e-book_story_4

ΤΕΤΑΡΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Η Εκδρομή

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Το πρόσωπό του λάμπει από χαρά. Τα μάτια του γελούν. Ένα όνειρο ζωής έχει γίνει επιτέλους πραγματικότητα. Κρατά σφιχτά στα χέρια του το πολυπόθητο χαρτί. Το πτυχίο του. Είναι δικηγόρος, όχι όμως μόνο μέσα στα όνειρά του, αλλά τώρα πια είναι ένας αληθινός δικηγόρος, όπως ήταν ο πατέρας του, το πρότυπό του. Νιώθει υπερηφάνεια καθώς σκέπτεται τον πατέρα του. Αισθάνεται ηθικά δικαιωμένος που οι κόποι μιας ζωής επιτέλους ανταμείβονται. Μετά από πολλές περιπέτειες κατόρθωσε να πραγματοποιήσει έναν από τους υψηλότερους στόχους που είχε θέσει από τότε που ήταν παιδί ακόμη. Χαμογελά πλατιά, γιατί γνωρίζει ότι ο δρόμος για μια λαμπρή επαγγελματική καριέρα, όπως την ονειρευόταν, είναι μπροστά του και το μόνο που του απομένει είναι να τον διαβεί με το ίδιο θάρρος και αυτοπεποίθηση. Ίσως για άλλους το πτυχίο του Πανεπιστημίου δεν σημαίνει πολλά, για τον Χριστόφορο όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αυτό το παιδί είχε πάθος για τα μεγάλα, τα σπουδαία πράγματα και τα παράτησε όλα στη μέση. Έχασε πολύτιμο χρόνο, άφησε ευκαιρίες να πάνε χαμένες, είδε τη ζωή του να γίνεται μονότονη και άχαρη…μέχρι που είπε: «Ως εδώ». Έκλεισε τα μάτια και όταν τα άνοιξε είχε γράψει μια καινούργια σελίδα στο βιβλίο της ζωής του. Ήταν ευτυχισμένος και κανένας δεν μπορούσε να του χαλάσει την όμορφη ημέρα που γλυκοχάραζε…
Ο Χριστόφορος Καραβίτης είναι μία ξεχωριστή προσωπικότητα. Από μικρό παιδί διακρινόταν, γιατί είχε πολύ έντονη προσωπικότητα. Τα κύρια χαρακτηριστικά του: πανέξυπνος, ετοιμόλογος, πεισματάρης, επίμονος. Από τα μαθητικά του χρόνια είχε επιδείξει ηγετικές ικανότητες. Ήταν πρόεδρος της τάξης και του σχολείου. Ήταν το παιδί που όλοι ήθελαν να έχουν για φίλο. Η ζωή ήταν γι’ αυτόν μια πρόκληση, ένα διαρκές παιχνίδι. Όλα τα αντιμετώπιζε με χιούμορ, ποτέ δεν του έλλειψε η διάθεση για ζωή, το κέφι για δημιουργία, η όρεξη για δουλειά. Μέχρι τη στιγμή που ο πατέρας του σκοτώθηκε σε ένα φοβερό τροχαίο. Η γη άνοιξε κάτω από τα πόδια του Χριστόφορου. Τα όνειρά του γκρεμίστηκαν και το χαμογελαστό παιδί έπαψε να ατενίζει τη ζωή με την ίδια αισιοδοξία. Ήταν μόλις 18 ετών. Αρκετά μεγάλος και αρκετά μικρός για να αντιμετωπίσει τη σκληρή πραγματικότητα. Η καρδιά του ράγισε, γιατί ο πατέρας του ήταν ο «ήρωας» του. Τον λάτρευε. Ποτέ δεν είχαν τσακωθεί, είχαν μια σχέση τρυφερή, μοιράζονταν κοινούς στόχους και φιλοδοξίες. Ο πατέρας του είχε δικηγορικό γραφείο. Ήταν σπουδαίος και ο γιος τον θαύμαζε. Έκαναν όνειρα να συνεργαστούν, προτού το νήμα της ζωής κοπεί τόσο απότομα για τον πατέρα. Ο Χριστόφορος λύγισε. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα παράτησε τη Σχολή και άρχισε να εργάζεται. Κλείστηκε στον εαυτό του. Απομακρύνθηκε από τις παρέες του. Η μάνα και η αδελφή του, του στάθηκαν και παρά τον δικό τους πόνο έκαναν κουράγιο και προσπάθησαν να τον συνεφέρουν. Δεν είχε ανάγκη να δουλέψει. Ο πατέρας του ήταν εύπορος και είχε φροντίσει να μην τους λείψει ποτέ τίποτε. Μα ο Χριστόφορος δεν ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του. Είχε χάσει το πάθος για τη ζωή και τη δύναμη να κάνει όνειρα…
Ώσπου την γνώρισε. Ήταν αυτό που ζητούσε. Με το γλυκό της το χαμόγελο παρέσυρε τον Χριστόφορο στις θάλασσες της. Ψηλή και λεπτή, με μακριά μαύρα μαλλιά και μεγάλα μελιά μάτια. Έζησαν μαζί τρία χρόνια. Ήταν χρόνια παθιασμένα. Με αγάπη, έρωτα και πάθος. Μέχρι που κάποια μέρα, έτσι ξαφνικά, η σχέση τελείωσε. Χωρίς πολλά γιατί, χωρίς πολλές εξηγήσεις. Έτσι απλά. Η φλόγα του έρωτα έσβησε. Τουλάχιστον, όπως του είπε η Βίκυ, όταν του ζήτησε να μείνουνε λίγο μακριά. Το λίγο βέβαια έγινε πολύ. Έμεινε όμως μια γλυκιά ανάμνηση και αυτό ήταν αρκετό. Χώρισαν όσο φιλικά γίνεται ύστερα από μια μακροχρόνια σχέση και αποφάσισαν να μείνουνε φίλοι, όσο απίθανο κι αν ακούγεται σε κάποιους.
Είναι μια από τις ευτυχισμένες ημέρες της ζωής του. Έξω από το Πανεπιστήμιο επικρατεί μια γλυκιά αναστάτωση. Φωτογραφίες, φιλιά, ευχές και η χαρά να πλημμυρίζει τις ψυχές τους αυτό το ζεστό πρωινό του Ιούνη του 2013. Είναι όλοι εδώ. Όλοι οι φίλοι που αγάπησε και τον αγάπησαν. Πέρα από τη μάνα που τον καμάρωνε με μάτια δακρυσμένα, η αγαπημένη του αδελφή, Σεμίνα. Η Σεμίνα, δύο χρόνια μικρότερη, σπουδάζει θεατρολογία και ταυτόχρονα φοιτά σε δραματική Σχολή. Σπιρτόζα, τσαχπίνα, κουκλίτσα πορσελάνινη. Όνειρο ζωής να γίνει μια επιτυχημένη ηθοποιός. Δεν της λείπει το ταλέντο, πάνω από όλα όμως έχει μια λάμψη εκθαμβωτική. Είναι ένα κορίτσι που γεννήθηκε με άστρο. Τα γαλαζοπράσινα μάτια της το λένε…
Κοντά στον Χριστόφορο είναι και η πρώην κοπέλα του, η Βίκυ. Όπως και οι κολλητοί φίλοι από τα μαθητικά του χρόνια. Και στο Πανεπιστήμιο ήταν δημοφιλής ο Χριστόφορος. Ως εκ τούτου γνώριζε πολύ κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, τις πιο δυνατές φιλίες τις είχε κάνει παιδί ακόμη. Τις κράτησε, γιατί ήταν πολύτιμες. Ο Κωνσταντίνος ή αλλιώς Τζιοβάνι, όπως συνηθίζουν να τον αποκαλούν οι φίλοι του, είναι ο αθλητής της παρέας. Γυμναστής, με σώμα που θα τον ζήλευαν πολλοί και που δίχως άλλο επιθυμούν πολλές. Η καρδιά του, όμως, ανήκει στη Σεμίνα. Παραμένει ερωτευμένος εδώ και χρόνια μαζί της, αλλά εκείνη πάντα είναι αλλού. Το αποτέλεσμα είναι να ακολουθεί ο καθένας το δικό του δρόμο. Η Σεμίνα έχει μια σχέση λίγο μηνών με ένα συμφοιτητή της δραματικής Σχολής, τον Έκτορα, και ο Τζιοβάνι από εδώ και από εκεί. Σχέσεις εφήμερες, όχι δεσμεύσεις. Αλλά ποτέ μόνος. Την περίοδο αυτή βγαίνει με ένα μοντέλο, ονόματι Σαντάλ. Είκοσι τριών ετών, Ελληνογαλλίδα.. Στέκεται δίπλα του και του κρατά το χέρι. Τον νοιάζεται και θέλει διακαώς να τον κρατήσει κοντά της κι ας ξέρει ότι ποτέ δεν θα μπορέσει να τον έχει ολοκληρωτικά δικό της…
Από την αποφοίτηση δεν θα μπορούσε να λείψει το «ζευγάρι». Η Ισαβέλλα και ο Δημήτρης. Ο Δημήτρης ήταν φίλος του Χριστόφορου. Αυτός τον γνώρισε με την Ισαβέλλα σε ένα αποκριάτικο πάρτι του. Αρχικά έγιναν καλοί φίλοι. Τελικά τα έφτιαξαν πριν τέσσερα χρόνια και μέχρι σήμερα αποτελούν για όλους ένα ζευγάρι πρότυπο. Εκείνη πριν από λίγους μήνες αποφοίτησε από την Ελληνική Φιλολογία και εργάζεται ως καθηγήτρια σε ιδιωτικό σχολείο και εκείνος γεωπόνος. Σχεδιάζουν το γάμο τους με χαρά. Εάν όλα θα πάνε καλά ο γάμος θα γίνει τη διάρκεια των Χριστουγέννων. Η Σεμίνα και η Ισαβέλλα ήταν συμμαθήτριες, η πρώτη γνωριμία έγινε στο νηπιαγωγείο όταν ήταν μόλις πέντε χρονών. «Κεραυνοβόλος έρωτας» η φιλία τους. Δέσανε από την πρώτη στιγμή. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει κάποιες φοβερές στιγμές όλοι μαζί. Συχνά της θυμούνται με νοσταλγία.
-Καλά ε, κούκλος με τον τήβεννο, πετιέται ο Τζιοβάνι γελώντας.
– Η τήβεννος! Πότε επιτέλους θα μάθεις ελληνικά; Ρωτάει με έκδηλη την απορία στο πρόσωπό της η Ισαβέλλα με τη χαρακτηριστική σοβαρή φωνή της.
-Α! Μίλησε και η φιλόλογος. Εντάξει, συγγνώμη δεν θα το ξανακάνω.
-Σε ικετεύω Τζιοβάνι, μην την τσιγκλάς και αρχίσει, γιατί δεν σταματάει με τίποτα το κορίτσι μου όταν αρχίζει. Αφού το ξέρεις το μωρό μου. Αλλά είπαμε σήμερα γιορτάζουμε το φιλαράκι μας που επιτέλους πήρε το πτυχίο του. Έχουμε κλείσει και τραπέζι. Το ξεχάσατε αυτό; Και έχω μια πείνα, λέει ο Δημήτρης, ενώ πιάνει την κοιλιά του που γουργουρίζει.
-Καλέ τι λέει; Για εμένα μιλάει το…μωρό μου; Που οι μαθητές με λατρεύουν; διαμαρτύρεται εμφατικά τα κορίτσι. Οι υπόλοιποι γελούν. Η Ισαβέλλα όμως δεν το βάζει κάτω:
-Μ’ αρέσει που θέλω να σε παντρευτώ κιόλας Δημητράκη μου, λέει με την ειρωνεία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Για να με κακολογείς στους φίλους μας; Άντρας να σου πετύχει!
-Εδώ Ισαβελλίτσα μου τα χαλάς. Εσείς το τέλειο ζευγάρι να μαλώνετε. Αυτό δεν θα το ανεχτώ, και μάλιστα την ιερή μέρα της αποφοιτήσεως μου.
-Ελάτε, ας τελειώνουν οι κουβέντες και οι φωτογραφίες. Έχουμε κλείσει και ένα τραπέζι και από ότι βλέπω όλοι πεινάμε…., βάζει με τα λόγια της τάξη στην επικρατούσα αταξία η Σεμίνα.
Γέλια πολλά γεμίζουν το προαύλιο. Και η μάνα, φιγούρα τρυφερή, να στέκεται παράμερα και να καμαρώνει. Δεν θέλει να ενοχλήσει τις στιγμές που εκτυλίσσονται μεταξύ των νέων. Απομακρύνεται αθόρυβα με ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη. Τώρα πια είναι ήρεμη. Χαίρεται που όλα κυλούν όπως πρέπει. Μέσα στην ψυχή της ένα αγκάθι την «τσιμπά». Της λείπει ο άντρας της. Ο άγγελός της. Εύχεται να είναι κάπου ανάμεσά τους το πνεύμα του και να τους βλέπει. Θα είναι κι αυτός το ίδιο υπερήφανος για τον πολυαγαπημένο του γιο, όπως και εκείνη. Τα δάκρια τρέχουν ανεξέλεγκτα από τα μάτια της. Όχι, αυτό δεν το είχε προβλέψει, ούτε ήθελε να συμβεί. Σήμερα είναι μια αλλιώτικη ημέρα, μια μέρα χαράς. Πρέπει μόνο να γελά. Άλλωστε, το είχε υποσχεθεί στα παιδιά της το περασμένο βράδυ: «Ούτε ένα δάκρυ» τους είχε πει χαρακτηριστικά, ενώ εκείνα την κοιτούσαν με δυσπιστία. Έπρεπε να κρατήσει την υπόσχεση. Αρκετά δάκρια έχουν τρέξει από τα μάτια της. Ο εφιάλτης έχει τελειώσει. Τουλάχιστον, όπως πίστευε εκείνη, γιατί…η πιο τραγική στιγμή στη ζωή μιας μάνας δεν είχε ακόμη γραφεί. Το πεπρωμένο δυστυχώς της επιφύλασσε έναν ακόμη εφιάλτη. Μόνο που αυτή τη φορά ο εφιάλτης έμελλε να είναι ό,τι πιο τρομερό, ό,τι πιο φρικιαστικό μπορεί κανείς να φανταστεί. Το τελειωτικό χτύπημα της μοίρας δεν θα αργούσε να δοθεί, μόνο που η μάνα δεν το γνώριζε και με την τραγική χαρά ανθρώπου αδαούς κοίταξε ψηλά και ευχαρίστησε τον Θεό για την –πρόσκαιρη- ευτυχία της….
Τα παιδιά υψώνουν τα ποτήρια τους που είναι γεμάτα με κόκκινο κρασί και πλημμυρίζουν με τις πιο όμορφες ευχές τον Χριστόφορο. Εκείνος ανταποδίδει χαμογελαστός, με τα μάτια του πάντα να λάμπουν. Ο Τζιοβάνι πλησιάζει, όσο πιο διακριτικά γίνεται, την Σεμίνα:
-Γιατί δεν ήρθε ο καινούργιος σου φίλος; Αυτός ο πώς τον λέμε, με το περίεργο όνομα; Ο Πάτροκλος; είναι εμφανής η ειρωνεία στη φωνή του. Η Σεμίνα όμως τον αγριοκοιτάζει. Δεν αστειεύεται αυτό το κορίτσι. Ο Τζιοβάνι δείχνει να οπισθοχωρεί.
-Συγγνώμη, όχι Πάτροκλος, Έκτορας. Όνομα είναι κι αυτό βρε παιδί μου;
-Ενώ το Τζιοβάνι είναι πολύ συνηθισμένο.
-Μην ξεφεύγεις από την ερώτηση. Γιατί δεν ήρθε ο φίλος σου; Είναι σταρ και εμάς τους κοινούς θνητούς μας σνομπάρει;
-Είπα σήμερα, μέρα που είναι, ότι δεν θα νευριάσω με τις βλακείες σου, αλλά τέτοιος που είσαι τα θέλει ο οργανισμός σου. Λοιπόν, αφού νοιάζεσαι τόσο για τον Έκτορα, να σου πω –αν και δεν είναι δική σου δουλειά- ότι δεν ήρθε γιατί έχει γυρίσματα για ένα σήριαλ. Ασφαλώς και θα ήθελε να ήταν εδώ, αλλά δεν μπορούσε να αναβάλλει τα γυρίσματα.
-Σήριαλ ε; ελπίζω να αξίζει τον κόπο. Να είναι καμιά σοβαρή παραγωγή και όχι κάποια σαπουνόφουσκα.
-Α! Πολύ θάρρος δεν πήρες εσύ; Αν δεν σου αρέσει μην το δεις, δεν θα σε τιμωρήσει η «αστυνομία του θεάματος». Και επειδή μου κάνεις πολύ τον έξυπνο, καλύτερα να αφήσεις εμένα και την προσωπική μου ζωή και να φροντίσεις τη δική σου φιλεναδούλα που μας κοιτάζει περίεργα και σε λίγο όπως την κόβω θα αρχίσει να τα παίρνει και θα μας εκσφενδονίσει καμιά καρέκλα στο κεφάλι.
-Τη φιλεναδίτσα μου αν θες να μάθεις την έχω υποτάξει, δεν την αφήνω να κάνει ότι θέλει, όπως εσένα ο δικός σου που από ότι φαίνεται σε έχει του χεριού του.
-Να χαρώ έναν θηριοδαμαστή! Τα έχεις πιει καλέ μου και δεν ξέρεις τι λες.
-Εγώ ξέρω πολύ καλά τι λέω. Το θέμα είναι αν θα με καταλάβεις ποτέ εσύ.
-Με τον τρόπο που θες να σε καταλάβω ξέχασέ το. Είμαι σαφής εδώ και πολύ καρό. Πάψε να γίνεσαι ενοχλητικός.
-Φεύγω, αλλά δεν τελειώσαμε μουσίτσα μου.
-Συνεχίζεις να ζεις στον κόσμο σου.
-Τι λέγατε τόση ώρα; απαιτεί να μάθει η Σαντάλ, με τα σπαστά ελληνικά της.
-Τι να λέγαμε; Τα γνωστά για την αποφοίτηση, για όλα.
-Τι είχατε πια να πείτε για την αποφοίτηση; Πάει τελείωσε.
-Ανάκριση μου κάνεις τώρα;
-Απλώς δεν μου αρέσουν τα πολλά πολλά με την Σεμίνα.
-Αρέσουν όμως σε εμένα. Και καλύτερα να κόψουμε αυτή την κουβέντα εδώ. Έχουμε βγει για να γιορτάσουμε την αποφοίτηση του φίλου μου και δεν έχω όρεξη για τσακωμούς.
-Σταματάω, αλλά μη νομίζεις ότι για εμένα τελειώνει εδώ η ιστορία. Μπορεί να δουλεύω ως μοντέλο, αλλά δεν είμαι χαζή και δεν επιτρέπω σε κανένα να μου φέρεται έτσι. Αν λοιπόν θες να συνεχίσουμε να είμαστε μαζί, θα με σέβεσαι, αλλιώς ξέχασέ με. Κοροϊδάκι δεν είμαι κανενός, το κατάλαβες αυτό, κύριε γόη;
-Το μήνυμα ελήφθη. Μην παρατραβάς όμως το σκοινί.
-Ψου ψου όλη την ώρα το ζευγάρι τι λέει; Αφήστε τα ερωτικά για το σπίτι! Εδώ είμαστε μια παρέα, επεμβαίνει η Ισαβέλλα διακόπτοντας την έντονη στιχομυθία που εκτυλίσσεται μεταξύ Τζιοβάνι και Σαντάλ..
-Άσε τα παιδιά να χαρούν τον ερωτά τους, αντιλέγει –όπως πάντα- ο Δημήτρης και τα αίματα πάλι ανάβουν. Καβγαδάκια, γελάκια και χαρούμενες φωνές καλύπτουν τον μεσημεριάτικο ουρανό της Αθήνας. Η Σεμίνα σηκώνει το ποτήρι της:
-Στον αδελφούλη μου! Να έχει πάντα επιτυχίες και να είναι ευτυχισμένος! Και σύντομα με μια καλή νυφούλα.
-Αμήν! Φωνάζει ο Δημήτρης και όλοι ξεκαρδίζονται στα γέλια. Η Βίκυ μόνο δείχνει λίγο αμήχανη. Σκύβει το κεφάλι, δεν θέλει να διασταυρωθεί το βλέμμα της με του Χριστόφορου. Τα γέλια της Σεμίνας αντηχούν δυνατά. Δεν ξέρει ακόμη τι της γράφει η μοίρα της να ζήσει, ποια παγίδα της ετοιμάζει σύντομα η ζωή. Ο χρόνος κυλά αντίστροφα, μα εκείνη το αγνοεί. Οι δείκτες του ρολογιού θα σταματήσουν να χτυπούν. Έχει μείνει μόνο ένας μήνας. Μα εκείνη γελά αμέριμνα…

