Daily Archives: 09/08/2018

Εγκληματολογικά Αρχεία

Από την επίσημη σελίδα του ΚΕ.Μ.Ε. στο facebook:

Συνεχίζοντας τον εμπλουτισμό των εγκληματολογικών αρχείων του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, σας προσκαλούμε να μελετήσετε ακόμα δύο κείμενα του Ομότ. Καθηγητή κ. Αντώνη Μαγγανά (Antonis Maganas) – πολύ επίκαιρα και τα δύο – που μόλις αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα μας:

1.Το θέμα της αποζημίωσης των θυμάτων εγκλημάτων
2.Περί πορνείας

http://e-keme.gr/category/crime-files/

Συνεχίζουμε, δυναμικά, το έργο και τις δράσεις μας! Σας ευχαριστούμε από καρδιάς, γιατί είσαστε πάντα δίπλα μας!

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Ιστορίες ζωής

Κάποια μηνύματα αγγίζουν λίγο παραπάνω την καρδιά. Όπως αυτό που έλαβα σήμερα το απόγευμα στο mail μου. Μια ιστορία βαθιά συγκινητική. Η ιστορία ζωής ενός ανθρώπου που “έγραψε” τη ζωή του λάθος, γιατί έκανε εκείνες τις επιλογές που τον οδήγησαν σε αδιέξοδους δρόμους.

Ορισμένες φορές αρκεί μια στιγμή για να γκρεμιστεί μια ολόκληρη ζωή και χρειάζεται τόλμη και μεγάλη ψυχική αντοχή για να ξεκινήσεις από την αρχή και να χτίσεις από το μηδέν τα όνειρα.

Το ερώτημα είναι εάν από κάποια αδιέξοδα υπάρχει τρόπος διαφυγής, εάν υπάρχει δυνατότητα να ξεφύγεις από τη μοίρα, να “σπάσεις” την αλυσίδα που σου κόβει την ανάσα της ζωής; Με όλη τη δύναμη της ψυχής μου θέλω να πιστέψω ότι υπάρχει. Ότι η δύναμη της ανθρώπινης ψυχής και θέλησης είναι πιο ισχυρή από τη “Μοίρα” και ότι το βιβλίο της ζωής το γράφουμε μόνοι μας, με τις επιλογές μας και με τη δυνατότητα να αλλάξουμε την πορεία μας.

Είναι βέβαιο ότι ο φετινός Σεπτέμβριος θα ξεκινήσει αλλιώς…θα αναδείξουμε πολλές δυνατές ανθρώπινες ιστορίες, ιστορίες ζωής, μέσα από τις οποίες όλοι έχουμε να διδαχθούμε πολλά και σημαντικά….

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε την ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή

Γιώργος Σεφέρης “Άρνηση”

Σημείωση: μετά τη ζωή μας, ο ποιητής χρησιμοποιεί την περίφημη άνω τελεία.

Η ζωή μας, γεμάτη όνειρα, πόθους, πάθη, λάθη, ματαιώσεις και διαψεύσεις προσδοκιών. Γεμάτη στιγμές, ελπίδες και απογοητεύσεις. Γεμάτη χαμόγελα και δάκρυα, λύπη και χαρά, αγάπη και πόνο. Αυτή όμως δεν είναι η μαγεία της; Το ότι δεν περπατάμε σε μια ευθεία γραμμή, όπου όλα είναι δεδομένα και προδιαγεγραμμένα, αλλά ότι η ζωή μας επιφυλλάσει ανατροπές και μας δίνει την πολύτιμη ευκαιρία να μάθουμε από τα λάθη και τις αστοχίες μας, να μετατρέψουμε τις αποτυχίες σε επιτυχίες και να ζήσουμε τα όνειρά μας, για τα οποία ίσως αξίζει ακόμα και να αλλάξουμε ζωή….

Στο mail μου: kardaraa@gmail.com περιμένω τις δικές σας σκέψεις και τα δικά σας σχόλια για τα θέματα που παρουσιάζουμε.

Καλό βράδυ, αγαπημένοι μου!! Να περνάτε όμορφα, όπου κι αν βρίσκεστε!

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Κοινωνικά

Παρουσίαση της νέας μας δράσης

Παρουσίαση μιας ακόμα δράσης μας: καταγραφή ποινικών δικών.

Πρώτη παρουσίαση: Ποινική Δίκη – Επικίνδυνη σωματική βλάβη.

Βλ. σχετικά https://aggelikikardara.wordpress.com/2018/08/09/καταγραφή-ποινικών-δικών/

Ένα πολύτιμο υλικό για τους ασχολούμενους με το εγκληματικό φαινόμενο και βέβαια για τους δικαστικούς συντάκτες που παρακολουθούν, καταγράφουν τις εξελίξεις και ενημερώνουν το ευρύ κοινό για δίκες υψηλού ενδιαφέροντος.

