά. Κάνεις κακό στο γιο μου και μόνο που υπάρχεις στη ζωή του. Αν συνεχίσεις αυτήν τη σχέση, όλος ο κόπος τόσων χρόνων που έχει κάνει ο Αλέξης για να φτάσει εκεί που έχει φτάσει θα πάει χαμένος. Σε συμβουλεύω να φύγεις από τη ζωή του. Γυναίκα είσαι θα βρεις τον τρόπο να τον απομακρύνεις. Αλλιώς, όταν θα χάσει το χρυσό εξαιτίας σου, θα δεις έναν Αλέξη που δεν θα τον αναγνωρίζεις. Ο Αλέξης δεν έχει μάθει να χάνει. Αυτοί οι Αγώνες είναι ό,τι πιο σημαντικό στην καριέρα του. Εάν δεν πάρει το πολυπόθητο μετάλλιο, για το οποίο αγωνίζεται τόσα χρόνια, θα νιώσει τόσο άσχημα με τον εαυτό του που θα πάρει την κάτω βόλτα και σίγουρα θα σε μισήσει».

Η Έλενα προσπάθησε να δώσει μία απάντηση, να βρίσει αυτήν τη γυναίκα που ουσιαστικά όριζε τη ζωή του γιου της, επιβάλλοντάς του τα δικά της θέλω. Δεν τόλμησε όμως να μιλήσει. Όταν έμεινε μόνη της η Έλενα, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Να κλάψει, να ουρλιάξει, να βρίσει; Ήταν οργισμένη, θλιμμένη, απογοητευμένη, πικραμένη, χιλιάδες συναισθήματα είχαν πλημμυρίσει την ψυχή της, γιατί ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που όχι μόνο ήταν ερωτευμένη και ζούσε με πάθος τον έρωτά της, αλλά αγαπούσε.

Πραγματικά, αυτό που ένιωθε για τον Αλέξη ήταν πάρα πολύ δυνατό, ξεπερνούσε τον έρωτα και έφτανε τα όρια της αληθινής αγάπης. Ήταν περίεργο, αλλά ένιωθε σαν να τον γνώριζε χρόνια, σαν να τους έδενε κάτι μοναδικό που πίστευε ότι δεν θα μπορούσε να ξαναβρεί σε άλλον άντρα. Όταν ήταν μαζί, οι καρδιές τους χτυπούσαν σαν τρελές κι ολόκληρος ο κόσμος γινόταν ένα γλυκό παραμύθι. Πώς μπορούσε να το χάσει αυτό; Ωστόσο, καταλάβαινε κι αυτή ότι επηρέαζε την απόδοση του και προτιμούσε να τον χάσει παρά να του καταστρέψει τα όνειρα. Τόσο πολύ τον αγαπούσε! Έτσι αποφάσισε να κάνει τον Αλέξη να φύγει μόνος του. Θα τον έκανε να ζηλέψει. Εύκολο πράγμα για μια καλλονή, όπως η Έλενα.

Τα πράγματα δεν άργησαν να πάρουν το δρόμο τους. Κανείς όμως δεν μπορούσε να προβλέψει τι θα συνέβαινε στη συνέχεια. Όταν πια η σχέση τους είχε πάρει την κάτω βόλτα, ο Κωστής, ο κολλητός του Αλέξη, αποφάσισε, επιτέλους, να πάρει το μέρος του φίλου του. Ήταν ο καλύτερος του φίλος, άλλωστε, μαζί είχαν μεγαλώσει και δεν μπορούσε να του στερήσει αυτή την ευτυχία. Γιατί σίγουρα ο πρωταθλητισμός ήταν πολύ σημαντικός για τον Αλέξη, αλλά ο Κωστής ήξερε ότι ο Αλέξης αυτό που πάντα αναζητούσε να βρει ήταν το δρόμο της καρδιάς… Δεν τον είχε δει ποτέ του τόσο χαρούμενο και ευτυχισμένο παρά μόνο όταν ήταν μαζί της. Αλλά και ποτέ δεν τον είχε δει τόσο αναστατωμένο, χαμένο, πληγωμένο, όταν τα πράγματα άρχισαν να στραβώνουν. Πώς όμως θα μπορούσε να του πει την αλήθεια; Φοβόταν ότι θα τον έχανε από κολλητό του, εάν του έλεγε τι πραγματικά συνέβαινε και γιατί η Έλενα τον απομάκρυνε από κοντά της. Έτσι πήρε τη απόφαση να πάει από το σπίτι της Έλενας και να την παρακαλέσει να αγνοήσει τη μάνα του Αλέξη και να δώσει μία ακόμα ευκαιρία στη σχέση τους, εφόσον ήταν και για τους δύο τόσο σημαντική. Ήταν εκείνο το βράδυ που ο Αλέξης την είχε ακολουθήσει…

Η γειτονιά είχε σηκωθεί στο πόδι από τις φωνές του. «Όχι ρε γαμώτο! Γκαντεμιά! Μην του ανοίξεις δεν πρέπει με τίποτα να με βρει εδώ. Δεν ξέρω πού θα πάει ο νους του…» είπε ο Κωστής στην Έλενα.

Ο Αλέξης χαλούσε τον κόσμο για τουλάχιστον μία ώρα. Μετά ξαφνικά σιωπή. Η Έλενα πήγε στο παράθυρο και τράβηξε με τρόπο την κουρτίνα στην αρχή, μετά λίγο περισσότερο μέχρι που στο τέλος είχε ανοίξει το παράθυρο και έψαχνε κανονικά να τον βρει. Με όλον αυτό το σαματά δεν είχαν ανταλλάξει λέξη με τον Κωστή. «Τι θες εδώ εσύ; Γιατί με βασανίζετε όλοι; Θα μου πεις;».