Είναι 15 του Ιούλη. Μόλις ένας μήνας έχει περάσει από την ημέρα της αποφοίτησης του Χριστόφορου. Η παρέα έχει οργανώσει ένα ταξίδι. Στην Ιθάκη. Το πανέμορφο νησί του Οδυσσέα. Όλοι είναι ενθουσιασμένοι, γιατί είχαν χρόνια να πάνε εκδρομή. Τα τελευταία δύο-τρία χρόνια όλο το συζητούσαν και όλο το αναβάλλανε. Πανεπιστήμια, δουλειές, η ρουτίνα της καθημερινότητας. Δεν χωρούσε άλλη αναβολή. Η αφορμή δόθηκε την ημέρα της αποφοίτησης. Στο τραπέζι. Είχαν πιει το κρασάκι τους, είχαν φάει το ψαράκι τους και άρχισαν να κάνουν σχέδια για το καλοκαίρι. Όλοι συμφώνησαν με χαρά να πάνε μαζί διακοπές. Δέκα ημέρες. Μια μικρή αιωνιότητα. Αποτοξίνωση από τη δουλειά, τα καυσαέρια της πόλης, όλη μέρα παραλία, μπανάκι, βουτιές, πυργάκια στην ξανθωπή άμμο, παγωτό δροσιστικό-ηδονή στον ουρανίσκο και το βράδυ ποτό και χορός μέχρι τελικής πτώσεως. Κάπως έτσι φαντάζονταν τις ξέγνοιαστες διακοπές τους. Και κάπως έτσι θα ήταν, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που ο θάνατος θα χτυπούσε την πόρτα της ζωής…
Ο Χριστόφορος και η Σεμίνα ετοιμάζουν βαλίτσες, ασφαλώς κάτω από το άγρυπνο μάτι της μάνας, που –ως μάνα- πάντα κάτι έχει να πει, μια συμβουλή να δώσει. Η Σεμίνα, ατίθαση εκ φύσεως, δεν ανέχεται τις παρεμβάσεις:
-Μαμά, δεν πας στο άλλο δωμάτιο. Μεγάλα παιδιά είμαστε, με τον Χριστόφορο. Νομίζω ότι μπορούμε να φτιάξουμε μόνοι μας τα πράγματά μας. Μην κολλάς στη νεολιθική εποχή που μας ετοίμαζες εσύ τα ρουχαλάκια μας.
-Ναι, βρε μανούλα, παρεμβαίνει με το μελιστάλαχτο ύφος του ο Χριστόφορος. Κούλαρε, λίγο. Και κανόνισε να πας ένα weekend με τη θεία Σοφία και την Φωτεινή σε κανένα νησάκι να ξεσκάσετε.
-Μόνο να μην επιλέξετε την Ιθάκη. Ξέρεις εσύ, εντελώς τυχαία. Στο διπλανό δωμάτιο, του ίδιου ξενοδοχείου.
-Καλά, δεν ντρέπεστε και οι δύο; Τη μάνα σας θεωρείτε κατάσκοπο;
-Εγώ σε έχω ικανή πάντως, λέει η Σεμίνα.
-Όπως καταλαβαίνετε. Πάντως, αύριο που θα έχετε ξεχάσει τα μισά πράγματα στην Αθήνα, δεν θα τρέχω να σας τα στείλω με το courier, όπως έχει γίνει πλείστες φορές στο παρελθόν. Ξεχνάς, Σεμίνα;
-Και να ήθελα, με αφήνεις με τη γκρίνια σου;
-Πάω μέσα. Αλλά να έχεις στο νου σου ότι φεύγεις για δέκα ημέρες. Ένα μαγιό και ένα αντηλιακό δεν φτάνει.
Αυτή είναι η τελευταία «συμβουλή» της μάνας, που φεύγει –δήθεν θιγμένη- από το δωμάτιο, για να δεχτεί λίγη ώρα αργότερα αγκαλίτσες και φιλάκια από τα «πουλάκια» της.
-Ρε Σεμινάκι, κούλαρε και εσύ. Αφού ξέρεις, της αρέσει να μας βοηθάει, γιατί να της στερήσουμε τη χαρά;
-Άκουσε, βουτυρομπεμπέ, αν χρειάζεσαι τη μανούλα σου να σου φτιάξει τη βαλιτσούλα σου, οκ. Εμένα άσε με ήσυχη, γιατί έχω και τα νεύρα μου.
-Τι έγινε πάλι μικρό;
-Μίλησε και ο μεγάλος! Στο έχω πει εκατό φορές, μικρό είναι το μάτι σου, όχι εγώ.
-Έλα, πες τα στον αδελφούλη σου. Καβγαδάκι είχαμε πάλι με τον Έκτορα;
-Δεν είχαμε. Είχα. Και αυτή τη φορά τα πράγματα είναι σοβαρά. Θα χωρίσουμε, δεν πάει άλλο.
-Οκτώ μήνες που έχετε σχέση τα ίδια λες και όλο μαζί είσαστε. Αλλά τι να περιμένει κανείς από δύο μελλοντικούς ηθοποιούς; Ψώνια παιδί μου, ψώνια!
-Κόφτο, λέει παρεξηγημένη η Σεμίνα και δίνει μια σπρωξιά στον αδελφό της.
-Το παίρνω πίσω. Όχι ψώνια και οι δύο. Ψώνιο εσύ. Φαντάζομαι, κόλαση θα του την έχεις κάνει τη ζωή του ανθρώπου με τις ιδιοτροπίες σου ψωνάρα!
Ο Χριστόφορος γελάει, η Σεμίνα θέλει να γελάσει και εκείνη, αλλά αντιστέκεται στον «πειρασμό». Τρέχει καταπάνω του, του πετάει μαξιλάρια στο κεφάλι, εκείνος ανταποδίδει. Γίνεται χαμός στο σπίτι. Παίζουν, λες και είναι μικρά παιδιά. Νυχιές, τσιμπιές, στριγκλιές και ένα δωμάτιο άνω-κάτω. Σκόρπια ρούχα, αναποδογυρισμένες βαλίτσες και μάταια μια μάνα προσπαθεί να βάλει την τάξη. Δύο ώρες αργότερα όλα έχουν ξεχαστεί. Σαν να μη συνέβη ποτέ η «αναβίωση» του παλιμπαιδισμού. Ήρεμοι μαζεύουν τα πράγματά τους. Η Σεμίνα ξεκινά τη συζήτηση:
-Δεν θα πάρω πολλά. Δεν θέλω να φορτώσω με άχρηστα πράγματα τη βαλίτσα μου. Τα απολύτως απαραίτητα.
-Που σημαίνει;
-Μαγιό, παρεό, αντηλιακό, τσόκαρα, ένα βραδινό φόρεμα, το baby-doll μου, την οδοντόβουρτσα, το κινητό –απενεργοποιημένο- και είμαι έτοιμη για δράση.
-Προβλέπω ότι και αυτό το καλοκαίρι θα την πατήσεις. Αφού δεν είσαι αυτάρκης άνθρωπος, γιατί το παιδεύεις; Πάλι θα θυμηθείς ότι θα έπρεπε να έχεις πάρει και το άλλο φόρεμα και τη φούστα και τις γόβες. Ηθοποιός είσαι παιδάκι μου δεν πρέπει να τραβήξεις τα βλέμματα πάνω σου; Μπορεί να συναντηθείς με κανέναν σκηνοθέτη, πώς θα σου δώσει κανέναν ρόλο εάν σε δει ατημέλητη;;;
-Θες να σφαχτούμε πάλι;
– Όχι, αδελφούλα. Πλάκα κάνω, αν και ξανασκέψου το. Μην τρέχει και η μάνα μας να σου στέλνει πράγματα, κρίμα είναι.
-Εσύ δεν βάζεις μυαλό. Χειρότερος από τη μάνα είσαι.
-Εντάξει. Υποχωρώ. Αφού μ’ αρέσει να σε πειράζω μικρό.
-Χριστόφορε θα τα πάρω.
-Όχι, όχι. Είπα sorry. Ας σοβαρευτούμε. Πες μου τι έγινε με τον Έκτορα. Δεν θα έρθει Ιθάκη;
-Δεν ξέρω. Τσακωθήκαμε, για τα γνωστά. Τίποτα το σπουδαίο. Όμως όλο τα ίδια και τα ίδια. Υπάρχει μεγάλο πάθος μεταξύ μας, αυτό δεν το αμφισβητώ. Και με τρελαίνει, με τσιτώνει αυτή η κατάσταση, δεν βαριέμαι ποτέ. Από την άλλη όμως δεν αντέχω τη ζήλια του. Ώρες ώρες γίνεται ανυπόφορος. Με πιέζει φοβερά. «Δεν θα κάνεις εκείνο, δεν θα κάνεις το άλλο, δεν θα μιλήσεις με εκείνον, δεν θα φορέσεις το άλλο». Ε, δεν γίνεται έτσι.
-Και τώρα τι έγινε; Ποια ήταν η αφορμή να δημιουργηθεί ένταση μεταξύ σας;
-Τώρα, η τελευταία του «μανία» είναι ο Τζιοβάνι. Επειδή έμαθε ότι θα έρθει και αυτός Ιθάκη, άσκησε βέτο: «Η εγώ ή εκείνος, διάλεξε». Λες και «παίζεται» τίποτε με τον Τζιοβάνι. Δεν μπορεί να καταλάβει ότι είναι κολλητός μου και ότι δεν υπάρχει τίποτα μεταξύ μας. Τουλάχιστον από τη δική μου πλευρά. Τι τον φοβίζει λοιπόν;
-Καλά, ίσως είναι ως ένα βαθμό δικαιολογημένος, γιατί ο Τζιοβάνι σε πολιορκεί μια ζωή.
-Δικό του πρόβλημα. Άλλωστε του έχω κόψει τη φόρα εδώ και πολλά χρόνια. Πόσο μάλιστα τώρα που η καρδιά μου ανήκει αλλού.
-Εσύ είσαι αλλού, ο Τζιοβάνι δεν ξέρω. Δεν πιστεύεις βέβαια ότι η σχέση του με την Σαντάλ είναι σοβαρή; Ακόμη εσένα ονειρεύεται. Βάζω το χέρι μου στη φωτιά. Είσαι το απωθημένο του.
-Δεν το πιστεύω αυτό. Περισσότερο το καπρίτσιο του θα έλεγα ότι είμαι. Είναι κακομαθημένος και δεν έχει μάθει να χάνει Αλλά κι ας υποθέσουμε ότι ισχύει, εμένα τι με νοιάζει; Από τη στιγμή που έχω ξεκαθαρίσει τη θέση μου και τα συναισθήματά μου, ο Έκτωρ πρέπει να μου δείξει εμπιστοσύνη.
-Οι γυναίκες χαίρονται όμως όταν ζηλεύουμε. Το θεωρούν απόδειξη αγάπης.
-Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά, όλα με ένα μέτρο. Όταν υπερβαίνει κανείς το όρια, ξεφεύγει από τη λογική. Ξέρεις, είναι φορές που ο Έκτωρ με τρομάζει με τις παράλογες αντιδράσεις και απαιτήσεις του. Είμαι ερωτευμένη μαζί του, αλλά τον τελευταίο καιρό αναρωτιέμαι αν αυτό φτάνει.
-Εσύ το ξέρεις αυτό. Είσαι άνθρωπος με ένστικτο Σεμίνα. Ακολούθησέ το λοιπόν. Αν ο Έκτωρ δεν σε καλύπτει, τότε φύγε. Είσαι πολύ νέα ακόμη για να κάνεις συμβιβασμούς που θα μετανιώσεις σε όλη σου τη ζωή.
-Ναι, έχεις δίκιο. Πρέπει να σκεφτώ. Τι να πω; Επικρατεί μια γενική αναστάτωση και στην προσωπική μου και στην επαγγελματική μου ζωή. Πρέπει να πάρω αποφάσεις δυναμικές, σιγοψιθυρίζει η Σεμίνα και το βλέμμα της μοιάζει απλανές.
-Μην αγχώνεσαι. Αυτό το δεκαήμερο στην Ιθάκη θα κάνει σε όλους μας καλό. Θα ξεκουραστούμε, θα διασκεδάσουμε και θα επιστρέψουμε στην Αθήνα ανανεωμένοι.
-Έχεις δίκιο. Αν και εσύ αδελφούλη είσαι σε καλύτερη μοίρα από εμένα. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα επαγγελματικά. Σε περιμένει ένα δικηγορικό γραφείο και με τα προσόντα που έχεις θα γίνεις σπουδαίος, όπως ήταν ο μπαμπάς.
-Σεμινάκι, δεν στο λέω συχνά, για να μην παίρνουν τα μυαλά σου αέρα. Είσαι όμως γεννημένη για μεγάλα πράγματα εσύ. Έχεις λαμπερό αστέρι. Είσαι πανέξυπνη, πανέμορφη, όλα τα έχεις τον υπερθετικό βαθμό. Άλλωστε, δεν είσαι μόνη. Τόσοι άνθρωποι που σε αγαπάνε πραγματικά είναι δίπλα σου, πιστεύουν σε εσένα και είναι πρόθυμοι να σε στηρίξουν σε κάθε σου προσπάθεια. Μην αμφιβάλλεις γι’ αυτό και πρώτος και καλύτερος εγώ κι ας σε κοροϊδεύω που και που μικρό.
-Χαζούλη μου, με συγκίνησες. Έλα να σε κάνω μια αγκαλίτσα.
Η Σεμίνα αγκαλιάζει τρυφερά τον αδελφό της. Νιώθει σιγουριά δίπλα του. Την άγρια νύχτα του φόνου όμως καμία αγκαλιά δεν θα μπορέσει να την προστατέψει….
-Σε έπρηξα με τα δικά μου, αδελφούλη. Πες μου τι γίνεται με τη Βίκυ. Τελευταία, όλο και κάτι «περίεργα» τηλεφωνήματα έχω αντιληφθεί. Υπάρχει περίπτωση αναθέρμανσης της σχέσης σας;
-Τίποτα δεν σου ξεφεύγει Ηρακλή Πουαρό. Και μετά κατηγορείς τη μάνα. Να που έμοιασες. Αν και αυτή τη φορά δεν θα επαληθευτείς.
-Τι εννοείς; Δε φούντωσε η φλόγα;
-Όχι.
-Παραμένετε «φίλοι»; Έλα, Χριστόφορε, σε μένα μιλάς. Τόσο ταιριαστό ζευγάρι ήσασταν και τώρα όλη αυτή η φλόγα χάθηκε για πάντα; Δεν μπορώ να πιστέψω ότι τα αισθήματα κόπηκαν μαχαίρι και ότι μπορείς να την δεις σαν απλή φίλη.
-Δεν λέω ότι είναι εύκολο. Και ούτε είπα ποτέ ότι έχω διαγράψει τις στιγμές μας από το μυαλό και κυρίως την καρδιά μου. Ζήσαμε –ευτυχώς- έντονες και ευτυχισμένες στιγμές μαζί. Αλλά, αδελφούλα, πρέπει να πάψεις να πετάς στα σύννεφα. Ιδανικές σχέσεις δεν υπάρχουν και τα παραμύθια κάποτε τελειώνουν.
-Πεζό δεν είναι αυτό;
-Συμφωνώ απόλυτα, αλλά είναι η πραγματικότητα, όσο σκληρή και αν είναι. Πάρε από τη δική μας παρέα παράδειγμα. Ποιος από εμάς τα έχει καταφέρει στα προσωπικά του; Όλοι μας τα έχουμε κάνει…
-Καταλαβαίνω τι θέλεις μα πεις, μην το συνεχίζεις, γιατί θα μελαγχολήσω.
-Πάλι καλά να λες που έχουμε τον Δημήτρη και την Ισαβέλλα να μας βγάλουν ασπροπρόσωπους. Απορώ, έχουν βρει τη μαγική συνταγή και μας την κρύβουν;
-Ναι, αλλά η Βικούλα θα έρθει Ιθάκη;
-Ναι, θα έρθει, με μια φίλη της.
-Τότε, ίσως υπάρχει περιθώριο..
-Δεν νομίζω.
-Μήπως συμβαίνει κάτι με άλλη και απλώς δεν μου το εκμυστηρεύεσαι;
-Τίποτα απολύτως. Αναβροχιές. Ελεύθερος και ωραίος, για να μην περιαυτολογήσω. Δεν απογοητεύομαι, που ξέρεις στην Ιθάκη μπορεί να κάνω την τύχη μου. Καλοκαίρι είναι, θάλασσα, ήλιος, κάποια γοργόνα θα με μαγέψει.
-Γι’ αυτό δεν αμφιβάλλω, αλλά απορώ γιατί είσαι τόσο απόλυτος με το θέμα της Βίκυς; Ξεροκέφαλος θα μπορούσα να πω.
-Όταν ραγίσει το γυαλί, δύσκολα ξανακολλάει, έτσι δεν λένε; Κοίταξε, δεν θέλω να είμαι απόλυτος, όπως λες. Αλλά με τη Βίκυ, τελείωσε. Εκείνη το θέλησε άλλωστε.
-Μήπως από εγωισμό δεν θέλεις, λοιπόν, να δώσεις μια ευκαιρία στη σχέση;
-Ίσως «παίζει» και αυτό, αλλά μην ξεχνάς ότι δεν υπάρχει καμία σχέση πια, πέρα από φιλική δηλαδή. Τα χρόνια που ζήσαμε μαζί ήταν υπέροχα, αλλά αποδείχθηκε ότι κάπου χάσαμε την ουσία.
-Την ουσία, Χριστόφορε; Και ποια είναι αυτή η ουσία; Θα την βρούμε άραγε ποτέ;
Η Σεμίνα βυθίστηκε στις σκέψεις της. Ήταν κάποιες φορές που έδινε την εντύπωση ότι απομακρύνεται από τα εγκόσμια. Αν και ήταν μια πολύ κοινωνική κοπέλα, που ήθελε να εκφράζει τα συναισθήματά της, ώρες ώρες έμοιαζε με τρομαγμένο αγρίμι. Λες και κάποιος την κυνηγούσε. Λες και προέβλεπε ότι σύντομα κάποιος θα της έκοβε απότομα το νήμα της ζωής.
-Σεμίνα, έχεις μήνυμα στο κινητό σου.
-Αχ! Αφαιρέθηκα.
-Το κατάλαβα. Που έτρεχε ο λογισμός σου;
-Τι τις θέλουμε τις φιλοσοφικές συζητήσεις; Μου αποσπούν την προσοχή, όπως βλέπεις Χριστόφορε και από την άλλη δεν ωφελούν, μουρμουρίζει η Σεμίνα, ενώ διαβάζει το μήνυμα στο κινητό της. Χαμογελά. Είναι από τον Έκτορα. Αυτό το παιδί έχει τον τρόπο του να την πείθει. «Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε, δίκιο έχει ο αδελφός μου», σκέπτεται η Σεμίνα. Τα λόγια του Έκτορα έχουν τη δύναμη να δρουν καταλυτικά. Την κάνουν ευτυχισμένη. Την κάνουν να ονειρεύεται. Ίσως στην προηγούμενη ζωή του ήταν τρανός ρήτορας: όπως ο μεγάλος Δημοσθένης, που είχε το χάρισμα να τους πείθει όλους. Είναι, δίχως άλλο, ερωτευμένη μαζί του. Άραγε αυτό αρκεί για να συνεχίσει τη σχέση τους; Της ζητάει συγγνώμη για την υπερβολική του ζήλια, της δίνει υποσχέσεις. Τον πιστεύει. Μια φορά ακόμη θα τρέξει μέσα στην αγκαλιά του, ελπίζοντας ότι θα κρατήσει την υπόσχεσή του…

Το καράβι σαλπάρει. Το ταξίδι ξεκινά με έναν ξανθό ήλιο να τους ακολουθεί και να παίζει μαζί τους. Είναι όλοι εκεί. Η Σεμίνα σαν αληθινή σταρ, ντυμένη απλά, αλλά με στυλ που θα ζήλευαν πολλές. Φοράει ένα μικροσκοπικό φορεματάκι με λουλούδια που αναδεικνύει τις τέλειες αναλογίες του σώματός της. Το ροζ καπελάκι κρύβει λίγο το χαριτωμένο της προσωπάκι, αλλά δεν μπορεί με τίποτα να κρύψει την παιχνιδιάρικη διάθεσή της. Δίπλα της κάθεται ο Έκτωρ. Βάσει αντικειμενικών κριτηρίων δεν θα τον χαρακτήριζαν όμορφο, αλλά έχει «κάτι». Αποπνέει το δυναμισμό, ίσως και το σνομπισμό, ενός επιτυχημένου κινηματογραφικού αστέρα και κερδίζει εύκολα τις εντυπώσεις. Το ύφος του είναι σοφιστικέ, ίσως και λίγο δήθεν, τα πράσινα μάτια του κρύβουν μυστήριο που γοητεύει. Έχει βλέψεις για σπουδαία πράγματα και θα κάνει τα πάντα για να τα πετύχει. Αν και νέος, έχει συμμετάσχει σε δύο σήριαλ, ενώ ετοιμάζεται για την τρίτη τηλεοπτική του εμφάνιση, γεγονός που έχει προκαλέσει έριδες στη Σχολή, γιατί οι καθηγητές θα προτιμούσαν να επικεντρωθούν οι φοιτητές τους στο θέατρο. Κατά τα άλλα συμμετέχει στις θεατρικές παραστάσεις της Σχολής του, επιδιώκοντας να έχει παρτενέρ του την Σεμίνα. Την θαυμάζει απεριόριστα κι ας μην το ομολογεί. Είναι εγωιστής και ζηλιάρης για να παραδεχτεί ότι η Σεμίνα έχει μεγάλο ταλέντο, περισσότερο από εκείνον και ότι, όπως συνηθίζει να λέει ο αδελφός της, έχει μεγάλο αστέρι να την συντροφεύει και να την οδηγεί, αργά αλλά σταθερά στην κορυφή. Στη Σχολή ήδη έχει πολλές προτάσεις, περισσότερες από εκείνον και για τηλεοπτικά της έχουν γίνει προτάσεις. Αλλά εκείνη προς το παρόν αποκομίζει χαρά με το να συμμετέχει σε παραστάσεις της Σχολής και να μελετά σε βάθος τους σπουδαίους συγγραφείς που με την πένα τους σημάδεψαν την ιστορία του παγκόσμιου πνεύματος. Παράλληλα, έχει απορρίψει άπειρες προτάσεις, γιατί δεν θέλει να γίνει μια σταρλετίτσα από τις πολλές που κυκλοφορούν στην αγορά του θεάματος τα τελευταία χρόνια. Θέλει η πρώτη της εμφάνιση στο χώρο του θεάματος να είναι μοναδική, να αναδείξει την προσωπικότητα και την αξία της, επιθυμεί να κάνει τη διαφορά. Όπως εντυπωσίαζε με την παρουσία της όλους έφηβη ακόμη, αυτό ευελπιστεί να κάνει και τώρα. Είναι όμως συνειδητοποιημένη, ξέρει ότι ο χώρος που έχει επιλέξει να υπηρετήσει είναι σκληρός, ανταγωνιστικός, θέλει πολλή δουλειά και πολλές θυσίες. Δουλεύει ήδη σκληρά και με συνέπεια και θα συνεχίσει έτσι μέχρι να πραγματοποιήσει το όνειρό της. Έχει όλα τα προσόντα να τα καταφέρει, αγνοεί όμως κάτι: το περίεργο και τραγικό παιχνίδι που της ετοιμάζει η κακιά μοίρα…
Η Ισαβέλλα είναι μια κλασική φιλόλογος. Μικροκαμωμένη, με καστανά μπουκλωτά μαλλιά, μικροσκοπικά σταχτιά μάτια, γυαλάκια που δεν τα αποχωρίζεται ούτε στις διακοπές, όπως και τα βιβλία της που είναι ο θησαυρός της. Ο Τζιοβάνι, ηλιοκαμένος και αρρενωπός, την πλησιάζει και αρχίζει τα πειράγματα, όπως συνηθίζει:
-Εβίτα Περόν, Καβάφη έφερες να διαβάζεις; Δεν έβρισκες κάτι λιγότερο καταθλιπτικό; Μην έχουμε αυτοκτονίες στα γαλάζια νερά της Ιθάκης.
-Μην ανησυχείς κουφιοκέφαλε, έφερα και άλλα βιβλία. Τον Καβάφη θα τον δώσω σε εσένα μπας και σου δώσει καμιά ωραία ιδέα για να πέσεις από κανένα βράχο, όταν αντιληφθείς το μέγεθος της βλακείας σου.
-Δε με πείθεις με τίποτα, μην το προσπαθείς άδικα. Αγαπώ τη ζωή μου.
-Εσύ τα βαράκια σου τα έφερες γιατί η παραλία θα είναι γεμάτη μποντιμπιλντεράδες και προβλέπω να παθαίνεις κανένα πολιτισμικό σοκ όταν θα τους αντικρίσεις.
-Κάτσε να βγάλω σώμα και βλέπουμε τι σοκ θα πάθουν οι άλλοι μόλις με δουν.
-Φοβήθηκα τώρα!
Λίγο πιο πέρα, η Βίκυ γνωρίζει τη φίλη της στον Χριστόφορο.
-Χριστόφορε, με τη Νάντια γνωριστήκαμε πριν από λίγους μήνες στο φροντιστήριο των Ισπανικών.
-Χάρηκα πολύ, τείνει το χέρι της η κοπέλα.
-Εγώ να δεις, της χαμογελάει ο Χριστόφορος, ο οποίος φαίνεται πραγματικά γοητευμένος από την παρουσία της Νάντιας. Είναι, άλλωστε, λάτρης του ωραίου φύλου και η Νάντια ανήκει σε αυτό. Έχει μια «ιδιαίτερη» γοητεία. Πολύ μακριά καστανά ίσια μαλλιά και μελιά μάτια που στολίζουν το γλυκό πρόσωπό της κερδίζει αμέσως τον Χριστόφορο. Η Βίκυ το νιώθει από την πρώτη στιγμή και ζηλεύει. Η ιστορία της με τον Χριστόφορο έχει προ πολλού τελειώσει (εκείνη άλλωστε επεδίωξε να γράψει το τέλος) και οι δύο το παίζουν υπεράνω, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι κάποτε του δόθηκε με πάθος και δεν μπορεί να τον φανταστεί να συνεχίζει τη ζωή του με μια φίλη της. Αυτό θα πονέσει και δεν πρέπει να το αφήσει να συμβεί.
Η Σεμίνα πλησιάζει τον Δημήτρη και την Ισαβέλλα.
-Τι κάνει το ζευγάρι μας;
-Μαλώνει, όπως πάντα, προλαβαίνει τον Δημήτρη η Ισαβέλλα.
Ο Δημήτρης αγκαλιάζει την Σεμίνα.
-Εσύ Σεμινάκι πώς είσαι; Όλα καλά με τον Έκτορα;
-Προς το παρόν καλά. Εύχομαι να μην τον ματιάσω. Είναι γλυκός και τρυφερός. Μου έδωσε χίλιες υποσχέσεις ότι δεν θα μου κάνει σκηνές ζηλοτυπίας αυτές τις ημέρες που ήρθαμε να χαλαρώσουμε και να περάσουμε καλά.
-Θα περάσουμε καλά, μην ανησυχείς Σεμίνα. Ακόμη κι αν ο Έκτωρ έχει αντίθετη γνώμη, δεν θα αφήσουμε κανέναν και τίποτα να μας χαλάσει αυτές τις διακοπές. Προσωπικά δεσμεύομαι ότι όποιος κακοκαρδίσει το Σεμινάκι θα έχει να κάνει μαζί μου. και έχω μαύρη ζώνη, το θυμάσαι; Μετά από τόσο καιρό πάμε κάπου όλοι μαζί. Θα είναι υπέροχα. Η περιπέτεια αρχίζει!
-Βρε Δημήτρη μου, μην προκαταλαμβάνεις τις καταστάσεις. Ο Έκτωρ θα είναι μια χαρά με την Σεμίνα. Μη σου πω ότι έχω μια μικρή υποψία ότι στη διάρκεια αυτών των δέκα ημερών θα είμαστε και εμείς καλά, με ένα -δυο τσακωμούς μόνο, έτσι για να σπάει η μονοτονία.
Η Σεμίνα γελάει με τα λόγια της Ισαβέλλας. Ο Τζιοβάνι, η Σαντάλ και στο βάθος ο Έκτωρ πλησιάζουν και όλοι γίνονται μια μεγάλη παρέα. Λίγη ώρα αργότερα προστίθεται στην παρέα και η Βίκυ. Μόνο ο Χριστόφορος μένει μακριά. Συνομιλεί με την Νάντια. Ο ερωτισμός είναι πολύ δυνατός ανάμεσά τους. Όλοι αρχίζουν να το καταλαβαίνουν και πιο πολύ η Βίκυ που δεν μπορεί να το χωνέψει….
Έχει βραδιάσει. Το φεγγάρι φωτίζει τα γαλαζοπράσινα νερά της πανέμορφης Ιθάκης. Τα παιδιά μόλις έχουν φτάσει στο ξενοδοχείο. Μπαίνουν στα δωμάτια να τακτοποιήσουν τα πράγματά τους. Είναι κουρασμένοι από το ταξίδι, αλλά τίποτα δεν τους σταματά. Θέλουν να ζήσουν όσο πιο έντονα αυτό το δεκαήμερο που έχουν στη διάθεση τους. Πάει καιρός άλλωστε που όλοι είχαν οργανώσει μια εκδρομή και τώρα που τους δόθηκε η ευκαιρία θα την αξιοποιήσουν κατάλληλα. Επομένως, φοράνε τα μαγιό, παίρνουν μόνο τα απολύτως απαραίτητα και ετοιμάζονται για την παραλία. Ένα βραδινό μπανάκι είναι ότι τους χρειάζεται. Θα ανάψουν φωτιά μετά για να ζεσταθούν, θα καθίσουν γύρω γύρω και θα αρχίσουν να λένε τρομακτικές ιστορίες. Σαν αυτή που θα ζήσουν λίγες ημέρες αργότερα, αλλά κανείς τους δεν το γνωρίζει και –αλίμονο- κανείς δεν μπορεί να το υποψιαστεί. Αν γινόταν κάποιος να το προβλέψει και να σταματήσει το κακό. Ο θάνατος όμως παραμονεύει και ούτε η γλύκα του καλοκαιριού μπορεί να τον διώξει μακριά….
Καθισμένοι ολόγυρα από τη δυνατή φωτιά σιγοψιθυρίζουν τραγούδια και μασουλάνε μπισκοτάκια με γέμιση βανίλια. Ο Δημήτρης ξεκινά τη συζήτηση:
-Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με το βραδινό μπάνιο. Η αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας!
-Τι εννοείς; Ούτε η αγάπη μας δεν συγκρίνεται με την απόλαυση που αποκομίζεις από ένα μπάνιο εν μέσω της νυκτός; Να θυμώσω τώρα ή μετά;
-Όχι, αγάπη μου, η δική σου αγάπη είναι αναντικατάστατη.
-Είπα.. Δημητράκη έχω μια φοβερή ιδέα! Να κάνουμε εδώ το γάμο μας.
-Που στην παραλία;
-Σοβαρέψου.
Η Σεμίνα που παρακολουθεί τη συζήτηση παρεμβαίνει δυναμικά.
-Τέλεια ιδέα. Πάντα ήθελα να παντρευτώ σε νησί.
-Παντρέψου. Καιρός είναι, Σεμινάκι. Εμείς θα παντρευτούμε στη Λαμία, στο χωριό μου, τα έχουμε ξεκαθαρίσει αυτά προ πολλού.
-Τι μας λες; Εγώ θέλω εδώ.
-Καλά, θα το συζητήσουμε άλλη φορά.
-Όχι τώρα θα το συζητήσουμε και θα δεσμευτείς στα παιδιά ότι θα παντρευτούμε εδώ, στην Ιθάκη.
-Καλά, καλά.
-Μη μου το παίζεις κινέζος. Δεσμεύσου.
-Είπα καλά.
-Δεσμεύτηκε! Ακούσατε όλοι! Είσαστε μάρτυρες!
-Ισαβέλλα ηρέμησε.
-Δεσμεύτηκε!
-Ισαβέλλα!
-Δεσμεύτηκες.
-Έλα, θα αρχίσω να θυμώνω.
-Γιατί;
-Γιατί δεν είσαι σοβαρή. Φτάνει η πλάκα..
-Δεν κάνω πλάκα.
-Ακόμη χειρότερα.
-Τι εννοείς;
-Εννοώ ότι ξέρεις την κατάσταση.
-Ποια κατάσταση; Ότι από την πρώτη ημέρα της σχέσης μας σου κάνω όλα τα χατίρια; Ε, λοιπόν εγώ θέλω να παντρευτώ εδώ και όχι στο χωριό των γονιών σου!
-Ας το αφήσουμε.
-Όταν δεν σε συμφέρει κάτι θέλεις να το αφήσουμε. Ας δουν τα παιδιά τι μαμάκιας είσαι. Ο μόνος λόγος που θέλεις να παντρευτούμε στη Λαμία είναι για να μη στεναχωρηθούν οι δικοί σου. Λες και η γνώμη τους μετράει περισσότερο από τη δική μου;
-Είπα κόφτο! Αμάν, ρε Ισαβέλλα! Δεν αντέχω το πείσμα σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις αλλάξει.
Η φωνή του Δημήτρη ακούγεται θυμωμένη. Η Ισαβέλλα όμως συνεχίζει ακάθεκτη, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά που προσπαθούν να μαντεύσουν εάν κάνει πλάκα ή εάν πραγματικά έχει θυμώσει.
-Δημητράκη, άσε τα πολλά λόγια. Έτσι ήμουν πάντα, ίσως εσύ είχες πολλές δουλειές και δεν είχες τον απαραίτητο χρόνο να με καταλάβεις.
-Λοιπόν Ισαβέλλα κόφτο! δυναμώνει απότομα τον τόνο της φωνής του. Η Ισαβέλλα τον κοιτάζει ευθύς μέσα στα μάτια, με το βλέμμα της να καίει. Όταν θυμώνει, τα μάτια της αγριεύουν, μοιάζει με αγριόγατα.
-Τι να κάνω; Σοβαρολογείς;
Ο Χριστόφορος, δικηγόρος-ειρηνοποιός παρεμβαίνει, καθώς νιώθει ότι τα πράγματα οξύνονται επικίνδυνα και μια κάτι που ξεκίνησε σαν πλάκα δύναται να εξελιχθεί σε πολύ σοβαρό καβγά.
-Ε, φρόνιμα. Τι πράγματα είναι αυτά; Καλά δεν μου λες μύγα σε τσίμπησε Δημήτρη;
-Όχι, ρε φίλε. Απλώς βαρέθηκα να πιάνεται με ότι λέω. Καταντάει κουραστικό.
-Δεν το πιστεύω αυτό που γίνεται. Ήρθαμε να περάσουμε ένα υπέροχο δεκαήμερο, αυτή είναι η πρώτη μας βραδιά και εσείς θα τσακωθείτε; Αυτό είναι από τα άγραφα! Δηλώνει εμφατικά η Σεμίνα.
Εκείνη τη στιγμή ο Τζιοβάνι με την Σαντάλ που κάθονταν παράμερα και είχαν αρχίσει τις αγκαλιές και τα φιλιά σηκώνονται. Ο Τζιοβάνι παίρνει το λόγο:
-Εμάς θα μας συγχωρήσετε πάμε μια βόλτα. Έχει υπέροχο φεγγάρι απόψε. Να σας αφήσουμε να συνεχίσετε και τις αψιμαχίες σας.
-Είσαι γάιδαρος τελικά! εξεγείρεται η Σεμίνα, ενώ ο Τζιοβάνι της γυρίζει επιδεικτικά την πλάτη.
-Ωραία, ξεκινήσαμε την εκδρομή μας, παρατηρεί με στόμφο ο Έκτωρ.
-Εμένα θα μου επιτρέψετε…, είναι τα λόγια της Ισαβέλλας καθώς απομακρύνεται από την παρέα που έχει αρχίσει ήδη να διαλύεται.
-Θα μου εξηγήσει κάποιος τι διάβολο συμβαίνει; Δημήτρη είσαι καλά αγόρι μου; απορεί ο Χριστόφορος.
-Συγγνώμη για την αναστάτωση.
-Δημητράκη μην την αφήνεις μόνη. Έλα μια παρεξήγηση άνευ ουσίας, λέει η Βίκυ προσπαθώντας να εξευμενίσει τα πνεύματα.
-Ναι, αυτό είναι. Χίλια συγγνώμη, απλώς είμαι κουρασμένος.
Ο Δημήτρης τρέχει να προλάβει την Ισαβέλλα, ενώ οι υπόλοιποι είναι φανερά ταραγμένοι. Η Νάντια, η καινούργια της παρέας, είναι σαστισμένη:
-Έτσι κάνουν πάντα αυτοί;
Η Βίκυ, ήδη θυμωμένη με την Νάντια, την αποπαίρνει:
-Άσε μας ρε Νάντια. Δεν βλέπεις ότι υπάρχει πρόβλημα;
-Αυτό που βλέπω είναι ότι τα νεύρα είναι κολλητικά στην παρέα σας.
-Όχι μην το λες αυτό Νάντια.
-Α! Χριστόφορε δεν σε πρόσεξα.
-Ώστε έτσι ε; τότε θα θυμώσω και εγώ.
-Σε παρακαλώ μη μου το κάνεις. Είμαι πολύ ήρεμος άνθρωπος και οι εντάσεις δεν μου ταιριάζουν.
-Τι σύμπτωση! Εμείς οι δύο ταιριάζουμε σε πολλά.
Η Νάντια του χαρίζει ένα χαμόγελο γοητείας. Ο Χριστόφορος πιάνει το νόημα και της ψιθυρίζει στο αυτί:
-Είναι υπέροχη η νύχτα. Θες να πάμε μια βόλτα;
-Μήπως παρεξηγηθούν οι φίλοι σου; Είναι αρκετά ευέξαπτοι.
-Άσε τους φίλους μου και επικεντρώσου σε εμένα. Το προτιμώ. Πάμε;
-Γιατί όχι;
Τα δύο παιδιά, απομακρύνονται αγκαλιασμένα, ενώ η Βίκυ είναι φανερά στεναχωρημένη.
-Νύσταξα.
-Ας πάμε στο ξενοδοχείο.
Η Νάντια παρέα με τη Σεμίνα και τον Έκτορα καταφτάνουν στο ξενοδοχείο.
-Βίκυ μου, ελπίζω να μη στεναχωριέσαι.
-Για ποιο πράγμα; η Βίκυ προσποιείται την αδιάφορη, αν και στην πραγματικότητα η καρδιά της καίει από τη ζήλια.
-Να μωρέ για τον αδελφό μου που φλερτάρει τη φίλη σου.
-Ελεύθερο παιδί είναι. έχει το δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει και φυσικά με όποια θέλει.
-Δηλαδή δεν σε πειράζει;
-Δεν υπάρχει λόγος. Ήθελα να χωρίσουμε, δεν μπορώ να του ζητήσω και τα ρέστα από πάνω.
-Πολύ απελευθερωμένες ιδέες έχεις Βικούλα.
-Άκουσε Έκτορα. Δεν λέω ότι ζω και τις καλύτερες στιγμές της ζωής μου, αλλά εάν δεν το φιλοσοφήσω τι θα καταλάβω. Είμαι σε διακοπές και έχω ανάγκη να περάσω καλά και όχι να κάθομαι να κλαίω τη μοίρα μου. εάν ο Χριστόφορος γουστάρει την Νάντια και η Νάντια τον Χριστόφορο δεν μπορώ να τους σταματήσω.
Η Νάντια πέφτει στο κρεβάτι. Τα μάτια της είναι θλιμμένα. Το κεφάλι της γεμάτο αναμνήσεις. «Στις θεωρίες καλή είμαι, στην πράξη όμως…γαμώτο τι μου συμβαίνει; Αφού με τον Χριστόφορο έχουμε τελειώσει και ήθελα να τελειώσουμε, πιο πολύ από εκείνον, τι με έχει πιάσει; Ζήλια; Γιατί; Πρέπει να κάνω κάτι και γρήγορα…», είναι μερικές μόνο από τις σκέψεις που βασανίζουν το μυαλουδάκι της Βίκης λίγο πριν αποκοιμηθεί.
Η Σεμίνα και ο Έκτωρ περπατούν αγκαλιασμένοι. Η Σεμίνα είναι προβληματισμένη.
-Χάλια μαύρα! Η πρώτη μας βραδιά και γίναμε μπίλιες. Ποιος μας μάτιασε;
-Μην στεναχωριέσαι, γλυκιά μου. Συμβαίνουν αυτά.
-Έχω κακό προαίσθημα. Και εμένα με ξέρεις ό,τι νιώθω βγαίνει αληθινό.
-Είσαι αναστατωμένη. Δεν έγινε δα και κανένα μεγάλο κακό. Είμαστε όλοι κουρασμένοι από το ταξίδι και έχουμε αδικαιολόγητα νεύρα. Αυτό είναι όλο. Αύριο θα είναι όλα μια χαρά.
-Δεν περίμενα ποτέ από τον Δημήτρη να τα πάρει έτσι.
-Μα τι το παράξενο; Τόσες φορές εμείς έχουμε τσακωθεί για ψύλλου πήδημα;
-Εμείς είμαστε άλλο. Ο Δημήτρης είναι ήρεμος, πράος, με το χαμόγελο πάντα στα χείλη.
-Ε, να ξέρεις ότι τα σιγανά ποταμάκια έχουν τις μεγαλύτερες εκρήξεις. Εμείς τουλάχιστον τα λέμε και ξεσπάμε, αυτοί τα κρατάνε μέσα τους και κάποια στιγμή εκρήγνυνται.
-Τι έγινε όμως και αντέδρασε έτσι; Δεν μπορεί όλα να έγιναν για μια βλακεία;
-Ίσως είναι και κάτι παραπάνω. Άλλωστε, όσα ξέρει ο νοικοκύρης. Βέβαια είμαι της άποψης ότι όλα αύριο θα είναι μέλι γάλα.
-Το ελπίζω. Προς το παρόν φοβάμαι.
-Για τον Δημήτρη;
-Για όλους και για όλα. Το προαίσθημά μου με έχει κυριεύσει. Δεν έχω ξανανιώσει κάτι τέτοιο. Πώς να στο περιγράψω; Σαν κάποιος από εμάς στο άμεσο μέλλον κινδυνεύσει πολύ…
Η Σεμίνα είχε δίκιο. Δυστυχώς, το προαίσθημα σύντομα θα αποδεικνυόταν πέρα για πέρα αληθινό, μα θα ήταν πολύ αργά για να ανατρέψει την πραγματικότητα και να γυρίσει το χρόνο πίσω. Ο χρόνος θα σταματούσε για πάντα να κυλά για εκείνη.
Η επόμενη μέρα ξεκίνησε με ανακωχή, η οποία όμως ήταν προσωρινή. Η προηγούμενη νύχτα ήταν μια δυσάρεστη ανάμνηση για όλους. Ή καλύτερα σχεδόν για όλους. Ο Χριστόφορος έζησε μια νύχτα γεμάτη ερωτισμό και αισθησιασμό με την Νάντια. Ο Τζιοβάνι με την Σαντάλ διασκέδασαν μέχρι τα ξημερώματα, ενώ η Σεμίνα αναζήτησε την αγκαλιά του αγαπημένου της.
Η Ισαβέλλα και ο Δημήτρης μιλούσαν όλο το βράδυ.
-Τι τόσο τρομερό έκανα Δημήτρη;
-Αγαπώ τους φίλους μας, αλλά μερικά πράγματα θέλω να τα κρατάμε για εμάς τους δυο. Μας ανήκουν. Ιδιαίτερα ένα τόσο σοβαρό θέμα, όσο ο γάμος μας. Δεν ξέρω τι σου έχει συμβεί τελευταία και φέρεσαι σαν μωρό. Εσύ που πάντα ήσουν σοβαρή, προσεκτική, κάνεις τη γατούλα διαρκώς, κάτι περίεργα ναζάκια, κάτι…
-Δεν καταλαβαίνω, τι το κακό έχει αυτό; Γυναίκα είμαι, γιατί να μην «παίξω»;
-Γιατί δεν σου ταιριάζουν τα νιαουρίσματα.
-Ενώ σε άλλες ταιριάζουν;
-Εξαρτάται ποιες εννοείς. Εγώ εσένα γνώρισα, εσένα ερωτεύτηκα, εσένα θέλω να παντρευτώ. Δεν μπορώ να κατανοήσω αυτή την ξαφνική αλλαγή σου. Έχεις ένα τρομερό πείσμα και κάνεις και λες πράγματα παράλογα που δεν αρμόζουν σε σένα. Όπως τα σημερινά, πώς να τα χαρακτηρίσω;
-Όλα άρχισαν από μια πλάκα που εσύ πήρες πολύ στα σοβαρά. Απορώ γιατί.
-Όλα έτσι ξεκινούν τον τελευταίο καιρό. Δεν έχεις μάθει να υποχωρείς, ούτε και όταν γίνεται πλάκα, όπως εσύ βέβαια την ορίζεις την πλάκα. Γιατί καμιά φορά γίνεσαι τόσο πεισματάρα που ξεπερνάς κάθε όριο.
-Είσαι υπερβολικός, δεν νομίζεις;
-Όχι και το ξέρεις καλά. Δεν είναι μόνο το χθεσινό.
-Τι πάει να πει αυτό; Ότι μου είχες διάφορα μαζεμένα από καιρό;
-Όχι. Το μόνο μου παράπονο είναι ότι όπως σου είπα τον τελευταίο καιρό συμπεριφέρεσαι απερίσκεπτα, κάτι που δεν έκανες παλιά. Δεν σκέπτεσαι αν φέρνεις τον άλλον σε δύσκολη θέση. Αυτό είναι ενοχλητικό. Το χειρότερο είναι ότι στο έχω πει πολλές φορές και δεν το καταλαβαίνεις.
-Δεν θέλω να σε στεναχωρώ. Απλώς φοβάμαι.
-Τι φοβάσαι;
-Είσαι ο πρώτος άντρας που ερωτεύτηκα και αγάπησα με πάθος και τρέμω στην ιδέα ότι μια μέρα θα πάψεις να με αγαπάς και θα αναζητήσεις την αγκαλιά σε άλλη γυναίκα. Έχω ζήσει τόσα χρόνια μαζί σου, αν σε χάσω δεν ξέρω τι θα κάνω.
-Τι είναι αυτά που λες; Ετοιμάζουμε το γάμο μας και θα σε παρατήσω;
-Όλοι μας θεωρούν ένα ζευγάρι πρότυπο, ας μην τους διαψεύσουμε.
-Σε παρακαλώ μη δίνεις τόση σημασία στο τι λένε οι άλλοι και επικεντρώσου σε εμάς. Εγώ είμαι αυτός που σε έχω ανάγκη και όχι οι άλλοι. Άσε κατά μέρος τις ανασφάλειες και γίνε το δυναμικό και σοβαρό κορίτσι που αγάπησα και αγαπώ. Η σχέση μας δεν κινδυνεύει από κανέναν, όλα εξαρτώνται από εμάς και μόνο από εμάς.
-Πες μου ότι με αγαπάς και θα γίνω καλό κοριτσάκι, λέει με νάζι η Ισαβέλλα προσπαθώντας να τον κατευνάσει.
Ο Δημήτρης είναι χαμένος στις σκέψεις του. Η Ισαβέλλα δεν έχει μάθει να χάνει. Πράγματι, τον τελευταίο καιρό έχει αλλάξει ή πάντα οι ανασφάλειες κυρίευαν την ψυχή της και απλώς ο Δημήτρης δεν τις είχε δει; Το ότι μοιραζόμαστε χρόνια τη ζωή μας με έναν άνθρωπο δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι τον γνωρίζουμε. Ο έρωτας είναι τυφλός και ο εγωισμός του ανθρώπου δεν τον αφήνει πολλές φορές να ερωτευτεί άλλον πέρα από το είδωλό του. Όταν όμως βλέπουμε το σύντροφό μας, όχι όπως είναι, αλλά όπως θα θέλαμε να είναι, ο έρωτας γίνεται επικίνδυνος. Η Ισαβέλλα αγαπά τον Δημήτρη με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Ό,τι πιο σημαντικό έχει ζήσει στη ζωή της, το έχει ζήσει μαζί του.
-Δημητράκη μου, σε αγαπώ τόσο πολύ. Εσύ δεν με αγαπάς πια;
Ο Δημήτρης την κοιτάζει. Τα μελιά της μάτια είναι όμορφα.
-Σε αγαπώ.