Ο Κωστής της εξήγησε γρήγορα και έφυγε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε για να μη γίνει αντιληπτός από το φίλο του. Περνώντας την πόρτα της εξόδου είχε καταλάβει ότι μπορεί να ήταν και το τέλος της φιλίας του με τον Αλέξη, αν δεν έφτιαχναν τα πράγματα με την Έλενα. Οπότε σκέφτηκε ότι θα ήταν καλύτερο να εξαφανιστεί, για λίγο καιρό τουλάχιστον, από τη ζωή του Αλέξη, μέχρι να ηρεμήσουν τα πνεύματα και μπορέσει με την ησυχία του να του εξηγήσει την αλήθεια.

Ο Αλέξης ωστόσο, είχε τρυπώσει στην απέναντι πολυκατοικία και παρακολουθούσε από ένα παραθυράκι στη σκάλα μεταξύ του 2ου και 3ου ορόφου. Μόλις είδε τον Κωστή να φεύγει, πήγε στο σπίτι της Έλενας, η οποία μετανιωμένη, άνοιξε αμέσως την πόρτα. Προσπάθησε να του εξηγήσει, ήταν έτοιμη να δώσει μία ευκαιρία στη σχέση τους και να του σταθεί όσο περισσότερο μπορούσε στον αγώνα του για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αλλά δεν πρόλαβε να του εξηγήσει, δεν πρόλαβε να του πει τίποτα…. Σε κατάσταση αμόκ ο Αλέξης, χωρίς να πει λέξη, την άρπαξε με βία από τα χέρια, της έδωσε ένα φιλί στο στόμα με όλο το πάθος που μπορεί να κρύβει η ανθρώπινη ψυχή κι ύστερα την έσυρε στο μπάνιο. Άνοιξε το νιπτήρα και με όλη την οργή που έχει ένας παθιασμένος άνθρωπος την έπνιξε. Με τα ίδια του τα χέρια. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα.

Ο Αλέξης έφυγε τρέχοντας…την επόμενη μέρα δεν θυμόταν τίποτα. Ήταν τόσο ισχυρό το σοκ που είχε υποστεί, ώστε είχε ξεχάσει τις φριχτές λεπτομέρειες του εγκλήματος. Η ζήλια, λοιπόν, τυφλώνει. Και όταν ένας άνθρωπος είναι πιεσμένος, δεν θέλει και πολύ να χάσει τον εαυτό του και να βγει εκτός ελέγχου. Όπως οι εγκληματολόγοι ισχυρίζονται, «όλοι είμαστε εν δυνάμει δολοφόνοι». Πραγματικά δεν θυμόταν τίποτα. Τα στοιχεία όμως ήταν αδιάσειστα. Του ερχόταν στο μυαλό πλέον εκείνο το εφιαλτικό όνειρο που τον είχε ξυπνήσει. Τελικά δεν ήταν όνειρο…

Ο δικηγόρος του είπε την ιστορία τρεις φορές. Ο Αλέξης ήταν αδύνατο να τον παρακολουθήσει. Ξεφώνιζε, έκλαιγε, κοπανούσε τα χέρια και το κεφάλι του στο μικρό γραφειάκι μπροστά του. Μέχρι που τον ξανάπιασε αμόκ. Τα μάτια του ήταν γουρλωμένα, έλεγες θα πεταχτούν έξω. Οι φλέβες στο γυμνασμένο σώμα του είχαν πεταχτεί σαν να ήθελαν να ξεκολλήσουν από πάνω του. Στην αρχή έπιασε τον δικηγόρο από τη γραβάτα απειλώντας τη ζωή του. Όταν ηρέμησε, βυθίστηκε στη σιωπή.

Μάταια ο δικηγόρος προσπαθούσε να του πάρει μία κουβέντα και να αποφασίσουν εκ νέου για την υπερασπιστική του γραμμή. Το βλέμμα του Αλέξη ήταν άδειο. Οι φύλακες τον οδήγησαν ξανά στο κελί του. Δύο μέρες αργότερα ο Αλέξης βρέθηκε νεκρός. Είχε κρεμαστεί. Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς την Έλενα. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο θα ήταν μαζί της. Ο Αλέξης δεν είχε μάθει να χάνει. Προτιμούσε να χάσει τη ζωή του και να στερήσει τη ζωή της γυναίκας που αγαπούσε, παρά να χάσει….έτσι είχε μάθει από μικρό παιδί: να κερδίζει, με κάθε τίμημα…ακόμα κι αν το τίμημα ήταν η ζωή!

Ο Κωστής στην κηδεία του φίλου του, κατηγορούσε τον εαυτό του. Η μητέρα του Αλέξη, για πρώτη φορά στη ζωή της, συνειδητοποίησε το αυτονόητο: ότι η αγάπη για το γιο της είναι πολύ πιο μεγάλη και πολύ πιο σπουδαία από κάθε νίκη. Ήταν όμως αργά για να διορθώσει το λάθος της. Η μοίρα παίζει τρομερά παιχνίδια τελικά.  Οι ζωές όσων έμειναν πίσω, δεν θα είναι ποτέ οι ίδιες. Οι πράξεις μας έχουν αντίκτυπο και στους γύρω μας και αυτό είναι κάτι που θα ακολουθεί τους «ουσιαστικούς δράστες» στο υπόλοιπο της ζωής τους….

Η φωτογραφία έχει αντληθεί από την ιστοσελίδα: news.in.gr (φωτογραφία: Associated Press)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s