Στο διπλανό δωμάτιο η Βίκυ έχει ξυπνήσει με νεύρα. Κοιτάζει το ρολόι της, είναι δέκα η ώρα και η Νάντια δεν έχει εμφανιστεί. Σηκώνεται βαριεστημένα από το κρεβάτι και πάει κατευθείαν στο μπάνιο. Ρίχνει παγωμένο νερό στο πρόσωπό της και εν συνεχεία κοιτάζεται στον καθρέπτη. «Η σχέση μου με τον Χριστόφορο έχει τελειώσει οριστικά. Εκείνος τσιλημπουρδίζει με την Νάντια και εγώ τους παρακολουθώ λες και… δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτή η κατάσταση. είμαι εδώ για να περάσω καλά και αυτό θα κάνω. Κανένας δεν θα μου το χαλάσει!», λέει η Βίκυ δυνατά, θέλοντας να διώξει τον πόνο που της προκαλεί η ερωτική ζήλια. Αναπάντεχα ακούγεται το κλειδί στην πόρτα του δωματίου. Είναι η Νάντια. Η Βίκυ παίρνει μια βαθιά ανάσα και βγαίνει από το μπάνιο. Η Νάντια, αν και κουρασμένη, λάμπει, εμφανές σημάδι ότι έχει περάσει μια καταπληκτική βραδιά. Κοιτάζει στα μάτια την Βίκυ, η οποία ψύχραιμα, αλλά με τόνο λίγο ανακριτικό την ρωτά:
-Λοιπόν;
-Λοιπόν τι;
-Περάσατε καλά;
Η Νάντια δείχνει να τα χάνει λίγο. Κοντοστέκεται και ύστερα απαντά:
-Βίκυ μου, δεν πιστεύω να θύμωσες που…
-Που τι;
-Που… ξέρεις. Να μωρέ επειδή ο Χριστόφορος ήταν ο πρώην σου, αλλά από όσα μου είχες πει ήθελες να χωρίσετε, γιατί η σχέση δεν προχωρούσε.
Η Βίκυ είναι απότομη:
-Δεν μου απάντησες. Το κάνατε;
Η Νάντια ξαφνιάζεται:
-Ε; έτσι στη ψύχρα θες να σου πω..
Η Βίκυ την κοιτάζει μέσα στα μάτια, η Νάντια δεν τολμά να πει ψέματα.
-Ναι και ήταν υπέροχα. Ευχαριστημένη;
-Γιατί να μην είναι ευχαριστημένη; Ήρθαμε όλοι μια παρέα και από την πρώτη κιόλας νύχτα εξαφανίζεσαι και το κάνεις με τον πρώην μου. Δεν συμβαίνει και κάτι το παράλογο αν το καλοσκεφτείς.
-Όντως, εγώ δεν βλέπω τίποτα το παράλογο. Πρώην σου ήταν, όχι νυν. Άλλωστε, εσύ ήθελες να χωρίσετε, δεν καταλαβαίνω τη ζήλια σου.
-Ζήλια; Δεν έχω λόγο να ζηλέψω, απλώς κάνω κάποιες διαπιστώσεις. Αυτό που φαίνεται περίεργο είναι πώς ο Χριστόφορος έγινε υποστηρικτής του one night stand?
-Γιατί λες ότι είναι one night stand; Μπορεί αυτή η σχέση να προχωρήσει.
-Να προχωρήσει; Έλα τώρα. Ξέρω καλά τον Χριστόφορο, τρία χρόνια είχαμε σχέση. Εάν σε έβλεπε σοβαρά, δεν θα σε πηδούσε από την πρώτη νύχτα.
-Δηλητήριο στάζουν τα λόγια σου. Τόσο πολύ τον θέλεις; Για πες μου. είσαι ακόμη ερωτευμένη μαζί του ή ζήλεψες που με γουστάρει και δεν είναι κολλημένος μαζί σου;
-Τίποτα από τα δύο. Απλώς…, σκέπτεται λίγο και συνεχίζει:
-Τον Χριστόφορο τον αγαπώ, έχουμε ζήσει πάρα πολλά μαζί και πιστεύω ότι δεν του ταιριάζεις.
-Γιατί;
-Καλύτερα να μην μπω σε λεπτομέρειες.
-Όχι να μπεις. Εσύ άλλωστε με κάλεσες στην εκδρομή. Άρα με συμπαθούσες.
-Απλώς δεν θεωρώ ότι ταιριάζετε. Αυτό είναι όλο.
-Τέτοια ζήλια δεν την περίμενα από εσένα.
-Ούτε εγώ τέτοια ξετσιπωσιά. Τόσοι άντρες υπάρχουν, αλλά εσύ ρίχτηκες στον άνθρωπο με τον οποίο είχα περάσει κάποια πολύ σημαντικά χρόνια. Είναι τυχαίο αυτό;
-Τι πάει να πει τυχαίο; Γιατί τι θα μπορούσε να είναι προμελετημένο; Και δεύτερον, για να ξεκαθαρίσουμε κάτι δεν του ρίχτηκα εγώ, αλλά όπως πολύ καλά είδες εκείνος έκανε την αρχή, από την ώρα που μας γνώρισες στο πλοίο.
-Και εσύ άδραξες την ευκαιρία να του κουνηθείς.
-Δεν σου επιτρέπω να μου μιλάς σαν να είμαι τσούλα. Δεν με ξέρεις καθόλου.
-Αυτό είναι βέβαιο. Εάν σε ήξερα, δεν θα σε προσκαλούσα στην εκδρομή.
-Πάω να ετοιμάσω τα πράγματά μου. από ότι φαίνεται δεν χωράμε και οι δυο μας σε αυτό το δωμάτιο.
-Μπα; Έχεις την ευθιξία να φύγεις; Δεν σε είχα τόσο ευαίσθητη.
-Θα φύγω. Όχι από το νησί, δεν σου κάνω τη χάρη. Από το δωμάτιο, απλώς θα μείνει σε άλλο δωμάτιο. Ο Χριστόφορος μόνος του δεν μένει;
Τα μάτια της Νάντιας γεμίζουν κακία, ενώ η Βίκυ νιώθει έναν κόμπο να ανεβαίνει στο λαιμό.
-Εμπρός πήγαινε ποιος σε εμποδίζει.
-Κανένας, φεύγω τώρα αμέσως.
-Θέλεις πόλεμο; Θα τον έχεις. Απλώς δεν θέλω τα υπόλοιπα παιδιά να καταλάβουν τίποτα, γιατί θα αναστατωθούν. Ότι συμβαίνει έχει να κάνει με εμάς και με κανέναν άλλο, σύμφωνες;
-Μην ανησυχείς. Το πρόβλημα άλλωστε είσαι εσύ και όχι εγώ. Η δική σου ζήλια είναι ανεξέλεγκτη. Απλώς πες μου ένα πράγμα: γιατί το κάνεις τώρα όλο αυτό το show; Γιατί συνεχίζεις να είσαι ερωτευμένη με τον Χριστόφορο ή γιατί δεν αντέχει ο εγωισμός σου να μας βλέπει μαζί;
-Πάω κάτω να συναντήσω τους φίλους μου. Καλή σου μέρα.
Η Βίκυ βγαίνει γρήγορα από το δωμάτιο. Μόνη στο διάδρομο ξεσπά σε κλάματα. «Αλήθεια, ήταν ανάγκη να κάνει τέτοια ιστορία; Να φτάσει τα πράγματα στα άκρα; Γιατί το έκανε αυτό ; τι της συμβαίνει; Είναι ακόμη ερωτευμένη ή απλώς πληγώθηκε ως γυναίκα;»

Ο Τζιοβάνι και η Σαντάλ απολαμβάνουν όμορφες στιγμές. Όλα είναι υπέροχα, μέχρι τη στιγμή που γίνεται κάτι απρόβλεπτο που καταστρέφει τα πάντα. Τη στιγμή της πιο μεγάλης ηδονής ο Τζιοβάνι φωνάζει το όνομα της αγαπημένης του. Μόνο που δεν φωνάζει Σαντάλ, αλλά «Σεμίνα». Ένα σκληρό αγκάθι μεμιάς καρφώνει την καρδιά και διαλύει τη μαγεία του έρωτα…..

Στο αντικρινό δωμάτιο η Σεμίνα ξυπνάει στην αγκαλιά του Έκτορα. Ο Έκτωρ έχει ξυπνήσει από νωρίς, αλλά δεν αποφασίζει να σηκωθεί. Του αρέσει να περιεργάζεται την «ωραία κοιμωμένη» του! Την χαζεύει που κοιμάται γλυκά, του θυμίζει άγγελο που ξαποσταίνει μια στάλα στη γη για να ταξιδέψει πάλι στο ουράνιο βασίλειό του. Της χαϊδεύει απαλά τα χρυσαφένια μαλλιά και της αγγίζει τα κλειστά μάτια με τα δάκτυλά του. Είναι παράφορα ερωτευμένος μαζί της και δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να την πάρει μακριά του. Ειδικά αυτός ο Τζιοβάνι του τη δίνει πολύ στα νεύρα και δεν ξέρει μέχρι πόσο θα τον ανεχτεί. Εντάξει, η Σεμίνα δεν του δίνει σημασία, αλλά και μόνο ο τρόπος που την κοιτάζει –σαν λυσσασμένη γάτα- τον κάνει τρελό. Η Σεμίνα ξυπνάει. Είναι αληθινός άγγελος. Ετοιμάζει το μεγάλο ταξίδι που η μοίρα της γράφει…
-Ξύπνησες μωρό μου;
-Νόμισα ότι άκουσα κάποιον να φωνάζει το όνομά μου.
-Άκουσες τις σκέψεις μου. Δεν χόρταινα να σε κοιτάζω, άγγελέ μου, και να ονειρεύομαι. Σε αγαπώ τελικά, μωρό.
Η Σεμίνα ξαφνιάζεται.
-ΜΕ ΑΓΑΠΑΣ; Αυτό είπες ή δεν άκουσα καλά;
-Ε; Το ομολογώ! Με έπιασες, σε αγαπώ.
-Είναι μήπως αυτή η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου; ήταν ό,τι πιο όμορφο έχω ακούσει από εσένα. Ελπίζω να το εννοείς.
-Ασφαλώς και το εννοώ. Διαφορετικά δεν θα το έλεγα.
-Το ελπίζω. Αλλά είσαι παρορμητικός, ηθοποιοί δεν είμαστε;
-Κάτσε, κάτσε, γιατί αυτή την αντίδραση δεν την είχα υπολογίσει. Σου λέω ότι σε αγαπώ και αντιδράς με τέτοια αδιαφορία; Τι σημαίνει αυτό;
-Τίποτα. Σου είπα αμέσως ότι αυτό που είπες είναι ό,τι καλύτερο, απλώς θέλω να βεβαιωθώ ότι είναι αληθινό. Ότι μιλάει η αγάπη και όχι το πάθος της στιγμής.
-Θα τα πάρω τώρα. Δεν με εμπιστεύεσαι ή απλώς δεν είσαι σίγουρη για τα δικά σου συναισθήματα;
-Είμαι σίγουρη ότι νιώθω κάτι πολύ όμορφοι για εσένα. Είναι όμως νωρίς να το προσδιορίσω, είμαστε μόλις οκτώ μήνες μαζί και είχαμε πολλά προβλήματα. Το πάθος δεν έλειψε λεπτό, αλλά για να μιλήσουμε για αγάπη είναι νωρίς. Όχι μόνο για εμένα, αλλά και για εσένα. Δεν με ξέρεις τόσο καλά.
-Όλα αυτά που λες είναι περίεργα. Δεν παίζουμε σαπουνόπερα, μην μπλέκεις το πραγματικό με το φανταστικό. Σου λέω ότι σε αγαπώ και μου δίνεις μία μούντζα που είναι όλη δικιά μου.
-Μην το παίρνεις έτσι. Απλώς είμαι επιφυλακτική με τόσο δυνατά συναισθήματα, όπως η αγάπη. Είναι αρχή μου να μην μπλέκω τον έρωτα με την αγάπη και σε παρακαλώ να μην το κάνεις και εσύ.
-Είπες ότι τα λόγια μου σε έκαναν ευτυχισμένη.
-Ασφαλώς, είναι δείγμα ότι νιώθεις για εμένα κάτι δυνατό. Όπως και εγώ για εσένα. Και έχουμε όλο το χρόνο μπροστά μας να ανακαλύψουμε την αγάπη.
-Υπάρχει άλλος;
-Δεν σε πιστεύω. Είμαι μαζί σου και με ρωτάς αν υπάρχει άλλος; Είσαι αδιόρθωτος, η αγάπη, όμως, θέλει εμπιστοσύνη και σεβασμό, όχι μόνο λόγια. Αυτό σου λέω τόση ώρα.
-Που πας τώρα;
-Να ντυθώ. Πάω να συναντήσω τα παιδιά, έλα και εσύ, γιατί θα τους στήσουμε.
-Καλά, με παρατά σύξυλο;
-Γιατί δεν θέλω να μαλώσουμε. Το νιώθω όταν είσαι οργισμένος και προσπαθώ να σβήσω τη φωτιά εγκαίρως. Λοιπόν, σήκω.
Η Σεμίνα απομακρύνεται, ενώ ο Έκτωρ προσπαθεί να καταλάβει τι έχει συμβεί…
-Σε παρακαλώ άσε με να σου εξηγήσω.
-Να μου εξηγήσεις τι; Ότι όταν είσαι μαζί μου σκέπτεσαι εκείνη; Ακόμη και στις πιο ιδιαίτερες στιγμές μας αυτή είναι στο μυαλό σου.
-Δεν είναι έτσι Σαντάλ. Μια παρεξήγηση έγινε και θέλω να μου δώσεις την ευκαιρία να σου εξηγήσω.
-Δεν αντέχω να ακούσω άλλα ψέματα. Από την αρχή ήξερα ότι δεν μπορώ απόλυτα να σε εμπιστευτώ. Είσαι ένας κούκλος που πολλές επιθυμούν, οι πειρασμοί που έχεις να αντιμετωπίσεις είναι πολλοί και ήξερα ότι δεν είσαι ο τύπος του πιστού άντρα. Όμως, αυτό παραπάει. Είσαι ερωτευμένος με την Σεμίνα, δεν την φλερτάρεις απλώς, είναι κάτι πιο μεγάλο και δεν μπορώ να το ανταγωνιστώ.
-Σαντάλ, σου ζητώ ειλικρινά συγγνώμη. Δεν ήθελα να σε πληγώσω. Απλώς άφησέ μου να σου πω δυο λόγια.
-Όχι, βαρέθηκα τις φτηνές δικαιολογίες.
-Θα σου ακουστεί χαζό, αλλά ήμουν ζαλισμένος από το ποτό. Ήπιαμε πολλά σφηνάκια εχθές στο μπαρ. Δεν εννοούσα αυτό που είπα. Δεν σκεπτόμουν την Σεμίνα, η θολούρα με έκανε να πω το όνομά της.
-Τη στιγμή του έρωτα; Όσο χαζή κι’αν θεωρείς το είμαι, δεν μπορώ να πιστέψω ότι ήταν κάτι το αθώο.
-Νιώθω απαίσια. Ό,τι μου ζητήσεις θα το κάνω.
-Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα πια. Και για να είμαι ειλικρινής δεν θέλω να κάνεις κάτι. Όλα θα μπορούσα να τα αντιμετωπίσω. Ακόμη και την απιστία σου. Ναι, και γι’αυτό είχα προετοιμαστεί, τόσο πολύ σε ήθελα η ηλίθια που έλεγα ας κάνει το κέφι του και ας γυρίσει πάλι σε εμένα. Αλλά άλλο η απιστία, άλλο ο έρωτας. Αυτόν δεν μπορώ να τον πολεμήσω, είναι πολύ δυνατός.
-Δώσε μας μια δεύτερη ευκαιρία. Δεν θέλω να σε χάσω. Έκανα μια μεγάλη βλακεία, όμως σου υπόσχομαι ότι δεν σήμαινε τίποτα.
-Μου υπόσχεσαι δηλαδή ότι θα πάψεις να σκέπτεσαι την Σεμίνα. Με το χέρι στην καρδιά πες μου τι νιώθεις για εκείνη;
Ο Τζιοβάνι διστάζει να απαντήσει και χαμηλώνει το βλέμμα. Έχει πληγώσει την Σαντάλ και δεν θέλει να κάνει τα πράγματα χειρότερα. Μα η Σαντάλ είναι αποφασισμένη να βάλει το μαχαίρι στο κόκαλο.
-Περιμένω μια απάντηση Τζιοβάνι.
Ο Τζιοβάνι δεν έχει άλλη επιλογή, πρέπει επιτέλους να έρθει αντιμέτωπος με τα συναισθήματά του, αλλά και αυτή τη φορά θα βρει τρόπο να ξεγλιστρήσει από την αλήθεια…
-Περιμένω Τζιοβάνι.
-Σαντάλ, είμαστε και οι δύο ταραγμένοι. Ας αφήσουμε τη συζήτηση προς το παρόν.
-Δεν έχουμε άλλο χρόνο. Πες μου τι σημαίνει για εσένα η Σεμίνα. Αν θες μία ακόμη ευκαιρία, πρέπει τουλάχιστον να ξέρω την αλήθεια.
Το τηλέφωνο του δωματίου χτυπά. Το σηκώνει ο Τζιοβάνι. Το πρόσωπο της Σαντάλ το σκιάζει μια σκληρή έκφραση. Είναι θλίψη ανακατωμένη με οργή. Τον έχει χάσει, αλλά θέλει να δώσει τη μάχη της μέχρι τελικής πτώσεως.
-Ποιος ήταν στο τηλέφωνο;
-Η Σεμίνα. Τα υπόλοιπα παιδιά έχουν κατέβει για πρωινό και μας περιμένουν. Θα πάμε για μπάνιο.
-Αν θέλεις, πήγαινε μόνος σου. Περιμένω μία απάντηση. Την δικαιούμαι.
-Έγινε μια μεγάλη παρεξήγηση και σου ζητώ συγγνώμη. Ήμουν θολωμένος από το ποτό και είπα το όνομα της Σεμίνας. Δεν σημαίνει τίποτα παραπάνω. Άλλωστε, η Σεμίνα είναι ερωτευμένη με τον Έκτορα και εγώ με εσένα.
-Είσαι ερωτευμένος μαζί μου;
-Εάν δεν ήμουν, δεν θα σου ζητούσα να τα ξεχάσεις όλα και να είμαστε μαζί. Σου λέω ότι ήταν μια παρεξήγηση.
-Πώς μπορώ να σε πιστέψω; Και γιατί να σε πιστέψω; Με έκανες κομμάτια! Ξέρεις πώς αισθάνθηκα όταν είπες το όνομά της;
-Αυτό που ξέρω είναι ότι είμαι μαλάκας. Αλλά τα συναισθήματά μου για σένα είναι ειλικρινή. Πες ότι έγινε μια παρεξήγηση και ας είμαστε όπως πριν. Σου υπόσχομαι ότι θα αλλάξουν πολλά αν μου δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία. Θα σου αποδείξω ότι δεν είμαι τόσο αναίσθητος, όσο φαίνομαι.
-Ακόμη όμως δεν μου έχεις απαντήσει τι σημαίνει για σένα η Σεμίνα, γιατί για να πεις το όνομά της…
-Ό,τι ένιωσα για την Σεμίνα ανήκει στο παρελθόν.
-Πώς έτσι ξαφνικά;
-Δεν είναι ξαφνικά, αλλά πες το και έτσι. Θέλω να είμαστε μαζί.
-Θα είμαστε μαζί, εάν το θέλεις πραγματικά. Αλλά δεν ξέρω εάν θα μπορέσω να σε εμπιστευτώ μέχρι να δω τα σημάδια που περιμένω. Δεν είμαι σε φάση να πληγωθώ ξανά, ήδη πόνεσα πολύ στις προηγούμενες σχέσεις μου. Εάν δεν είσαι σίγουρος ότι θέλεις να είμαστε μαζί, φύγε.
-Είπα ότι θέλω να είμαστε μαζί.
Ο Τζιοβάνι πλησιάζει την Σαντάλ και την αγκαλιάζει ψιθυρίζοντάς της «συγγνώμη». Κλείνει τα μάτια και προσπαθεί να καταλάβει γιατί είπε ψέματα. Γιατί κρύφτηκε μία φορά ακόμη από τα αισθήματά του. Ο έρωτάς του για την Σεμίνα είναι αδιαμφισβήτητος. Γι’αυτό είπε το όνομά της. Αυτήν έχει στο μυαλό και την καρδιά του. Κι’όμως ήταν άνανδρος για να το παραδεχτεί στην Σαντάλ, όπως και πολύ εγωιστής να τρέξει στην Σεμίνα. Την θέλει τόσο πολύ, αλλά ο φόβος τον εμποδίζει από το να την διεκδικήσει. Έτσι αποφασίζει να μείνει με την Σαντάλ και να δώσει υποσχέσεις που δεν θα κρατήσει…
Παίρνουν το πρωινό τους χαμογελαστοί. Όμως, είναι εμφανές ότι μια παγωμένη σκιά τους περιβάλλει. Όλοι ανησυχούν και όλοι προσποιούνται. Ο Χριστόφορος, όπως πάντα ο ειρηνοποιός της παρέας, ξεκινά την κουβέντα:
-Που θα πάμε για μπάνιο; Έχω σημειώσει στο χάρτη κάποιες καταπληκτικές παραλίες, θα ενθουσιαστείτε. Φάτε όμως καλά, γιατί προβλέπω να γυρνάμε βράδυ.
-Θα φάμε κατευθείαν το βράδυ, το πολύ πολύ να πάρουμε κανένα τοστ στην παραλία. Δεν θα χαλάσουμε και τη σιλουέτα μας, τόσο κόπο κάναμε το χειμώνα στα γυμναστήρια να φτιάξουμε κορμί, λέει η Νάντια αδιάφορα, σαν να μην είχε μεσολαβήσει ο άγριος καβγάς της με την Βίκυ. Η Βίκυ την κοιτάζει με βλέμμα γεμάτο μίσος και η Νάντια ανταποδίδει. Έχει κηρυχτεί άγριος πόλεμος μεταξύ των δύο κοριτσιών. Η Σεμίνα το διαισθάνεται, ο Χριστόφορος όμως είναι απορροφημένος από το καινούργιο του πάθος.
-Και τέτοια κορμάρα Νάντιά μου, γιατί να την χαλάσεις; της λέει και της δίνει ένα πεταχτό, αλλά όλο νόημα φιλί.
Η Ισαβέλλα και ο Δημήτρης έρχονται αργοπορημένοι. Είναι φανερό ότι δεν έχουν κλείσει μάτι όλη νύχτα.
-Καλώς το ζευγαράκι μας, λέει με χαμόγελο ο Χριστόφορος που είναι ο μόνος που έχει όρεξη για αστεία. Πώς είσαστε σήμερα;
Ο Δημήτρης δεν απαντά αμέσως, φαίνεται προβληματισμένος, αλλά η Ισαβέλλα δεν διστάζει να πει:
-Είμαστε υπέροχα. Ζητώ συγγνώμη από όλους για εχθές βράδυ. Έγινε μια παρεξήγηση μεταξύ εμού και του Δημήτρη, αλλά τώρα είμαστε μια χαρά. Κατάλαβα το λάθος μου και ο Δημητράκης με συγχώρεσα και μου είπε πόσο με αγαπά.
Η Ισαβέλλα γελά, ενώ ο Δημήτρης νιώθει αμήχανα.
-Καλά, μην τα παρουσιάζεις τόσο τραγικά. Ούτε εσύ έκανες κανένα μοιραίο λάθος, ούτε εγώ είμαι ο παπάς που σου έδωσα συγχωροχάρτι. Πάντως συμφωνώ ότι πρόκειται για μια παρεξήγηση και επίσης ζητώ συγγνώμη εάν σας χαλάσαμε τη βραδιά.
-Δεν μας χαλάσατε τίποτα. Το σημαντικό είναι ότι τα ξαναβρήκατε, αν και ήμουν σίγουρη γι αυτό, λέει η Σεμίνα.
-Αυτό ήταν δεδομένο. Το ζευγάρι-πρότυπο δεν γινόταν να μη μας βγάλει ασπροπρόσωπους, λέει η Βίκυ που προσπαθεί να προσποιηθεί την αδιάφορη για το καλό της παρέας και για τη δική της ψυχική ισορροπία που είναι κλονισμένη. Όλοι επευφημούν το «ζευγάρι».
-Παιδιά, αντιληφθήκατε ότι λείπει ο Τζιοβάνι και η Σαντάλ; Τα πουλάκια μου τι να κάνουν τόση ώρα; ρωτάει με πονηρό χαμόγελο ο Χριστόφορος.
-Αυτό που ξέρεις καλά να κάνεις Χριστόφορε, λέει αναπάντεχα η Βίκυ και τον κοιτάζει μέσα στα μάτια. Ο Χριστόφορος τα χάνει, δεν περίμενα τέτοια δυναμική αντίδραση. Ωστόσο εάν ήξερε τι θα επακολουθούσε, θα τα έχανε περισσότερο. Ο Έκτωρ, κακόκεφος, απευθύνει το λόγο στα υπόλοιπα παιδιά της παρέας:
-Δεν πάει κάποιος να φωνάξει και τον Τζιοβάνι, γιατί έχει περάσει η ώρα. εκτός εάν ξεκινήσουμε εμείς και μας βρήκε κάπου.
-Όχι, παρέα είμαστε, ας ξεκινήσουμε μαζί. Πάω να τον πάρω τηλέφωνο από τη ρεσεψιόν.
Η Σεμίνα σηκώνεται να τηλεφωνήσει, ενώ ο άνεμος της ζήλιας φυσά πάλι για τον Έκτορα.
Τα παιδιά με τα νοικιασμένα αυτοκίνητα και μηχανάκια ξεκινούν. Τραγουδούν στη διάρκεια της διαδρομής και δείχνουν ανέμελοι και κεφάτη, σαν έφηβοι που έχουν πάει πενταήμερη με το σχολείο. Ωστόσο, όλους κάτι τους απασχολεί. Κρύβουν επιμελώς τα συναισθήματα τους, μέχρι τη στιγμή που το ηφαίστειο θα εκραγεί και ο άγριος φόνος της Σεμίνας θα αναταράξει για πάντα τη γαλήνη της παρέας και θα τους φέρει όλους προς των ευθυνών τους, σε μια προσπάθεια να ανακαλυφθεί ο δολοφόνος.
Η θάλασσα είναι ένας μικρός παράδεισος. Τα πρασινογάλαζα κυματάκια της προσκαλούν τους λουόμενους να απολαύσουν το γάργαρο νερό και να βιώσουν την απόλυτη ελευθερία της φύσης. Οι ακτίνες του χρυσού ήλιου τους αγκαλιάζουν σφικτά και τους παρασέρνουν στα ουράνια βασιλεία τους. Η ημέρα είναι θαυμάσια!
Ξαπλωμένοι στην χρυσαφένια αμμουδιά ο Χριστόφορος και η Νάντια αγκαλιάζονται και φιλιούνται σαν ερωτευμένο ζευγαράκι. Η Βίκυ το παίρνει απόφαση: θα διεκδικήσει τον Χριστόφορο με κάθε μέσο που έχει στη διάθεσή της.
Ο Δημήτρης, η Ισαβέλλα, ο Έκτωρ και η Σεμίνα παραβγαίνουν στα μακροβούτια. Τα γέλια τους ακούγονται σε ολόκληρη την παραλία. Κάποια στιγμή η Σεμίνα «παραδίδει» τα όπλα, φανερά εξαντλημένη από το κολύμπι και τις φωνές. Ο Δημήτρης την ακολουθεί.
-Λοιπόν όλα ok , Δημήτρη;
-Τι εννοείς;
-Με την Ισαβέλλα. Ήταν όντως μια παρεξήγηση που λύθηκε ή είναι κάτι πιο σοβαρό;
-Ελπίζω ότι ήταν μια παρεξήγηση.
-Τι θα πει ελπίζεις; Δεν είσαι βέβαιος; Παιδιά μην κάνετε καμιά κουταμάρα, λίγους μήνες πριν το γάμο. Έχετε περάσει τόσα πολλά μαζί. Δεν αξίζει να τα διαλύσετε για βλακείες. Είσαστε το πιο ταιριαστό ζευγάρι του κόσμου.
-Ότι λάμπει, δεν είναι πάντα χρυσός.
-Δεν το πιστεύω ότι το λες εσύ αυτό. Εύχομαι να κάνεις πλάκα.
-Ο γάμος θα γίνει, μην ανησυχείς.
-Συνεχίζεις να την αγαπάς και να είσαι ερωτευμένος μαζί της, έτσι δεν είναι;
-Αυτό είναι ερώτηση ή κατάφαση;
-Έλα πες μου. Τι μας έχει πιάσει όλους τελευταία; Τόσο περίπλοκες είναι τελικά οι ανθρώπινες σχέσεις ή εμείς οι ίδιοι τα μπλέκουμε τόσο πολύ;
-Μάλλον και τα δύο συμβαίνουν.
-Γιατί είσαι προβληματισμένος; Αφού την Ισαβέλλα την αγαπάς.
-Την αγαπώ. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Απλώς, τον τελευταίο καιρό βλέπω και μια διαφορετική Ισαβέλλα που τόσα χρόνια δεν είχα δει. Δεν λέω ότι είναι καλή ή κακή αυτή η εικόνα, είναι όμως πρωτόγνωρη για εμένα. Κι’ αυτό με τρομάζει. Με τρομάζει δηλαδή το γεγονός ότι ζεις με έναν άνθρωπο χρόνια ολόκληρα και καταλήγεις να μην τον ξέρεις ποτέ απόλυτα και ολοκληρωτικά. Συνεπώς, μπαίνω σε σκέψεις. Εκείνη νομίζει ότι βαρέθηκα ή ακόμη χειρότερα ότι βρήκα κάποια άλλη, αλλά δεν είναι έτσι. Την Ισαβέλλα δύσκολα την βαριέται άνθρωπος, έχει μια δυναμικότητα, μια γοητεία ακαταμάχητη.
-Μπορεί να φοβάται ότι έχεις κουραστεί από τη μακροχρόνια σχέση σας; Αλήθεια δεν έχεις νιώσει καθόλου τη φθορά των χρόνων;
-Ναι, ίσως κάποιες φορές την έχω νιώσει, αλλά δεν είναι αυτό που νιώθω. Δεν θέλω να την χάσω, απλώς…
-Απλώς τι; Δώσε μου να καταλάβω τι έχεις μέσα στην ψυχή σου, τι σε βασανίζει;
-Έχω κάτι να σου δώσω.
-Εμένα; Τι πράγμα;
-Κάτι από τα παλιά. Το έχω φέρει μαζί μου. Θυμάσαι;
-Γιατί τώρα;
-Γιατί θέλω να σβήσω κάθε ίχνος του παρελθόντος και να προχωρήσω.
-Κρατάς ακόμη το παρελθόν σου ζωντανό;
-Μόνο κάποιες στιγμές, μία κατά κύριο λόγο και αυτή έχει να κάνει με εσένα. Είχα σκοπό από καιρό να σου κάνω αυτή τη συζήτηση και σκέφτηκα να αξιοποιήσω τις διακοπές στην Ιθάκη.
-Δεν ξέρω τι νόημα έχουν όλα αυτά. Τι επιδιώκεις αλήθεια Δημήτρη;
-Μη φοβάσαι. Δεν θα διακινδυνεύσω τη σχέση μου με την Ισαβέλλα. Απλώς έχω την ανάγκη να σου δώσω κάτι. Κάνε μου αυτή τη χάρη.
-Είσαι φίλος μου, μου έχεις σταθεί όποτε χρειάστηκα κάτι. Είμαι δίπλα σου ότι χρειαστείς και εσύ. Το μόνο που σου ζητώ είναι να μην κάνεις καμιά ανοησία. Το παρελθόν θάψε το και αντίκρισε το παρόν σου που είναι υπέροχο. Έχεις την τύχη να έχεις δίπλα σου μία κοπέλα που σε λατρεύει και αξίζει να είσαστε μαζί.
-Το ξέρω. Θα τα βρω με τον εαυτό μου και θα τα βρω με την Ισαβέλλα. Ας σταματήσουμε εδώ την κουβέντα, γιατί έρχονται. Υποσχέσου μου μόνο ότι αύριο βράδυ θα βρεθούμε, θα σου αφήσω σημείωμα για το που.
-Σου το υπόσχομαι. Και μην ξεχνάς ότι ο καθένας από εμάς κρύβει μέσα του πολλά πρόσωπα. Αυτό δεν πρέπει να σε τρομάζει. Είναι επιλογή της φύσης, για να μπορέσουμε να επιβιώνουμε.
-Τι λέτε τόσες ώρες; ρωτάει η Ισαβέλλα.
-Τίποτα το σοβαρό, απαντά χαμογελώντας η Σεμίνα και αγκαλιάζει τον Έκτορα. είναι βρεγμένος και τη γεμίζει δροσερές θαλασσινές σταγόνες.
-Θαλασσόλυκέ μου εσύ!
-Γοργονίτσα μου εσύ!
Ο Έκτωρ παίρνει στην αγκαλιά του την Σεμίνα και χωρίς εκείνη να προλάβει να φέρει αντίσταση την πετάει μέσα στη θάλασσα. Αρχίζουν πάλι τα ουρλιαχτά και το παιχνίδι μέσα στα νερά, ενώ λίγο πιο πέρα τσαλαβουτούν ο Χριστόφορος με την Νάντια που έρχονται να προστεθούν στο παιχνίδι. Η Βίκυ κάνει ηλιοθεραπεία με τη συντροφιά ενός νεαρού λουόμενου που έχει καθίσει δίπλα της και της έχει πιάσει την κουβέντα. Ο Έκτωρ τον παρατηρεί:
-Ρε παιδιά, ποιος είναι αυτός δίπλα στην Βίκυ;
-Ποίος καλέ;
-Όπα η Βικούλα. Τον τσίμπησε το γκόμενο, λέει με κυνισμό η Νάντια, ενώ ο Χριστόφορος κάνει μια βουτιά αποφεύγοντας να εκφράσει οποιανδήποτε άποψη.
Λίγο πιο πέρα ο Τζιοβάνι προσπαθεί να φτιάξει την ατμόσφαιρα με την Σαντάλ. Την αγκαλιάζει και την φιλάει με πάθος.
-Προσπαθείς να εξιλεωθείς ή μου φαίνεται;
-Σου φαίνεται, της λέει και συνεχίζει τα χάδια και τα φιλιά.
-Δεν είναι εύκολο να προσποιηθώ ότι δεν έχει συμβεί τίποτα.
-Το ξέρω. Αλλά είμαι σίγουρος ότι όλα θα περάσουν. Πιστεύω στη σχέση μας. Δεν ήμουν τύπος που κολλούσε σε μια γυναίκα, με σένα νιώθω να αλλάζω και αυτό μου αρέσει.
-Ελπίζω να είσαι αληθινός Τζιοβάνι, γιατί είναι άσχημο να επενδύεις σε έναν άνθρωπο και αυτός να σε προδίδει.
-Σου έδωσα μια υπόσχεση.
-Εύχομαι να την κρατήσεις.

Η φωτογραφία έχει αντληθεί από την ιστοσελίδα:www.panoramio.com

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ….

Έχει πια βραδιάσει. Ο ήλιος δίνει τη θέση του σε ένα χαμογελαστό φεγγάρι που έρχεται να λούσει τον κόσμο με το φως του. Τα παιδιά πέρασαν μια υπέροχη ημέρα στη θάλασσα. Απόλαυσαν το μπάνιο τους, γύρισαν αργά το απόγευμα στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστούν λίγο και πάλι ετοιμάζονται για την βραδινή τους έξοδο. Θα πάνε πρώτα για φαγητό σε ένα παραδοσιακό ταβερνάκι δίπλα στο κύμα και εν συνεχεία για να τα πιούνε σε ένα μπαράκι με Latin μουσική.
-Πόσο καιρό έχεις το κινητό σου κλειστό; ρωτάει ο Έκτωρ την Σεμίνα που εκείνη τη στιγμή κάνει μπάνιο.
-Τι είπες; Δεν σε ακούω. Έλα εδώ εάν θέλεις.
Ο Τζιοβάνι ανοίγει την πόρτα.
-Ρωτάω εάν έχεις ανοίξει καθόλου το κινητό σου από την ημέρα που ήρθαμε;
-Όχι, καθόλου. Και τη μάνα μου από καρτοτηλέφωνο την παίρνω. Είπα να κάνω αποτοξίνωση από την τεχνολογία, με πρώτο και καλύτερο το κινητό.
-Κακώς.
-Γιατί το λες αυτό;
-Γιατί αποφάσισα να το ανοίξω εγώ.
-Ποιο; Το κινητό μου;
-Ναι.
-Δεν καταλαβαίνω, για ποιο λόγο; Δεν σε πιστεύω, σε έπιασαν πάλι οι ζήλιες; Ε, είσαι αδιόρθωτος. Θα τα πάρω και…
-Ηρέμησε, φόρα πήρες. Έστω ότι το άνοιξα από τη ζήλια μου..
-Όχι έστω. Είναι σοβαρό, μου έχεις δώσει κάποιες υποσχέσεις, δεν είναι αντρίκειο να τις αθετείς. Ξέρεις τι θα με κάνεις μέχρι κωδικό να αλλάξω στο κινητό μου, αλλά δεν θέλω να πάμε στα άκρα.
-Μιλάς, μιλάς. Άφησε και μένα τον δύστυχο να ολοκληρώσω τη φράση μου και μετά θα με ευγνωμονείς. Είπα έστω ότι το άνοιξα από ζήλια ή για να είμαστε ακριβείς από περιέργεια, λες και κάτι με έτρωγε και είχα δίκιο τελικά. είχες μήνυμα από τον Κουστομύτη.
-Ποιον;
-Τον σκηνοθέτη των μεγαλύτερων κινηματογραφικών επιτυχιών αγάπη μου!
Η Σεμίνα βγαίνει από το μπάνιο και πέφτει στην αγκαλιά του Έκτορα.
-ΕΙΝΑΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ!
-Κι όμως αληθινό!
-Και τι μου λέει; Να τον πάρω; Να …αχ! Θα τρελαθώ.
-Σου άφησε μήνυμα στον αυτόματο να τον πάρεις επειγόντως για μια δουλειά. Έχω σημειώσει τον αριθμό του κινητού του.
-Τέλεια! Δώσε μου το. Τι ώρα είναι; Θα τον πάρω τώρα, ε;
-Αγάπη μου, το όνειρό σου γίνεται αληθινό.
-Αχ! Κάτσε να δούμε, δεν θέλω να ενθουσιάζομαι άδικα.
-Θυμάσαι που πριν από δυο μήνες μας είχε βρει και μας είχε πει ότι είμαστε το τέλειο ζευγάρι για τη νέα του κινηματογραφική ταινία;
-Ξεχνιούνται τέτοια πράγματα;
-Αυτό θα θέλει. Να γίνουμε το ζευγάρι της χρονιάς. Είναι ό,τι πιο συναρπαστικό μας έχει συμβεί, μωρό μου πιάσαμε την καλή!
-Ας πάρω μια βαθιά ανάσα και ας τηλεφωνήσω. Σε θέλω δίπλα μου.
Η Σεμίνα τρέμει καθώς σχηματίζει το νούμερο. Ο Κουστομύτης είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους σκηνοθέτες και εάν κάνει το ντεμπούτο της μαζί του θα αποκομίσει πάρα πολλά. Προσπαθεί να ηρεμήσει, αλλά ήδη πετά στα σύννεφα. Κάνει όνειρα για μια λαμπρή καριέρα. Η καρδιά της πάει να σπάσει από χαρά. Ο Έκτωρ της κρατά σφικτά το χέρι. Χαίρεται για την Σεμίνα, ενώ ήδη ονειρεύεται ότι πέρα από ζευγάρι στη ζωή θα είναι και τέλειο καλλιτεχνικό ζευγάρι. Το όνειρο, όμως, δεν κρατά για πολύ. Η συνομιλία με τον Κουστομύτη επαναφέρει την Σεμίνα στην πραγματικότητα.
-Τι έγινε Σεμινάκι; Γιατί σκυθρώπιασες; Τι σου είπε αυτός; Έλα καλή μου, μην κάνεις έτσι. Και αν δεν μας θέλει δεν πειράζει καθόλου, μη στεναχωριέσαι. Σύντομα θα βρεθεί ένας σκηνοθέτης που θα εκτιμήσει την αξία μας.
Η Σεμίνα είναι σιωπηλή και σκεπτική.
-Τι σου συμβαίνει αγάπη μου;
-Δεν θέλω να απογοητευτείς. Συνέβη κάτι, αλλά μην ανησυχείς ούτε εγώ θα πάω.
-Που να πας; Τι έγινε; Τι σου είπε; Τι σε ήθελε;
-Να πρωταγωνιστήσω στην καινούργια του ταινία.
-Αυτό είναι υπέροχο. Γιατί τέτοια μούτρα τότε; Ποιο είναι το πρόβλημα;
Η Σεμίνα κατεβάζει το βλέμμα. Ο Έκτωρ καταλαβαίνει.
-Μάλιστα. Δεν χρειάζεται να μου πεις τίποτα άλλο. Προφανώς, δεν θέλει εμένα.
-Έχει κάποιον άλλο στο νου του. Ήθελε έναν ήδη πολύ γνωστό ηθοποιό. Ξέρεις τώρα, πώς λειτουργούν αυτά. Για να κάνει ντόρο και τέτοια. Θέλει η πρωταγωνίστρια να είναι ένα φρέσκο πρόσωπο, αλλά για τον πρωταγωνιστή σκέπτεται αλλιώς. Ατυχία.
-Μην νιώθεις άσχημα. Χαμογέλα. Πήρες το ρόλο.
Δεν θα πάω.
-Γιατί;
-Γιατί ήθελα να το κάνουμε μαζί, όπως είχαμε σχεδιάσει.
-Δεν είσαι καλά. Θα χάσεις την ευκαιρία σου εξαιτίας μου; αυτό δεν θα το επιτρέψω.
-Θα μας έρθουν και άλλες ευκαιρίες.
-Σεμίνα, αυτή η δουλειά είναι δύσκολη. Ας είμαστε ρεαλιστές, δεν μπορούμε να περιμένουμε πότε η τύχη θα χαμογελάσει ταυτόχρονα και στους δύο. Ωραία τα όνειρα, αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Οπότε επικεντρώσου στα δικά σου. Η τύχη σου χαμογέλασε και θα την αρπάξεις από τα μαλλιά. Πότε πρέπει να είσαι Αθήνα;
-Έκτωρ, δεν…
-Άσε τις ανοησίες. Πες μου πότε;
-Δεν θέλω να δημιουργηθεί πρόβλημα στη σχέση μας.
-Πρόβλημα θα δημιουργηθεί μόνο εάν δεν πας. Λοιπόν λέγε πότε πρέπει να είσαι Αθήνα, για να το ανακοινώσουμε και στα παιδιά;
-Μου είπε το συντομότερο δυνατό, αλλά δεν ξέρω ακόμη.
-Ωραία, ετοίμασε βαλίτσες και φεύγουμε αύριο.
-Αποκλείεται.
-Μα τι λες; Να χάσεις τέτοια ευκαιρία;
-Είσαι σίγουρος;
-Ποτέ δεν ήμουν πιο σίγουρος. Σήμερα θα το γιορτάσουμε.
-Είσαι υπέροχος. Είμαι βεβαία ότι σύντομα το όνειρό μας θα γίνει πραγματικότητα, θα συνεργαστούμε και όλοι θα μιλάνε για το «αξιολάτρευτό» ζευγάρι. Αλλά δεν θα φύγω αύριο. Θα καθίσω δύο-τρεις ημέρες ακόμη. Έχω αυτό το μικρό περιθώριο από ότι κατάλαβα.
-Όπως θες.
-Έκτωρ σε αγαπώ.
0 Έκτωρ δεν απαντά.
-Πάω μια βόλτα. Ετοιμάσου εσύ, γιατί σήμερα έχουμε γιορτή.
-Έκτωρ γιατί δεν απαντάς;
-Να απαντήσω;
-Σου είπα ότι σε αγαπώ.
Ο Έκτωρ ανοίγει την πόρτα του δωματίου, κοντοστέκεται όμως.
-Δεν θέλω να μου λες ότι με αγαπάς από λύπηση, επειδή νιώθεις τύψεις που δεν πήρα το ρόλο. Θέλω όταν το πεις να το εννοείς.
Ο Έκτωρ φεύγει, η Σεμίνα δακρύζει, γιατί ξέρει ότι έχει πληγωθεί ο εγωισμός του. Ο Έκτωρ κάνει μια βόλτα στην παραλία. Είναι σκεπτικός. Η Σεμίνα θα κάνει το όνειρό της πραγματικότητα, καθώς είναι γεννημένη για μεγάλα πράγματα. Αυτή η ταινία θα αναδείξει το ταλέντο της και θα την εκτοξεύσει στα ύψη. Ο Έκτωρ γνωρίζει καλά το χώρο της show-biz, εάν γίνουν όλα όπως φαντάζεται θα την χάσει για πάντα. Τα μάτια του γεμίζουν δάκρια. Εκείνος είναι άχρηστος μπροστά της, ποτέ δεν θα μπορέσει να την φτάσει, ποτέ δεν θα αγγίξει το αστέρι της…
Τα συναισθήματά που την κατέκλυζαν ήταν άκρως αντιφατικά. Από τη μία πλευρά η χαρά είχε πλημμυρίσει την καρδιά της. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι επιτέλους ένα όνειρο ζωής γινόταν πραγματικότητα. Θα συνεργαζόταν με έναν από τους πιο σπουδαίους σκηνοθέτες της Ελλάδας. Ένιωθε υπερηφάνεια και ηθική δικαίωση ότι οι κόποι της είχαν ανταμειφθεί και οι επιλογές της είχαν αποδειχθεί σωστές. Από την άλλη πλευρά δεν μπορούσε να μην νιώθει απογοήτευση για το σύντροφό της που μένει απέξω από αυτήν τη σημαντική εξέλιξη. Ήξερε ότι ο Έκτωρ χαιρόταν για εκείνη, δεν μπορούσε όμως να παραβλέψει το βλέμμα της ζήλιας που χαράκωνε το πρόσωπό του. Δεν το έκανε εσκεμμένα, ήταν όμως εγωιστής και άμετρα φιλόδοξος για να δεχτεί απλά την απόρριψη. Για εκείνον ήταν μια ήττα αυτό που ζήσει, αφού θεωρούσε ολόκληρη τη ζωή του ένα είδος μάχης. Ήταν σκληρός μαχητής, αλλά αυτή τη φορά δεν τα είχε καταφέρει. Δεν θα τον πείραζε ίσως τόσο εάν και η Σεμίνα δεν είχε ξεχωρίσει. Η νοοτροπία του ήταν ή εκείνος ή και οι δυο μαζί, γιατί ο ναρκισσισμός του δεν άντεχε να βλέπει το δικό της άστρο να λάμπει και το δικό του να σβήνει. Δεν ήταν ότι δεν την αγαπούσε. Και την αγαπούσε και την θαύμαζε. Αλλά πιο πολύ αγαπούσε το ταλέντο του. Το είχε από παιδί αυτό το συνήθειο. Ως μοναχοπαίδι και μοναχογιός που ήταν τα ήθελε πάντα όλα δικά του, άλλωστε αυτό είχε διδαχτεί από τους γονείς και τους στενούς συγγενείς του: «Η μόνη θέση που σου αρμόζει είναι η θέση του πρώτου και δεν θα αφήσεις κανέναν, ούτε τον ίδιο του τον πατέρα, να σου καταλάβει αυτό που σου ανήκει.» συνήθιζαν να το λένε οι γονείς του προσπαθώντας μέσω του μονάκριβου γιου τους να βγάλουν δικά τους απωθημένα, να εκπληρώσουν δικά τους ανεκπλήρωτα όνειρα, να υλοποιήσουν δικούς τους άπιαστους στόχους. Και εκείνος, ο πολυαγαπημένος τους γιος, τους άκουγε με ευλάβεια και χάραζε την πορεία της ζωής του με μοναδικό σκοπό την πρωτιά, με οποιοδήποτε τίμημα. Δυστυχώς όμως η μανία του για την κατάκτηση της κορυφής του στέρησε αρκετές φορές τη χαρά της δημιουργίας και τον μετέτρεψε σε έναν συμπλεγματικό άντρα. Θα μπορούσε να είχε φτάσει πολύ πιο γρήγορα στον προορισμό του εάν ήταν απελευθερωμένος από το άγχος της άπιαστης τελειότητας. Κάποια βιώματα όμως της παιδικής ηλικίας γίνονται ανυπόφορα φορτία που ο άνθρωπος υποχρεούται να τα κουβαλάει μέχρι το θάνατό του. Όσο κι αν το πίστευαν οι γονείς του ή ακόμη και ο ίδιος, ο Έκτωρ δεν είχε γεννηθεί για να είναι πρώτος. Σε αντίθεση με την Σεμίνα που το αστέρι ακτινοβόλησε την ώρα που ήρθε στον κόσμο. Η Σεμίνα είχε ένα επιπρόσθετο χάρισμα: να προαισθάνεται. Οι αγκαλιές, τα φιλιά και οι ευχές του Έκτορα δεν ήταν αρκετά για να την κάνουν να ξεχάσει τη θλίψη που είχε γεμίσει τα μεγάλα μάτια του. Η Σεμίνα ήταν λυπημένη, γιατί δεν μπορούσε να μοιραστεί το απόλυτο όνειρο με τον άνθρωπό της. Γνώριζε καλά τι σήμαινε η καριέρα για τον Έκτορα και τι σήμαινε να νιώθει ότι έχει έρθει δεύτερος. Είχε και εκείνη όνειρα για καριέρα, πάνω από όλα όμως είχε ανάγκη για μια γλυκιά κουβέντα και ένα τρυφερό χάδι που δεν ήρθε ποτέ…

Όλα τα παιδιά σήκωσαν τα ποτήρια με το κρασί ψηλά και άρχισε ο καθένας να δίνει τις ευχές του στη Σεμίνα. Σιωπηλή μένει μόνο η Σαντάλ που δεν μπορεί να κρύψει τη ζήλια της για την ευχάριστη τροπή που έχει πάρει η ζωή της Σεμίνας. Άλλωστε, μόλις το έμαθε, φάνηκε φανερά ενοχλημένη και προσπάθησε με αμέτρητες –φθηνές- δικαιολογίες να αποφύγει τη βραδινή τους έξοδο, καθώς δεν ήθελε να γιορτάσει μια «ξένη» χαρά. Κάποια στιγμή, μάλιστα, δεν άντεξε και ξέσπασε μπροστά στον Τζιοβάνι που την περίμενε υπομονετικά να ετοιμαστεί:
-Είναι ατυχία αυτό που συμβαίνει. Εκείνη να τα έχει όλα, έναν ολόκληρο κόσμο στα πόδια της. Καριέρα, όλοι οι άντρες στα πόδια της και εγώ…
-Σαντάλ, πώς μπορείς να είσαι τόσο κακιά; Ώρες ώρες δεν σε αναγνωρίζω. Τι σου έλειψε εσένα και μεμψιμοιρείς; Πανέμορφη κοπέλα είσαι, έξυπνη, οι δουλειές σου πάνε αρκετά καλά, σχέση έχεις.
-Σχέση; Ναι, καλά. Με έναν άνθρωπο που σκέπτεται άλλη. Και αυτή ή άλλη εντελώς τυχαία συμβαίνει να είναι η «πριγκίπισσα» Σεμίνα.
-Τα έχουμε συζητήσει αμέτρητες φορές αυτά. Με την Σεμίνα δεν τρέχει τίποτα. Είμαι μαζί σου, πότε θα το καταλάβεις ότι εννοούσα το συγγνώμη που είπα τις προάλλες όταν σου ζήτησα μια ευκαιρία να φτιάξουμε τη σχέση μας. Εάν όμως δέχομαι τέτοιον αρνητισμό από εσένα πώς να συνεχίσω;
-Ωραία, ρίξε τα σε μένα τώρα. Ότι φταίει η αύρα μου, ο αρνητισμός μου, έτσι δεν είπες;
-Είσαι αναστατωμένη. Θα σε περιμένω κάτω.
-Βάλτο πάλι στα πόδια. Δεν σε συμφέρει να μείνεις να αντιμετωπίσεις την αλήθεια.
-Σε θέλω, γι’αυτό είμαι μαζί σου, αν εσύ το έχεις μετανιώσει πες το μου ξεκάθαρα να το ξέρω.
Ο Τζιοβάνι κλείνει την πόρτα δυνατά, ενώ η Σαντάλ ξεσπά σε γοερά κλάματα.
Ο Χριστόφορος ήταν πολύ συγκινημένος απευθυνόμενος στην αδελφή του:
-Στο έλεγα αδελφούλα μου ότι σύντομα το αστέρι σου θα λάμψει. Το αξίζεις! Θα είμαι σίγουρα ο πιο υπερήφανος αδελφός σε ολόκληρο τον πλανήτη, γιατί σε αγαπάω πολύ.. μικρό!
Ο Τζιοβάνι, πάντα πειραχτήρι, αποφορτίζει λίγο τη συγκινησιακή φόρτιση που επικρατεί στο τραπέζι.
-Πρόσεξε καλέ κακομοίρα μου να μην πάρουν τα μυαλά σου αέρα τώρα που θα γίνεις διάσημη και θα σου ζητάνε όλοι αυτόγραφα και δεν καταδέχεσαι να μας μιλάς εμάς τους ταπεινούς. Θα σε καρυδώσω, αφού πρώτα σε έχω ξεμπροστιάσει, βγάζοντας όλα τα άπλυτά σου στη φόρα. Και του χρόνου μαζί θα κάνουμε διακοπές και ας σε παρακαλάει ο Brad Pitt να πάτε σε κανένα εξωτικό νησί.
-Αν μου προτείνει ο Brad Pitt δεν στο εγγυώμαι ότι θα πάμε μαζί διακοπές.
Η Ισαβέλλα παρεμβαίνει στη συζήτηση γελώντας:
-Εάν πάντως σου προτείνει ο Brad Pitt να πάτε διακοπές, έρχομαι και εγώ. Το πολύ πολύ του λες να φέρει και κανένα φίλο του κούκλο -τι δεν θα έχει κανένα που να του μοιάζει;- και πάμε οι τέσσερις μας. Παρατάω τον Δημητράκη ασυζητητί.
-Ώστε έτσι ε; Υπερφίαλες γυναίκες να σου πετύχουν! Μην ανησυχείς όμως έχουμε και εμείς τα μέσα. Ο Έκτωρ τι κάνει, διάσημο πρόσωπο και αυτός είναι, δεν θα γνωριστεί με καμιά Jennifer Lopez, σου λέω εγώ τι θα γίνει τότε; ανταπαντά με στόμφο ο Δημήτρης και συμπληρώνει:
-Σωστά δεν τα λέω φίλε Έκτορα; γιατί κάθεσαι έτσι συνοφρυωμένος; Σκέφτεσαι μήπως κιόλας τις διακοπές της Σεμίνας με τον Brad Pitt; Νωρίς δεν είναι για τέτοιες σκέψεις;
Ο Έκτωρ δεν διασκεδάζει όπως οι υπόλοιποι. Τα λόγια του ηχούν περίεργα και τρομάζουν την Σεμίνα.
-Εσύ Δημήτρη, όπως βέβαια και όλοι σας, το έχετε πάρει στην πλάκα, γιατί δεν ξέρετε το χώρο του θεάματος που είναι αδυσώπητα ανταγωνιστικός και σκληρός. Χαίρομαι για την Σεμίνα μου, αλλά δεν μπορώ να είμαι αναίσθητος, όπως εσείς, που δικαιολογείστε γιατί δεν γνωρίζετε την επικρατούσα κατάσταση, και να μην προβληματίζομαι. Η Σεμίνα θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δύσκολη πραγματικότητα με την ξαφνική δημοσιότητα και αυτό μου προκαλεί τρόμο.
-Δεν σε καταλαβαίνω, παρατηρεί ο Δημήτρης, δικής σας επιλογή δεν ήταν να ασχοληθείτε με τα καλλιτεχνικά; Η Σεμίνα δεν είναι κανένα μωρό. Μήπως η αλήθεια είναι ότι φοβάσαι ότι θα την χάσεις τώρα που θα γίνει πασίγνωστη δουλεύοντας με ένα τόσο μεγάλο Έλληνα σκηνοθέτη;
Όλα τα βλέμματα καρφώνονται στον Έκτορα περιμένοντας αγωνιωδώς την απόκρισή του. Η Σεμίνα έχει χλομιάσει, γιατί ξέρει καλύτερα από όλους τον Έκτορα και φοβάται τις αντιδράσεις. Η Ισαβέλλα σκουντά τον Δημήτρη.
-Τι λόγια είναι αυτά που λες Δημήτρη. Δίκιο έχει ο Έκτωρ, αυτός ξέρει καλύτερα τα πράγματα.
-Ναι, αλλά και η αδελφή μου δεν είναι ένα έρμαιο της τύχης. Έχει πολύ πιο δυνατή προσωπικότητα να αντεπεξέλθει στα δύσκολα από άλλους, πετάει το «καρφί» ο Χριστόφορος που έχει αγανακτήσει και εκείνος με την αντίδραση του Έκτορα. εσύ Σεμίνα τι γνώμη έχεις για όλα αυτά; Γιατί δεν μιλάς; Εσένα αφορούν οι συζητήσεις μας.
Η Σεμίνα ρίχνει μια φευγαλέα ματιά στον Έκτορα, ο οποίος σηκώνεται ήρεμος από το τραπέζι.
-Εμένα θα μου επιτρέψετε.
Η Σεμίνα τον ακολουθεί. Τα μάτια της υγραίνουν. Ένας κόμπος που ανεβαίνει στο λαιμό την πνίγει. Φουντώνει το περίεργο προαίσθημα που έχει τον τελευταίο καιρό και που την προειδοποιεί για τον κίνδυνο που την πλησιάζει απειλητικά. Ο θάνατος παραμονεύει στο σκοτάδι. Δεν θα ζήσει να δει το όνειρό της να γεννιέται…

-Μη μου το κάνεις αυτό Έκτωρ.
-Ποιο Σεμίνα;
-Μην απομακρύνεσαι. Ειδικά τώρα που η σχέση μας πάει τόσο καλά.
-Δεν απομακρύνομαι. Αλλά από ότι φαίνεται ο κύκλος σου με παρεξηγεί. Έχει την τάση να προβαίνει σε επιπόλαιες κρίσεις για ανθρώπους που γνωρίζει ελάχιστα. Αυτό όμως που περισσότερο με στεναχωρεί είναι το γεγονός ότι επιτρέπεις σε τρίτους να παρεμβαίνουν στη σχέση μας με κατηγόρησαν ανοιχτά για φθόνο και εσύ δεν με υπερασπίστηκες, μου έδωσες την εντύπωση όπως τους άκουγες σιωπηρή ότι δέχεσαι τα λεγόμενα τους, με απλά λόγια ότι συμφωνείς μαζί τους. Παραμένεις όμως σιωπηλά από ότι βλέπω. Τι συμβαίνει; Μήπως πράγματι συμφωνείς με όσα ειπώθηκαν στο τραπέζι;
-Δεν θέλω να πληγωθείς. Έχω φιλοδοξίες να φτάσω ψηλά στην επαγγελματική μου ζωή, αλλά ποτέ εις βάρος της ψυχικής μου υγείας, γιατί για μένα προέχει η εσωτερική μου ισορροπία και γαλήνη.
-Υπεκφεύγεις την ερώτηση που σου έκανα ή μου φαίνεται;
-Η ερώτηση είναι αφελής και η απάντηση είναι αυτονόητη. Εάν πίστευα ότι με φθονείς, δεν θα ήμουν απόψε μαζί σου. Απλώς, νιώθω ότι έχει πληγωθεί ο εγωισμός σου και θέλω να σου εξηγήσω ότι κάνεις λάθος. Συνεχίζεις να είσαι ένας σπουδαίος ηθοποιός και θα έχεις πολλές ευκαιρίες να αναδείξεις το ταλέντο σου. Άλλωστε, είμαστε και οι δυο μας νέοι, δεν ήρθε το τέλος του κόσμου με αυτή την πρόταση.
-Από τα λεγόμενα σου διαπιστώνω ότι εν μέρει συμφωνείς με τους φίλους σου που λένε ότι σε ζηλεύω για την πρόταση που σου έγινε.
-Δεν είπα ποτέ κάτι τέτοιο.
-Αλλά το υπονόησες. Μην παίζουμε με τις λέξεις Σεμίνα. Το βλέπω στα μάτια σου ότι με έχεις ήδη καταδικάσει.
-Δεν είμαι δικαστής για να βγάζω καταδικαστικές αποφάσεις για κανέναν άνθρωπο, πόσο μάλιστα για τον σύντροφό μου. ούτε θέλω να βάζεις στο στόμα μου λόγια που ούτε καν μου έχουν περάσει στο μυαλό.
-Είσαι καλή ηθοποιός Σεμίνα. Άλλον θα τον ξεγελούσες εύκολα.
-Και εσύ είσαι καλός ηθοποιός Έκτωρ. Παίζουμε λοιπόν στα ίδια μήκη κύματος.
-Σωστά, με μια μικρή διαφορά.
-Ποια είναι αυτή;
-Εσύ έχεις γεννηθεί με αστέρι…
Η βραδιά έληξε άδοξα.
-Προσπαθώ να καταλάβω τι συνέβη. Βρε Δημήτρη πώς σου ήρθε να του πεις αυτά τα πράγματα του Έκτορα; Πολύ χοντρά ήταν!
-Μου έσπασε τα νεύρα ο τύπος. Δεν τον είδες πώς είχε κατεβάσει τα μούτρα λες και ήμασταν σε κηδεία. Ανυπόφορος ήταν και αποφάσισα να του τα χώσω μπας και συνέλθει. Τα ήθελε ο οργανισμός του.
-Δεν αφορούσε εμάς το ύφος του, αλλά την Σεμίνα. Αν εκείνη δεν είχε πρόβλημα, εσένα τι σε ένοιαζε;
-Η Σεμίνα είναι φίλη μας και έπρεπε κάποιος να την υπερασπιστεί, δεν νομίζεις;
-Έχει και αδελφό να παίξει το ρόλο του συνηγόρου. Τώρα με τη δική σου παρέμβαση μπορεί να δημιουργήσεις πρόβλημα στη σχέση τους. Δεν είδες πώς έφυγε από το τραπέζι ο Έκτωρ;
-Και η Σεμίνα έτρεξε από πίσω του. Την κάνει ό,τι θέλει ο κομπλεξικός. Αυτό μου τη δίνει στα νεύρα, γιατί της Σεμίνας της αξίζει κάτι καλύτερο.
-Από την πρώτη στιγμή που γνώρισες τον Έκτορα φάνηκε να τον αντιπάθησες.
-Δεν τον αντιπάθησα αμέσως, αλλά κατάλαβα τι ψώνιο είναι και τελικά δεν έπεσα έξω. Ελπίζω μόνο να το δει η Σεμίνα πριν να είναι αργά.
-Αργά για ποιο πράγμα; μήπως είσαι λίγο υπερβολικός; Η Σεμίνα είναι πανέξυπνη, μην την υποτιμάς. Για να είναι με αυτόν τον άνθρωπο κάτι σημαίνει. Διαφορετικά θα είχε διαλύσει τη σχέση.
-Ο έρωτας είναι τυφλός, δεν είναι και ο καλύτερος σύμβουλος για να αντιμετωπίσουμε με νηφαλιότητα τις καταστάσεις.
-Παραξενεύομαι ακούγοντάς σε να μιλάς.
-Τι σε παραξενεύει;
-Πώς να στο εξηγήσω; Είσαι απόλυτος στο θέμα του Έκτορα. δεν του δίνεις κανένα ελαφρυντικό, παρόλο που τον ξέρεις ελάχιστα για να μπορείς να τον κρίνεις και μάλιστα να τον κατακρίνεις με τέτοια σφοδρότητα. Έτσι περίμενα να μιλήσει ο Τζιοβάνι που είναι ερωτευμένος με την Σεμίνα και όχι εσύ. Εσύ πάντα είσαι ο λογικός της παρέας που δεν σπεύδει να βγάλει κρίσεις και να δημιουργήσει εντάσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εσκεμμένα ή μη, προκάλεσες ένταση σε ένα ζευγάρι χωρίς να υπάρχει λόγος να το κάνεις αυτό, ιδιαίτερα σήμερα που ήταν μια τόσο σημαντική βραδιά για την Σεμίνα.
Ο Δημήτρης θυμώνει με τα λόγια της Ισαβέλλας.
-Πραγματικά ώρες ώρες δεν καταλαβαινόμαστε εμείς οι δύο. Επειδή νοιάζομαι για το καλό της φίλης μας, της παιδικής μου φίλης μάλιστα, σημαίνει ότι θα τους χωρίσω ή ότι είμαι ερωτευμένος μαζί της; Αλίμονο πώς σκέπτεται το μυαλό σου.
-Ποτέ δεν είπα ότι οι προθέσεις μου δεν ήταν καλές. Απλώς μου φανέρωσες ένα πρόσωπο που έως τώρα δεν είχα δει. Είχες ένα τσαμπουκά δικαιολογημένο ως ένα βαθμό, αλλά και υπερβολικό από την άλλη. Ούτε είπα ότι είσαι ερωτευμένος με την Σεμίνα. Ποτέ δεν θα μου περνούσε μια τέτοια σκέψη από το μυαλό, απλώς συμπεριφέρθηκες λίγο σαν Τζιοβάνι και όχι σαν Δημήτρης, αυτό είναι όλο. Ειλικρινά όμως δεν έχω όρεξη να τσακωθούμε πάλι. Καλά, απορώ ποιο κακό μάτι μας έχει γκαντεμιάσει και όλο κάτι γίνεται σε αυτή την εκδρομή. Ίσως δεν έπρεπε να πάμε κάπου όλοι μαζί. Έχουμε μεγαλώσει φαίνετε και έχουν σκουριάσει τα μυαλά μας. Γι’ αυτό ο ένας παρεξηγεί τόσο εύκολα τον άλλον. Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι πριν έρθουμε στην Ιθάκη, όλα ήταν μέλι γάλα και τώρα κινδυνεύουν να γκρεμιστούν όνειρα ζωής για όλους μας. Τι συμβαίνει Δημήτρη;
Ο Δημήτρης παραμένει σιωπηλός, αφήνοντας την Ισαβέλλα να τελειώσει τις σκέψεις της. Είναι προβληματισμένη και μοιάζει τρομαγμένη. Σαν να πιστεύει ότι πράγματι κάποιο πνεύμα τους φέρνει κακοδαιμονία. Ο Δημήτρης χαμογελά, με ένα χαμόγελο παράξενο, που δύσκολο μπορεί κανείς να αποκρυπτογραφήσει.
-Αναρωτιέμαι φταίει το ότι πήγαμε όλοι μαζί εκδρομή ή μήπως συμβαίνει κάτι άλλο;
Η Ισαβέλλα τον κοιτάζει με μάτια φοβισμένα.
-Τι εννοείς; Τι άλλο μπορεί να φταίει;
-Αρχίζει ο ένας να γνωρίζει τον άλλον, τον πραγματικό άλλο και όχι τον φανταστικό, τον ιδανικό άλλο, αυτόν δηλαδή που ο καθένας μας είχε πλάσει στο μυαλό του, γιατί έτσι τον βόλευε και μας πιάνει τρόμος.
-Μιλάς περίεργα και με τρομάζεις. Υπονοείς ότι ο ένας δεν ήξερε τον άλλον; Τόσα χρόνια γνωριζόμαστε οι περισσότεροι μεταξύ μας και περιμέναμε μια εκδρομή –που μακάρι να μην κανονιζόταν ποτέ- για να δείξει ο καθένας από εμάς το πραγματικό πρόσωπό του;
-Στην απρόσωπη μεγαλούπολη τα πράγματα είναι αλλιώς. Οι ρυθμοί της ζωής είναι τέτοιοι που πάντα υπάρχει ένα καλό άλλοθι για να μην γνωρίσουμε τον πραγματικό άλλο και για να μην αποκαλύψουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Το άγχος της δουλειάς, η αφόρητη κίνηση στους δρόμους, η ανυπόφορη μόλυνση, χιλιάδες προβλήματα και μηδέν χρόνος για να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Δεν διαφέρουμε και πολλοί από τα ρομποτάκια.
-Δημήτρη είσαι καλά; Τι φιλοσοφίες μου τσαμπουνάς; Δεν πιστεύω όλη αυτή η -πώς να την χαρακτηρίσω;- εσωτερική ανησυχία είναι ένα προμήνυμα ότι έχεις μπει σε δεύτερες σκέψεις για το γάμο μας; Εάν συμβαίνει κάτι τέτοιο σε παρακαλώ να μου μιλήσεις αντρίκεια και όχι με μισόλογα.
Ο Δημήτρης της χαμογελά.
-Μην κολλάς στα ίδια. Δεν έχει καμία σχέση με το γάμο μας όλη αυτή η συζήτηση. Ο γάμος θα γίνει.
Ο Δημήτρης χωρίς να πει τίποτε άλλο προχωρά μπροστά. Οι σκέψεις του ταξιδεύουν. Η Ισαβέλλα απομακρύνεται, βαδίζει προς τη θάλασσα. Πετάει ένα πετραδάκι στο νερό για να ακούσει τον ήχο των κυμάτων. Λατρεύει τη θάλασσα. Ένα γλυκό αεράκι της χαϊδεύει τα μαλλιά και από τα μάτια της κυλούν σταγόνες βροχής τα δάκρια και της καίνε το πρόσωπο. Κοιτάζει ψηλά και απλώνει τα χέρια, λες και θέλει να φτάσει τον Θεό. Ύστερα σωριάζεται καταγής.
-Γιατί δεν μου είπες ότι με αγαπάς; φωνάζει…
Στην πισίνα του ξενοδοχείου ο Χριστόφορος, η Νάντια και η Βίκυ, κάθονται στις ξαπλώστρες πίνοντας ένα δροσιστικό κοκτέιλ. Ο Χριστόφορος προσπαθεί να αναλύσει τις καινούργιες εξελίξεις, αλλά όπως πάντα είναι αισιόδοξος, καθώς επιμένει να βλέπει τις καταστήσεις μέσα από μια ρομαντική ματιά.
-Ερωτικό καβγαδάκι. Χρειάζεται που και που για να ανάβουν τα αίματα. Πάντως, εγώ, κορίτσια ως ένα βαθμό τον καταλαβαίνω τον Έκτορα. ζηλεύει γιατί φοβάται ότι θα την χάσει, ξέρεις με τη διασημότητα και έτσι. Όλοι θα ζηλεύαμε στη θέση του κι ας παριστάνουμε τώρα τους υπεράνω. Καλά τα λόγια, αλλά στην πράξη είναι τα δύσκολα. Αυτό που δυσκολεύει την κατάσταση είναι ότι και οι δυο κάνουν το ίδιο επάγγελμα. Εκεί μπαίνει ο ανταγωνισμός και για να είμαστε ειλικρινείς δεν αντιμετωπίζεται εύκολα το πάθος για επαγγελματική καταξίωση.
-Επομένως, σωστή επιλογή που χωρίσαμε για να μην έχουμε τέτοιο πρόβλημα στο μέλλον, τι λες Χριστόφορε; ρωτάει με κυνισμό η Βίκυ, όμως ο Χριστόφορος δεν «μασάει».
-Αυτή την ερώτηση στον εαυτό σου πρέπει να την κάνεις Βίκυ, αφού εσύ ήθελες να χωρίσουμε. Από τη δική μου πλευρά πίστευα ότι θα τα καταφέρουμε.
Τόσο η Βίκυ, όσο και η Νάντια τον κοιτάζουν απορημένες. Ποτέ δεν πίστευαν ότι θα μιλήσει κατά αυτό τον τρόπο. η καρδιά της Βίκης χτυπά δυνατά.
-Όλοι κάνουμε λάθη.
-Ο χωρισμός μας ήταν για εσένα λάθος;
Μία ακόμη αναπάντεχη ερώτηση του Χριστόφορου προκαλεί την έκπληξη των δύο κοριτσιών. Η Βίκυ ξεκίνησε το επικίνδυνο «παιχνίδι» των ερωταποκρίσεων και δεν μπορεί να το σταματήσει. Είναι αργά για να κάνει πίσω. Άλλωστε θέλει να δώσει την τελευταία της μάχη, πριν φύγει. Η Νάντια την κοιτάζει με κακία. Τα μάτια της στάζουν δηλητήριο, αλλά ξέρει ότι δεν μπορεί να γυρίσει το χρόνο πίσω. Εάν θέλει να κερδίσει τις εντυπώσεις, πρέπει να «παίξει» σωστά το τελευταίο της χαρτί. Πρέπει να φανεί ανώτερη. Δεν ξέρει τι περιθώρια της απομένουν, ο έρωτας όμως είναι ένα περίεργο παιχνίδι και σε εκείνη αρέσουν τα παιχνίδια. «Γάτα με πέταλα» την φώναζαν από μικρή οι φίλοι και δεν είχαν άδικο. Είναι γάτα και μάλιστα αγριόγατα. Ηδονίζεται να γραπώνει με τα νύχια της ό,τι ανήκει στους άλλους. Την πρώτη φορά που έκλεψε ένα μολύβι από τη συμμαθήτρια της στο σχολείο ένιωσε την απερίγραπτη χαρά της αρπαγής. Τι και εάν οι γονείς της ήταν τόσο εύποροι που μπορούσαν να της αγοράσουν τον ουρανό με τα άστρα. Το ξένο ήταν πάντα πιο γλυκό. Συνέχισε για χρόνια το παιχνίδι της αρπαγής. Δίχως όρια και φραγμούς. Αγγελικό πρόσωπο, μελιστάλαχτη φωνή. Κανείς δεν έμαθε ποτέ ότι στα 17 της χρόνια κοιμήθηκε με το αγόρι της καλύτερης της φίλης που δεν ερωτεύτηκε ποτέ.
-Δεν θέλω να είμαι μπροστά σε αυτή τη συζήτηση. Καλύτερα να σας αφήσω μόνους. Χριστόφορε θα σε περιμένω στο δωμάτιο. Μην αργήσεις σε παρακαλώ, γιατί κάτι σου έχω ετοιμάσει.
-Δεν είναι ανάγκη να φύγεις αγάπη μου.
-Δεν έχει νόημα να μείνω. Βαριέμαι αφόρητα όταν οι άνθρωποι κολλάνε στο παρελθόν, ειδικά όταν αυτό γίνεται καθαρά για λόγους αντεκδίκησης. Η ζωή προχωρά και είναι αστείο όταν κάποιος προσπαθεί να σταματήσει τη ροή.
-Συμφωνώ, γι’ αυτό μείνε. Δεν έχουμε τίποτα να πούμε με τη Βίκυ. Τουλάχιστον όχι κάτι που να έχει ουσία.
-Επιμένω να φύγω. Ίσως η Βίκυ καταλάβει ότι δεν φταίω εγώ που ερωτευτήκαμε. Γιατί, ξέρεις αγάπη μου, με απειλεί. Νομίζει ότι είμαι κανένα αρπακτικό που της έκλεψα τον άντρα που η ίδια είχε χωρίσει. Αυτό που μυρίζει κακία. να μην θέλεις την ευτυχία ενός ανθρώπου που αγάπησες. Αλλά ας δει από μόνη της ότι δεν σε κρατώ κοντά μου με λουριά. Θα σε περιμένω, έτσι μωρό μου;
-Μην ανησυχείς.
Η Νάντια φεύγει. Νιώθει ότι έχει κερδίσει κατά κράτος, αλλά κοντοστέκεται να ακούσει. Δεν έχει εμπιστοσύνη σε κανέναν πέρα από τον εαυτό της.
-Παίρνεις την εκδίκηση σου με το να με ταπεινώνεις;
-Για ποια εκδίκηση μιλάς;
-Ήταν δική μου επιλογή να χωρίσουμε, αλλά δεν αξίζω να μου φέρεσαι σαν σκουπίδι.
-Έλα τώρα Νάντια. Μην γίνεσαι τόσο μικρή. Εσύ υποβιβάζεις τον εαυτό σου με τη συμπεριφορά σου. Μην προσποιείσαι ότι θέλεις να τα ξαναβρούμε. Απλώς θίχτηκε λιγάκι ο εγωισμός σου που πήγα με μια κοπέλα που γνωρίζεις.
-Γιατί το έκανες; Για να ζηλέψω;
-Εκπλήσσομαι με την ερώτησή σου. Εάν ήθελα να σε κάνω να ζηλέψεις, θα το είχα ήδη κάνει.
-Τότε, την ερωτεύτηκες κεραυνοβόλα;
-Είναι πολύ νωρίς να μιλήσω για έρωτες. Η κοπέλα μου αρέσει πολύ, με εξιτάρει. Είναι η πρώτη μετά το χωρισμό μας που με ανάβει τόσο ως γυναίκα. Περνάω καλά μαζί της. Δεν της έταξα γάμο, θα είμαστε μαζί όσο τραβήξει.
-Ζήσαμε μαζί τρία χρόνια γεμάτα πάθος και ένταση. Συμφωνείς;
-Βεβαίως.
-Μη μου ζητάς, λοιπόν, να πάψω να νοιάζομαι για εσένα. Μου είσαι πολύτιμος και ας ήθελα να χωρίσουμε. Δεν μπορώ να πω ψέματα. Αυτή την κοπέλα δεν την εμπιστεύομαι, άλλωστε δεν σου ταιριάζει στο στυλ, στην προσωπικότητα. Πέρα από την εξωτική εμφάνιση της δεν έχει τίποτα άλλο να επιδείξει. Είσαι τόσο αξιόλογο άτομο που δεν θα έπρεπε να χαραμίζεσαι με κοπέλες σαν την Νάντια.
-Ενώ όταν χαραμιζόμουν με κοπέλες σαν και εσένα ήταν καλά ε; Γιατί εσύ ήσουν κορίτσι και καλλιεργημένο και πνευματώδες και όλα τα καλά τα είχες, αλλά εμένα με παράτησες στα κρύα του λουτρού. Οπότε, μη μου κάνεις κηρύγματα για τον τύπο κοπέλας που μου ταιριάζει. Σε τελική ανάλυση εγώ δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ για την ερωτική σου ζωή μετά τη σχέση μας. Δεν λέω ότι μπορώ να σε αντικρίσω ποτέ σαν απλή φίλη και τίποτα παραπάνω, πάντα μένει κάτι μετά από μια δυνατή σχέση, αλλά όταν τελειώνει κάτι οριστικά τελειώνει. Το παίρνουμε απόφαση και ξεκολλάμε.
-Είσαι σκληρός.
-Δεν είμαι, είμαι ειλικρινής. Προσπαθώ όμως να καταλάβω τι επιδιώκεις με τις παράλογες αντιδράσεις του; Θέλεις να είμαστε ξανά μαζί;
-Όχι.
Η Βίκυ είναι απόλυτη. Ο Χριστόφορος περιμένει.
-Όταν κατάλαβα ότι την γουστάρεις ένιωσα πληγωμένη και θιγμένη και ζήλεψα, ακριβώς όπως τα είπες. Μετάνιωσα την ώρα και τη στιγμή που την προσκάλεσα στην εκδρομή. Της κήρυξα πόλεμο. Θέλησα να σε διεκδικήσω, να σε κερδίσω. Αναρωτήθηκα το γιατί, τι επιδιώκω, όπως με ρώτησες. Σκέφτηκα αρκετά αν είμαι ακόμη ερωτευμένη. Μην περιμένεις να σου απαντήσω, γιατί δεν θα το κάνω. Δεν έχει πια κανένα νόημα. Ακόμη κι αν είμαι ή δεν είμαι ερωτευμένη, δεν έχει σημασία, γιατί δεν θέλω να είμαστε μαζί. Δεν θέλω να δημιουργήσω μια νέα σχέση μαζί σου, γιατί απλούστατα δεν θέλω να χαλάσω τη μαγεία του παρελθόντος. Όπως ξέρεις, άλλωστε, πιστεύω πολύ στη μοίρα. Αν ήταν γραφτό να ήμασταν πάλι μαζί κανείς δεν θα μας χώριζε. Σε νοιάζομαι όμως τρομερά, αυτό συνειδητοποίησα όλες αυτές τις ημέρες. Και νιώθω ότι σε ξέρω πολύ καλά, καλύτερα από όσο φανταζόμουν.
-Γιατί το λες αυτό;
-Θα σε ρωτήσω μονάχα ένα πράγμα και θέλω να μου απαντήσεις με το χέρι στην καρδιά.
-Σε ακούω.
-Όλες αυτές τις ημέρες νιώθω ότι συμβαίνει κάτι, ότι μου μιλάς με τα μάτια. Ισχύει αυτό;
Ο Χριστόφορος γελάει ειρωνικά.
-Και τι σου λέω;
-Μου λες όλα όσα θέλω να σου πω και φοβάμαι, όλα όσα θέλω να κάνω και φοβάμαι, γιατί δεν θέλω να κάνω το ίδιο λάθος.
Ο Χριστόφορος της απαντά κυνικά.
-Μάλλον δεν ακούς καλά Βίκυ. Τα μάτια δεν μιλούν.
Γυρίζει την πλάτη επιδεικτικά. Η Βίκυ του φωνάζει:
-Με το χέρι στην καρδιά Χριστόφορε.
Ο Χριστόφορος γυρίζει αργά και την κοιτάζει.
-Θες την αλήθεια; Ναι, σου μιλούσανε όχι μόνο αυτές τις ημέρες, αλλά όλες τις ημέρες μετά τον χωρισμό και σε καλούσαν πίσω, αλλά εσύ δεν με άκουγες Βίκυ. Και ξαφνικά όλα άλλαξαν και μου φέρεσαι λες και είμαι τρόπαιο που πρέπει πάση θυσία να κερδίσεις από τα χέρια μιας άλλης. Μη μου λες ότι νοιάζεσαι. Δεν θέλω να σε ξαναδώ.
-Τι πράγμα;
-Αυτό που άκουσες και αυτή τη φορά είμαι ξεκάθαρος. Όλο αυτό τον καιρό κοροϊδευόμαστε ότι θα μείνουμε φίλοι και σκατά. Το έβλεπες ότι επεδίωκα τη φιλία σου, γιατί ήμουν ακόμη ερωτευμένος, αλλά δεν έκανες τίποτα γι’ αυτό. Και σήμερα έρχεσαι και μου λες ότι δεν θέλεις να γυρίσεις στα παλιά γιατί δεν θέλεις να κάνεις τα ίδια λάθη. Επειδή λοιπόν εγώ δεν θεωρώ ούτε τον εαυτό μου, ούτε τη σχέση που είχαμε λάθος σου ζητώ να μη βρεθούμε ποτέ ξανά. Ούτε σαν φίλοι, ούτε σαν κάτι άλλο.
-Ίσως είναι το καλύτερο. Θα σεβαστώ την επιθυμία σου. Έχεις δίκιο ήταν ανοησία να πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει φιλία μεταξύ μας.
Ο Χριστόφορος φεύγει, η Βίκυ μένει πίσω. Θέλει να τρέξει κοντά του, αλλά πρέπει να μείνει μακριά του. Θέλει να του πει χιλιάδες πράγματα, αλλά δεν έχει το ψυχικό σθένος. Αύριο θα φύγει για Αθήνα. Κοιτάζει μες στον καθρέπτη του δωματίου το είδωλό της. Χαμογελά με ένα χαμόγελο πικρό.
-Το μόνο λάθος που έκανα Χριστόφορε ήταν που δεν σου έδειξα ποτέ πόσο πολύ σε αγαπώ. Αυτό εννοούσα ανόητε, αλλά δεν θα το μάθεις ποτέ.
-Σεμίνα;
-Ποιος είναι; ρωτά τρομαγμένη η Σεμίνα.
-Σε τρόμαξα; Ο Τζιοβάνι είμαι.
-Μου έκοψες την αναπνοή. Είναι πολύ σκοτεινά και όπως είδα μια σκιά να σαλεύει πίσω από τα δέντρα πήγε το μυαλό μου…
-Σε φαντάσματα;
-Άσε τα αστεία. Δεν έχω καθόλου όρεξη Τζιοβάνι, ειδικά απόψε.
-Σήμερα είναι ημέρα χαράς για εσένα;
-Όπως βλέπεις, είμαι μέσα στην καλή χαρά.
-Δεν καταλαβαίνω γιατί να μην είσαι.
-Εσύ Τζιοβάνι μου, πολλά δεν καταλαβαίνεις. Είσαι πάντα στον δικό σου, χαρωπό, κόσμο.
-Μου την λες τώρα;
Η Σεμίνα γελάει.
-Αχ! Μωρέ Τζιοβάνι, ας κάνουμε ανακωχή επιτέλους. Σε αγαπάω ως άνθρωπο, γιατί με καταλαβαίνεις, δεν θέλω να σε χάσω.
-Μόνο ως άνθρωπο με αγαπάς; ρωτάει ναζιάρικα.
-Μη μου το χαλάς πάλι. Μην το παρατραβάς.
-Που είναι ο Έκτωρ; Πάλι το έβαλε στα πόδια;
-Χρειαζόμασταν λίγο χρόνο να σκεφτούμε.
-Τι πράγμα;
-Ξέρω και εγώ. Τον τελευταίο καιρό όλο κάτι έχουμε να σκεφτούμε. Η Σαντάλ που είναι;
-Νύσταζε και πήγε να κοιμηθεί.
-Μάλιστα. Και εσύ τι κάνεις μόνος σου εδώ;
-Σε παρακολουθώ.
-Πότε θα μιλήσεις σοβαρά;
-Σοβαρά μιλάω. Σε παραμόνευα, γιατί ήθελα να σου μιλήσω. Σε ικετεύω να με ακούσεις, γιατί δεν αντέχω να προσποιούμαι ότι δεν τρέχει τίποτα Σεμίνα.
-Τζιοβάνι άρχισες πάλι τα ίδια. Αφού τα έχω πει ένα εκατομμύρια φορές, δεν σε θέλω ερωτικά. Είσαι καλό, χρυσό παιδί, σε αγαπάω ως φίλο, αλλά ως εκεί. Μην με φέρνεις σε δύσκολη θέση. Θα αναγκαστώ να απομακρυνθώ τελείως και δεν το θέλω αυτό. Αλλά εάν δεν έχω άλλη επιλογή. Εκτιμώ τα συναισθήματά σου, αλλά με πνίγουν. Απορώ, μπορείς να έχεις όποια κοπέλα θέλεις και να είσαι πραγματικά ευτυχισμένος γιατί έχεις κολλήσει σε μένα που δεν σε θέλω και που δεν θα μπορέσω ποτέ να σου δώσει αυτά που ζητάς.
-Που ξέρεις τι ζητάω;
-Τζιοβάνι, ας μην αρχίσουμε αυτή την ιστορία. Με έχει κουράσει.
-Υπόσχομαι να μη σε ενοχλήσω ποτέ ξανά με αυτό το θέμα, αρκεί να μου δώσεις την ευκαιρία να σου πω κάποια πράγματα που τα κρατώ μέσα μου τόσο καιρό.
-Δεν θέλω να μου θέτεις τέτοιους όρους. Όχι, Τζιοβάνι δεν θέλω να σε ακούσω και δεν πρόκειται να σε ακούσω, γιατί θα μου πεις τα ίδια και θα με υποχρεώσεις να σου πω τα ίδια και αυτό το παιχνίδι καταντάει κουραστικό.
-Δεν έχω ερωτευτεί άλλη γυναίκα όπως εσένα.
-Έχεις μια σχέση και πρέπει να την σεβαστείς.
-Έκανα τα πάντα, αλλά δεν τραβάει με την Σαντάλ. Δεν φταίει εκείνη. Είναι η ψυχή μου που αναζητά εσένα.
-Καιρός να πάψει να με αναζητά. Διάβασε τα χείλη μου: ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ ΜΑΖΙ ΣΟΥ. ΠΑΡΑΤΗΣΕ ΜΕ!
-Σε παρακαλώ.
-Κόφτο Τζιοβάνι. Αρκετά έχεις πέσει στα μάτια μου με τα καπρίτσια σου. Κάνεις σαν κακομαθημένο γατί και δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η εικόνα του άντρα. Σε αδικεί εξάλλου.
Η Σεμίνα πάει να φύγει, αλλά ο Τζιοβάνι την αρπάζει με βία από το χέρι.
-Σου ξεδιπλώνω την καρδιά μου και μου μιλάς λες και είμαι ο δούλος σου. Πολύ μεγάλη ιδέα δεν έχεις για τον εαυτό σου. Ποια θαρρείς ότι είσαι; Ακόμη δεν βγήκες από το αβγό σου και μου πουλάς μούρη;
-Τζιοβάνι με πονάς. Άφησέ με, με τρομάζεις, θα φωνάξω βοήθεια.
-Δεν έχεις να πας πουθενά.
-Τζιοβάνι πονάω. Στο ορκίζομαι θα φωνάξω.
Τα μάτια του Τζιοβάνι πετούν φλόγες οργής. Η Σεμίνα είναι τρομαγμένη, ο Τζιοβάνι την πονάει. Ξαφνικά, ο Τζιοβάνι σαν να ξυπνά από φρικτό εφιάλτη φωνάζει:
-Θεέ μου, τι κάνω; Τι μαλακίες κάνω; Χίλια συγγνώμη Σεμίνα. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Τρελάθηκα; Από το πάθος. Σε έβλεπα τόσο ψύχραιμη, τόσο κυνική. Θα με συγχωρέσεις ποτέ; Δεν το ήθελα.
-Με τρόμαξες πραγματικά. Εάν δεν σε ήξερα τόσο καλά, θα έβαζα στοίχημα ότι θα μου έκανες κακό.
-Κακό εγώ; Τι να πω; Δεν μπορώ να βρω δικαιολογία; Σαν να τυφλώθηκα για μια στιγμή και να έχασα τα λογικά μου. σου ζητώ ειλικρινά συγγνώμη. Αισθάνομαι χάλια. Μπορείς να ξεχάσεις ό,τι έγινε;
-Θα το ξεχάσω. Θα σου θέσω και εγώ όμως με τη σειρά μου έναν όρο. Να σταματήσεις να με πολιορκείς.
-Δεν θα σε ενοχλήσω ποτέ ξανά Σεμίνα. Έχεις το λόγο της αντρικής μου τιμής.
-Ελπίζω να τον κρατήσεις.
Ο Τζιοβάνι τρέμει σαν το φύλλο που το πήρε ο βοριάς. Δεν πιστεύει ότι έφτασε στα άκρα. Με το κεφάλι σκυμμένο και νιώθοντας αφόρητες τύψεις για τη συμπεριφορά του απέναντι στην Σεμίνα, αλλά και για τα ψέματα προς την Σαντάλ, επιστρέφει στο δωμάτιο. Η Σαντάλ είναι ξαπλωμένη, αλλά δεν κοιμάται. Με γλυκιά φωνή του λέει:
-Σε περίμενα.
Ο Τζιοβάνι είναι αποφασισμένος. Με χείλη τρεμάμενα της απαντά:
-Θέλω να χωρίσουμε.
Η Σαντάλ τινάζεται σαν ελατήριο από το κρεβάτι.
-Τι είπες;
-Θέλω, πρέπει να χωρίσουμε. Δεν πάει άλλο αυτό το παραμύθι.
-Το παραμύθι; Τι λες; Τι συνέβη Τζιοβάνι; Που ήσουν μέχρι αυτή την ώρα;
-Δεν πάει άλλο σου λέω. Σε κορόιδευα όλο αυτό τον καιρό.
-Τι εννοείς;
-Σου έλεγα ψέματα και αθετούσα τις υποσχέσεις μου. Ήμουν ένας γελοίος.
-Τι συνέβη ξαφνικά; Είναι τρεις η ώρα το πρωί ορμάς στο δωμάτιο και μου λες ότι θέλεις να χωρίσουμε. Τι σε έχει πιάσει;
-Δεν αντέχω άλλο να σε εκμεταλλεύομαι.
-Δεν σε καταλαβαίνω. Μέχρι πριν λίγες ώρες μου ορκιζόσουν ότι είμαι κάτι σημαντικό στη ζωή σου και ξαφνικά όλα άλλαξαν. Τι μεσολάβησε;
-Αποφάσισα για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό να είμαι ειλικρινής.
-Δηλαδή, όλες αυτές τις ημέρες που είμαστε στην Ιθάκη και αυτούς τους μήνες που έχουμε σχέση μου έλεγες ψέματα.
-Ακριβώς.
-Είσαι τόσο ξεδιάντροπος τελικά; Σε είχα προειδοποιήσει ότι εάν με πληγώσεις, θα…
Η Σαντάλ δεν αντέχει την ψυχολογική πίεση και ξεσπά. Δίνει ένα ηχηρό χαστούκι στον Τζιοβάνι που την κοιτάζει ατάραχος και εν συνεχεία πέφτει σε ένα παραλήρημα οργής. Τον χτυπά και τον βρίζει με λέξεις χυδαίες, ενώ εκείνος δεν αντιστέκεται. Ξέρει ότι αξίζει μία τέτοια συμπεριφορά και δεύτερον θέλει να την βοηθήσει να ξεθυμάνει, να διώξει μακριά το δικαιολογημένο θυμό που την πνίγει.
-Μη με κοιτάς έτσι λες και δεν συμβαίνει τίποτα. Είσαι μεγάλος αλήτης. Αλλά υποπτεύομαι τι συνέβη, δεν μπορεί στα καλά καθούμενα να θυμήθηκες μέσα στα άγρια μεσάνυχτα ότι είσαι ψεύτης και ότι θέλεις να χωρίσουμε, αλλά κάτι συνέβη στο ενδιάμεσο.
-Βαρέθηκα να υποκρίνομαι σε σένα, αλλά και στον εαυτό μου.
-Στις τέσσερις η ώρα σε έπιασε κρίση αυτογνωσίας; Ούτε καν να ξημερώσει δεν περίμενες για να μου ανακοινώσεις τις αποφάσεις σου. Γιατί βιάστηκες τόσο; Τι θα γινόταν ένα μου τα έλεγες όλα αυτά λίγες ώρες αργότερα; Τόσο καιρό, όπως λες, με κορόιδευες, γιατί δεν είχες υπομονή να περιμένεις;
-Ακούγεται κυνικό, αλλά χρειάζομαι μια καινούργια αρχή. Δεν θέλησα να σε πληγώσω. Το ξέρω δεν το πιστεύεις, πώς να το πιστέψεις όταν όλες μου οι κινήσεις δείχνουν το τελείως αντίθετο; Προσπάθησα, αυτό σου το ορκίζομαι. Προσπάθησα να σε ερωτευτώ, να δοθώ στη σχέση μας, όπως δόθηκες εσύ. Είσαι καταπληκτικό κορίτσι. Όλα τα έκανες τέλεια, αλλά φταίω εγώ. Έκανα το λάθος να πληγώσω έναν άνθρωπο που δεν μου έφταιξε σε τίποτα στην προσπάθειά μου να τα βρω με τον εαυτό μου. ελπίζω κάποτε να με συγχωρήσεις, αλλά τέρμα τα ψέματα.
-Σου είχα ζητήσει να φύγεις τότε, όταν είχες φωνάξει το όνομά της. Με τις δικαιολογίες, τα λόγια τα μεγάλα, με έκανες να σε πιστέψω και να αφεθώ. Ναι, καταλάβαινα ότι έχεις συναισθήματα για εκείνη, αλλά αφού μου ορκιζόσουν, πίστευα ότι τουλάχιστον θα είσαι άντρας και θα φερθείς έντιμα, ειδικά απέναντί μου που έχω περάσει τόσα πολλά.
-Προσπάθησα.
-Με φλόμωσες στο ψέμα, ο ίδιος το παραδέχτηκες πριν από λίγο. Αλλά τώρα είναι αργά.
-Τι εννοείς; Θα βρεις αυτόν που πραγματικά σου αξίζει.
-Άσε αυτά τα μελοδράματα για άλλους, σε μένα δεν πιάνουν. Θα δεις και το άλλο πρόσωπό μου και θα σε κάνω να πονέσεις όσο πόνεσα και εγώ. Αυτό σου το υπόσχομαι και τις δικές μου υποσχέσεις δεν τις αθετώ. Απάντησέ μου όμως σε μια απλή ερώτηση: μαζί της ήσουν;
-Όχι με τον τρόπο που νομίζεις.
-Εντάξει με κάλυψες, τίποτα άλλο.
-Δεν έγινε αυτό που σκέφτεσαι.
-Δεν θέλω να μάθω τι έγινε. Δεν με ενδιαφέρει. Έχουμε χωρίσει και η προσωπικής ου ζωή δεν με αφορά.
-Της τα έριξα και είπε όχι. Είναι κυρία.
-Βαρέθηκα!
-Που πας;
-Δεν θα σου δώσω λογαριασμό. Είπαμε, χωρίσαμε.
-Θα φύγω εγώ αν θες.
-Δεν με νοιάζει,. Κάνε ό,τι γουστάρεις. Τελειώσαμε.
Η Σεμίνα πέφτει στην αγκαλιά του Έκτορα.
-Δεν θέλω να σε χάσω. Εάν αυτή πρόταση που μου έγινε δημιουργήσει πρόβλημα στη σχέση μας..
-Μη συνεχίζεις. Είμαι υπερήφανος για σένα. Εντάξει, το παραδέχομαι ότι ζήλεψα. Φοβάμαι να μη σε χάσω. Ζήλεψα κιόλας που δεν έγινε σε μένα πρόταση. Είμαι εγωίσταρος, το έχεις καταλάβει. Αλλά όλα πέρασαν. Έτσι είμαι. Λίγο μου κρατάνε τα αρνητικά συναισθήματα. Σου ζητώ συγγνώμη.
-Τη δέχομαι. Μου φτάνει που παραδέχεσαι κάποια πράγματα. Θέλει μεγαλείο ψυχής. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι για τίποτα. Δεν θα με χάσεις πρώτον και δεύτερον είσαι σπουδαίος ηθοποιός και υπέροχος άνθρωπος. Γι’ αυτό σε αγαπώ.
-Τι είπες;
-Είπα ότι σε αγαπώ και δεν το είπα από λύπηση. Είσαι ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί και δεν θέλω να σε χάσω.
-Κι ας σου κάνω τη ζωή σου κόλαση;
-Εκείνες τις φορές το σκέπτομαι, αλλά ευτυχώς είναι λίγες.
-Και θα γίνουν μηδαμινές. Ξέρεις γιατί;
-Γιατί;
-Γιατί σε αγαπώ πολύ. Και αυτή τη φορά είμαι σίγουρος ότι το εννοώ. Δεν μιλάει η παρόρμηση της στιγμής.
-Το ξέρω. Φίλησέ με τον τρόπο που μόνο εσύ ξέρεις και με αναστατώνει!
Ένα τρυφερό, όλο πάθος και ερωτισμό, φιλί σφραγίζει την πιο γλυκιά επανασύνδεση της Σεμίνας με τον Έκτορα. Είναι, όμως, όλα περασμένα – ξεχασμένα;
Το επόμενο πρωί τα πράγματα ήταν διαφορετικά για όλους. Μια καινούργια ημέρα ξεκινούσε και ένα νέο κεφάλαιο ανοιγόταν στις ζωές των παιδιών. Τίποτα δεν ήταν όπως πριν και τίποτα δεν θα γινόταν όπως παλιά. Για άλλους άρχιζε μια χαρούμενη μέρα και για άλλους μια δυσάρεστη. Ο καθένας έπαιρνε, ωστόσο, τις αποφάσεις του που θα δρούσαν με τρόπο καταλυτικό στην μετέπειτα πορεία του.
Η Σεμίνα ετοίμαζε τις βαλίτσες της. Είχε κλείσει εισιτήριο να φύγει το βράδυ για Αθήνα. Δεν είχε άλλα περιθώρια, έπρεπε να ξεκινήσει τη δουλειά. Ήταν ευτυχισμένη και συνάμα ενθουσιασμένη. Επιτέλους, όλα της πήγαιναν πρίμα, όπως τα είχε ονειρευτεί. Με τον Έκτορα τα πράγματα ήταν καλύτερα από ποτέ. Η σχέση τους ήταν πολύ δυνατή για να μην αντέξει στις δυσκολίες, ή τουλάχιστον έτσι ήθελε εκείνη να πιστεύει. Ο Έκτωρ την αγαπούσε, αλλά τα αγκαθάκια της ζήλιας παρέμεναν ακόμη στην καρδιά του. Ωστόσο, δεν ήθελε να της στερήσει την επιτυχία της.
Η Σαντάλ περπάτησε κάτω από τον φεγγαρόφωτο ουρανό ολόκληρη τη νύχτα. Αμέτρητες σκέψεις, αμέτρητα παράπονα και αμέτρητα ερωτηματικά, την έπνιγαν. Ποτέ δεν είχε τύχη στα προσωπικά της. Πάντοτε ένιωθε ότι η εξωτερική της εμφάνιση στεκόταν εμπόδιο στην ολοκλήρωση της ευτυχίας της. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, πίστευε ότι η ομορφιά της (ήταν στ’ αλήθεια μια κοπέλα – καλλονή) έκανε τους άντρες να μένουν μόνο σε αυτό, να μην την παίρνουν στα σοβαρά και να ενδιαφέρονται μόνο για το πώς θα την ρίξουν στο κρεβάτι για να «γνωρίσουν» το φοβερό σώμα, όπως όλοι χαρακτήριζαν το κορμί της. Δεν ήταν χαζή. Ήταν μοντέλο, αλλά αυτό δεν την καθιστούσε αυτομάτως και χαζή. Οι άνθρωποι είναι προκατειλημμένοι απέναντι στην ομορφιά, κυρίως όταν ξεπερνάει κάποια όρια και αγγίζει την έννοια της τελειότητας. Ίσως είναι ο φθόνος που τους κάνει να αποστρέφονται την ομορφιά και να την ταυτίζουν ακόμη και με την ηλιθιότητα. Η Σαντάλ σκέφτεται ότι ποτέ δεν είχε πραγματικές φίλες. Όσο κι αν ήθελε να δοθεί σε μια φιλία, να εμπιστευτεί κάποιον άνθρωπο και να μοιραστεί μαζί του τη χαρά, τη λύπη, τους φόβους και τις αγωνίες της, δεν υπήρχε κανείς. Όλες οι κοπέλες στο σχολείο και αργότερα στην ιδιωτική σχολή (τελείωσε αισθητικός) επεδίωκαν να κάνουν παρέα μαζί της, αλλά όχι γιατί την γούσταραν πραγματικά, αλλά για να κερδίσουν και αυτές μέρος από τη δημοτικότητά της. Το αποτέλεσμα ήταν ότι πάντα είχε μια μεγάλη «αυλή» να περιστρέφεται γύρω της και να την κολακεύει, αλλά ποτέ δεν είχε έστω και μια φίλη να την αγαπήσει πραγματικά. Το ήξερε αυτό, το έβλεπε στα μάτια των κοριτσιών που ήταν οι δήθεν κολλητές της φίλες. Αυτό το βλέμμα την πονούσε, την πλήγωνε μέχρι που το συνήθισε και δεν της δημιουργούσε πλέον στεναχώρια, παρά μόνο κάποια θλίψη ώρες ώρες. Κατάφερνε όμως να την ξεπεράσει στην αγκαλιά κάποιου άντρα, του εκάστοτε συντρόφου της. Πολλοί άντρες πέρασαν από την πολυτάραχή ζωή της, αλλά κανένας δεν την αγάπησε. Όλοι την είδαν σαν ένα κομμάτι κρέας, ένα φοβερό κορμί και τίποτα παραπάνω. Εμπιστεύτηκε και την πρόδωσαν. Δόθηκε με όλο της το είναι και όταν εκείνοι πήραν αυτό που ήθελαν την παράτησαν. Κανέναν δεν την πίστεψε. «Στις πολύ ωραίες γυναίκες δεν πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη. Κάποια στιγμή θα μας την φέρουν.», έλεγαν οι άνθρωποι που γνώριζαν. Έτσι, αφού έπαιρναν τη χαρά να «κυκλοφορήσουν» μία κούκλα και να την επιδείξουν σε φίλους και γνωστούς, την πέταγαν στον κάλαθο των αχρήστων και έβρισκαν την ευτυχία στα μάτια μιας άλλης, λιγότερο όμορφης, αλλά τουλάχιστον αξιόπιστης και καλλιεργημένης. Πολλές φορές είχε νιώσει ότι ανήκει στην κατηγορία των «χαζών» γυναικών. Είχε μάλιστα προσαρμόσει τη συμπεριφορά της ασυνείδητα με τέτοιο τρόπο που να μην αποκλίνει από το πρότυπο που είχαν δημιουργήσει οι άλλοι για εκείνη: «Κούκλα, αλλά χαζή». Κανένας δεν έψαξε την ανθρώπινη αξία που είχε και την καθιστούσε έναν ξεχωριστό άνθρωπο. Δεν ήταν ο Αϊνστάιν, δεν είχε γνώσεις που θα την έκαναν να διακριθεί σε μια φιλοσοφικού επιπέδου συζήτηση, αλλά με καμία δύναμη δεν ήταν ένα πλάσμα εκτός τόπου και χρόνου. Ήταν μια κοπέλα σαν πολλές άλλες που θα μπορούσε αξιοπρεπώς να συζητήσει και να σταθεί στο πλευρό ενός δυναμικού άντρα. Κοιτούσε το είδωλό της στον καθρέπτη και αντί να νιώθει υπερηφάνεια για αυτό που αντίκριζε, ένιωθε ότι είναι «σημαδεμένη», εγκλωβισμένη στο χρυσό κλουβί της ομορφιάς της που δεν θα την άφηνε να πετάξει στους ουρανούς του απόλυτου έρωτα. Όσο κι αν δινόταν, σε μια σχέση, όσες θυσίες και εάν έκανε, όσες υποχωρήσεις, όσες εκπλήξεις, το αποτέλεσμα ήταν να μένει μόνη. Τον Τζιοβάνι τον ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά που ανταλλάξανε. Είχε πολλές φορές πληγωθεί, αλλά σε αυτή την περίπτωση ένιωθε ακόμη πιο δυστυχισμένη. Είχε επενδύσει πολύ, συναισθηματικά και ψυχικά, σε αυτό τον άνθρωπο και ξαφνικά έχανε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της. Μία ακόμη φορά ήταν μια γυναίκα στη μέση. Η Σεμίνα της είχε κλέψει την –πρόσκαιρη- έστω ευτυχία της και έπρεπε να πληρώσει με το ίδιο νόμισμα. Η Σαντάλ δεν μπορούσε να ξεφύγει από το αδιέξοδο στοπ οποίο είχε περιέλθει. Οι αρνητικές σκέψεις κυριάρχησαν στο μυαλό της. Ήθελε να κάνει κακό στην Σεμίνα, μολονότι διαισθανόταν ότι δεν έφταιγε για ό,τι είχε συμβεί. Έψαχνε όμως εξιλαστήριο θύμα, γιατί ήθελε να κάνει κάποιον να νιώσει όπως ένιωθε και εκείνη. Αναζητούσε διακαώς την εκδίκηση. Πρώτη φορά στη ζωή της ένιωθε τόσο δυσάρεστα συναισθήματα να την κυριεύουν. Είχε άδικο να τα βάζει με ανθρώπους που δεν έφταιγαν, αλλά ήταν τόσο τυφλωμένη από τη ζήλια της που ήθελε να δει κάποιον να πληρώνει…
Ο Τζιοβάνι ένιωθε τύψεις για την επικρατούσα κατάσταση. τα είχε κάνει μια φορά ακόμη χάλια. Ήταν απαίσιος χαρακτήρας, τι του έφταιγε η Σαντάλ και την είχε πληγώσει κατά αυτό τον απαράδεκτο τρόπο; Ήταν ένα κορίτσι γλυκό, που σε όλη τη διάρκεια της σχέσης τους δεν είχε κάνει τίποτα που να τον φέρει σε άσχημη θέση. Το αντίθετο μάλιστα. Περνούσαν πολύ καλά μαζί, είχαν «δέσει» ως ζευγάρι, καθώς ταίριαζαν σε πολλά. Την είχε παρατήσει εξαιτίας ενός απωθημένου του, ενός υποτιθέμενου πάθους για μια κοπέλα που ούτε καν του έδινε σημασία. Άρχισε να αναλογίζεται εάν άξιζε τον κόπο να βασανίζει τη σκέψη του χρόνια ολόκληρα για μια κοπέλα που δεν τον ήθελε. Πραγματικά, η Σεμίνα ήταν ένα πολύ αξιόλογο κορίτσι, αλλά δεν ήταν και το κέντρο του κόσμου. Την είχε θεοποιήσει και είχε φτιάξει στο μυαλό του μια εικόνα για την ιδανική Σεμίνα, όπως εκείνος την είχε φανταστεί, όπως εκείνος την ήθελε. Πίστευε ότι η Σεμίνα ήταν η τέλεια γυναίκα, αλλά στην ουσία δεν την ήξερε τόσο καλά. Ήταν μόνο μια καλή του φίλη, τίποτα παραπάνω. Δεν μπορούσε, λοιπόν, να είναι απολύτως βέβαιος ότι θα ήταν αυτό το μοναδικό που αναζητούσε. Ίσως ήταν μόνο μια αυταπάτη που θα διαλυόταν ένα τελικά του έλεγε το πολυπόθητο «ναι». Ίσως ήταν ένα καπρίτσιο του. Ίσως ήταν απλώς ο εγωισμός που τον ωθούσε κοντά της. Επειδή τον είχε απορρίψει, είχε ασυνείδητα θέσει σκοπό να την κατακτήσει. Όσο του έλεγε «όχι», τόσο ήθελε να την κάνει δική του, για να αποδείξει στον εαυτό του ότι μπορεί να κερδίσει όποια γυναίκα θελήσει. Όσο δεν τα κατάφερνε, τόσο πεισμάτωνε και θύμωνε. Έμπλεξε τα ίδια του τα συναισθήματα και ταύτισε το πείσμα με το πάθος, τον εγωισμό με τον έρωτα. Σπατάλησε χρόνια σε έναν μάταιο έρωτα, σε μια ιστορία που δεν θα τον έβγαζε πουθενά.. Άφησε να φύγουν από δίπλα του κοπέλες που θα μπορούσαν να τον κάνουν πραγματικά ευτυχισμένο και κυρίως άφησε να του φύγει η Σαντάλ. Για πρώτη φορά συνειδητοποιούσε το λάθος του, του έλειπε ήδη η Σαντάλ και διαπίστωνε ότι στη ζωή του έπαιζε έναν πολύτιμο ρόλο. Απλώς ο φρικτός εγωισμός του δεν του επέτρεπε να δει καθαρά τα πράγματα. Ήθελε να κάνει μια ύστατη προσπάθεια προκειμένου να διορθώσει τα λάθη του και την ντροπή του να ταπεινώνεται άδικα στα μάτια μιας κοπέλας. Ένιωθε έντονα την ανάγκη να τρέξει στην Σαντάλ και να της εξηγήσει. Πώς, όμως, θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο; Την είχε πληγώσει με τον χειρότερο τρόπο και εκείνη δικαίως είχε χάσει την εμπιστοσύνη της στο πρόσωπό του. Την είχε προδώσει και με τα λόγια και με τις πράξεις του. Της είχε ζητήσει μια δεύτερη ευκαιρία και αποδείχθηκε ψεύτης σε ό,τι της υποσχέθηκε. Πώς μετά από όλα αυτά μπορούσε να της ζητήσει μια Τρίτη ευκαιρία; Θα ήταν μάταιος κόπος και θα την περνούσε για τρελό; Πώς θα της εξηγούσε ότι τη στιγμή που έφυγε, την ίδια στιγμή κατάλαβε ότι χάνει μια κοπέλα σπουδαίο; Το μόνο που θα κατάφερνε είναι να την εξοργίσει και να την κάνει να τον μισήσει περισσότερο. Μακάρι να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω και να φτιάξει τα πράγματα όπως ήθελε. Αλλά ήταν πολύ αργά πια…
Ο Χριστόφορος ξύπνησε στην αγκαλιά της Νάντιας. Δεν ήξερε εάν έπρεπε να δυσαρεστηθεί ή να ευχαριστηθεί με την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα, αλλά δεν είχε άλλο δρόμο να επιλέξει. Είχε ζητήσει από την Βίκυ να μην ξαναβρεθούν. Δεν μετάνιωσε για την απόφασή του. Θεωρούσε ότι είχε κάνει το σωστό. Η Νάντια του χαμογέλασε γλυκά, εκείνος την έσφιξε πάνω του. Την κοίταξε μέσα στα μάτια και ένιωσε καλά. Ήταν πολύ νωρίς για να νιώσει ερωτευμένος, όμως του άρεσε πολύ ως κοπέλα και κάθε μέρα που περνούσε και την γνώριζε καλύτερα, του άρεσε ακόμη περισσότερο. Ήθελε να είναι μαζί και όπου τον έβγαζε αυτή η ιστορία. Η Βίκυ πίστευε ότι ο Χριστόφορος είχε δίκιο αναφορικά με όσα της είχε πει το περασμένο βράδυ. Τα λόγια του, βέβαια, την είχαν πονέσει πολύ, είχαν καρφωθεί σαν μαχαίρι στην καρδιά της, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει. Δεν θα επεδίωκε να τον ξανασυναντήσει. Δεν είχε να του πει κάτι παραπάνω, επομένως δεν υπήρχε λόγος να παρατραβήξει μια ήδη φθαρμένη ιστορία. Ετοίμασε τις βαλίτσες της, το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει το συντομότερο δυνατό από το νησί. Στο μυαλό της η εικόνα του κυριαρχούσε. Ήταν, κατά περίεργο τρόπο, ανακουφισμένη, γιατί είχε εξωτερικεύσει τα συναισθήματα που την ταλαιπωρούσαν και κυρίως γιατί είχε πολλές και γλυκές αναμνήσεις να φυλάξει από έναν άνθρωπο που αγάπησε πραγματικά. Ένιωθε τυχερή που τον γνώρισε και ας είχαν εξελιχθεί διαφορετικά από ότι τα περίμενε οι καταστάσεις. Θα συνέχιζε τη ζωή της και θα έβρισκε πάλι τις ισορροπίες της.
Η Ισαβέλλα ξύπνησε με μια περίεργη διάθεση.
-Τι στο καλό έχει συμβεί στην παρέα μας Δημήτρη; Αυτή η εκδρομή πολύ περιπετειώδης αποδείχθηκε τελικά.
-Τι να σου πω; Δεν ξέρω.
Η Ισαβέλλα κοιτάζει τον Δημήτρη. Τον αγαπά απεριόριστα, είναι για κείνη άντρας, εραστής, σύντροφος, φίλος, αδελφός. Είναι με μια λέξη τα πάντα. Εάν τον χάσει, θα χάσει το νόημα της η ζωή. «Εκείνος άραγε νιώθει το ίδιο;» αναρωτιέται, καθώς του χαϊδεύει τρυφερά τα πυκνά μαλλιά. Τον τελευταίο καιρό την βασανίζουν υποψίες, γιατί τρέμει στην ιδέα ότι θα τον χάσει. Ο φόβος, μάλιστα, μήπως τον χάσει της έχει γίνει εμμονή. Την έχει φτάσει στο σημείο να γίνει πολύ νευρική και παράλογη. Ο Δημήτρης προσπαθεί μάταια να καταλάβει όλο αυτό τον καιρό από πού προέρχεται η πηγή του εκνευρισμού της. Εκείνη από την άλλη μεριά καταλαβαίνει ότι τον απογοητεύει, αλλά είναι σαν να έχει πέσει μέσα στο ποτάμι του φόβου και της καχυποψίας και να μην μπορεί να βγει ποτέ από εκεί. Το τηλέφωνο του δωματίου χτυπά. Το σηκώνει η Ισαβέλλα. Αφού το κλείνει, ανακοινώνει στον Δημήτρη:
-Το Σεμινάκι φεύγει απόψε το βράδυ.
-Κιόλας;
-Τι κιόλας; Έπρεπε ήδη να είχε φύγει, αλλά έμεινε για να μη χαλάσει την παρέα.
-Έτσι όπως έχουμε γίνει μαλλιά κουβάρια, δεν πιστεύω να συνεχίσει στην Αθήνα να υφίσταται αυτή η παρέα.
-Δεν είναι παράλογο; Ήρθαμε εδώ για να περάσουμε τέλεια, να ξεκουραστούμε και να διασκεδάσουμε όλοι μαζί και όπως ήρθαν τα πράγματα θα καταλήξουμε να μη μιλιόμαστε.
-Είναι πολύ άσχημο, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα.
-Η απαίσια πραγματικότητα. Αυτό όμως που περισσότερο από όλα με στεναχωρεί είναι ότι αυτή η κατάσταση κατά έναν περίεργο τρόπο επηρέασε και τη μεταξύ μας σχέση.
-Άρχισες πάλι τα ίδια. Εμείς τα ξεκαθαρίσαμε. Ό,τι έγινε έγινε και τελείωσε. Περάσαμε ίσως μια κρίση, είπαμε δυο λόγια παραπάνω ο καθένας, αυτό ήταν Άρχισες πάλι να αμφιβάλλεις για το πόσο σε αγαπώ;
-Δεν ξέρω.
-Τι δεν ξέρεις; Ισαβέλλα τι στο καλό σου συμβαίνει;
-Νιώθω ότι κάτι μου κρύβεις. Και όλα αυτά που μου έλεγες ότι και καλά σου εμφανίζω έναν άλλο εαυτό και τα λοιπά με έχουν τρομάξει.
-Πάω μια βόλτα.
-Πάλι φεύγεις;
-Δεν θέλω να αρχίσουμε τα ίδια. Είμαστε καλά, ας μην ξαναχαλάσουμε την ατμόσφαιρα, σε παρακαλώ. Πάω να περπατήσω λίγο, να πάρω και αέρα. Είναι αποπνικτικά εδώ μέσα.
-Πήγαινε. Θα κατέβω και εγώ όταν ετοιμαστώ.
Βγαίνοντας από το δωμάτιο ο Δημήτρης συνάντησε την Σεμίνα.
-Ώστε μας φεύγεις απόψε;
-Ναι, πρέπει να αρχίσουν οι πρόβες και δεν χωράει άλλη καθυστέρηση από την πλευρά μου.
-Είσαι καλά;
-Ευτυχώς. Με τον Έκτορα είμαστε στην καλύτερη φάση πιστεύω.
-Χαίρομαι που τα βρήκατε. Τι ώρα φεύγεις;
-Ταξιδεύω τα μεσάνυχτα.
-Θέλω να μιλήσουμε για το θέμα που σου έλεγα. Έχεις τώρα λίγο χρόνο;
-Πήγαινα να αγοράσω κανένα σάντουιτς να φάμε με τον Έκτορα και βιάζομαι να κάνω ένα μπάνιο. Θες να δώσουμε ραντεβού σε καμιά ώρα κάτω;
-Εντάξει, ας συναντηθούμε σε καμιά ώρα στην παραλία όμως.
-Οκ. Τα λέμε μετά.
-Τα λέμε.
Ο Δημήτρης αγκαλιάζει την Σεμίνα.
-Σε ευχαριστώ για όλα.
-Δεν έκανα τίποτα. Πρέπει να φύγω τώρα, γιατί έτσι όπως πάει το πράγμα δεν θα προλάβω το καράβι.
-Ναι, πήγαινε.

Η Σεμίνα περπατάει βιαστική το μονοπάτι που οδηγεί στο ξενοδοχείο. Μόλις έχει τελειώσει την κουβέντα με τον Δημήτρη. Ήταν μια πολύ ευχάριστη κουβέντα που της έφερε στο μυαλό αναμνήσεις του παρελθόντος. Πίσω από τα πυκνόφυλλα δέντρα βλέπει μια σκιά και ακούει ένα σούρσιμο ποδιών. Φοβάται. Ρίχνει μια φευγαλέα ματιά και επιταχύνει το βήμα. Το σούρσιμο γίνεται πιο έντονο. Η Σεμίνα έχει ένα κακό προαίσθημα. Ασυνείδητα αγγίζει το φυλαχτό που φορά στο λαιμό της. Βαδίζει γοργά. Τώρα κάποιος την ακολουθεί. Φοβάται να γυρίσει. Σχεδόν τρέχει, δεν προλαβαίνει όμως. Στρέφει το κεφάλι να δει ποιος είναι. Κοντοστέκεται. Είναι ένα πρόσωπο πολύ γνωστό. Η Σεμίνα τα χάνει.
-Τι γυρεύεις εσύ εδώ;
Δεν προλαβαίνει να πει τίποτα άλλο. Ένα μαχαίρι καρφώνεται μέσα στην καρδιά της. Το αίμα στάζει….
-Γιατί; ψιθυρίζει….
Αυτή είναι η τελευταία της κουβέντα, αλλά δεν θα το μάθει ποτέ, αφού ξεψυχά και φεύγει για το πιο μακρύ ταξίδι…

Η φωτογραφία έχει αντληθεί από την ιστοσελίδα:www.pamediakopes.gr

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s