Σας ευχαριστούμε θερμά για τη στήριξη και τα πολλά μηνύματα που μας στέλνετε!! Πάντα στη διάθεσή σας, για να απαντήσω στα ερωτήματά σας για τα θέματα που παρουσιάζουμε.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Ισχυρά διλήμματα, κρίσιμες αποφάσεις

Ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για τα μηνύματα και τα σχόλια που μου στέλνετε στο mail και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για το άρθρο που δημοσίευσα χθες στο blog μου και αναδημοσιεύεται στο bloko.gr με τίτλο “Θα μπορούσες να συγχωρέσεις έναν δολοφόνο;”. Ευχαριστώ, ασφαλώς, θερμά τον δημοσιογράφο Γιώργο Καραϊβάζ που με τιμά με τη “φιλοξενία” των απόψεων, σκέψεων και της δουλειάς μου, στο bloko.gr

http://www.bloko.gr/2018/08/blog-post_384.html#.W2rmil2sxQU

Από τα μηνύματα που έλαβα χθες και σήμερα το πρωί για το συγκεκριμένο θέμα, καταλαβαίνω ότι σας άγγιξε στην καρδιά, όπως και εμένα άλλωστε. Είναι ένα ζήτημα που αναμφισβήτητα λαμβάνει πολυσύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις και γι’ αυτό μας προβληματίζει εντόνως και μας οδηγεί σε φιλοσοφικού περιεχομένου σκέψεις που αφορούν την ανθρώπινη ψυχή και τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά σε κρίσιμες καταστάσεις. Είναι βέβαιο ότι η συμπεριφορά που υιοθετεί το άτομο για να αντιμετωπίσει εξαιρετικά δύσκολα ακόμα και τραγικής φύσεως γεγονότα αποκαλύπτει σημαντικά στοιχεία για την ψυχοσύνθεση και γενικότερα την ιδιοσυγκρασία του.

Αντιμέτωπο το άτομο με τόσο ισχυρά διλήμματα, καλείται σε πολύ δύσκολες καταστάσεις της ζωής του να ακολουθήσει έναν δρόμο που θα τον οδηγήσει τελικά στη προσωπική του “λύτρωση”. Η δύναμη της συγχώρεσης και η δύναμη της αγάπης είναι, ενδεχομένως, στοιχεία που πηγάζουν από την ανάγκη του ατόμου να συνεχίσει να ζει με λιγότερο ψυχικό πόνο και να ξεφύγει από τον ασφυκτικό εκείνο κλοιό που κρατά την καρδιά του “φυλακισμένη” στο παρελθόν, σε τραυματικά γεγονότα και στιγμές που θέλει να ξεχάσει.

Η ζωή συνεχίζεται. Ακόμα και με τις απώλειες. Ακόμα και με τις επώδυνες στιγμές που βιώνουμε και ο καθένας από εμάς καλείται να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα διαμορφώσει τη ζωή του, σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές, και πώς θα συνεχίσει να ζει και να δρα…

Ελπίζω, πάντως, να μη βρεθούμε ποτέ αντιμέτωποι με τόσο δυνατά διλήμματα. Αυτό όμως που αξίζει να κρατήσουμε όταν πρέπει να λάβουμε μια πολύ σημαντική για τη ζωή μας απόφαση είναι ότι η καρδιά μας γνωρίζει την αλήθεια, όσο κι αν εμείς αρνούμαστε να την δεχτούμε και να την αποδεχτούμε και γι’ αυτό, σχεδόν, πάντα μας οδηγεί εκεί που έχει ανάγκη να βρεθεί για να λυτρωθεί.

Όπως πάντα, περιμένω με μεγάλο ενδιαφέρον τα δικά σας μηνύματα στο mail μου: kardaraa@gmail.com για ζητήματα που θέλετε να αναδείξουμε.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Κοινωνικά

Καταγραφή ποινικών δικών

Καταγραφή ποινικών δικών. Ερευνήτρια: Μαρία Πατρώνα. Η έρευνα διεξήχθη το έτος 2008, στο μάθημα “Αντεγκληματικη πολιτικη” στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με Επιβλέποντα τον Ομ.Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Αντώνη Μαγγανά.

Ένα πολύτιμο υλικό που μου έστειλε ο Καθηγητής, με ιδιαίτερη χρησιμότητα για τους δικαστικούς συντάκτες που παρακολουθούν, καταγράφουν τις εξελίξεις και ενημερώνουν το ευρύ κοινό για δίκες υψηλού ενδιαφέροντος. Να σημειώσω ότι έχουν αφαιρεθεί όλα τα αναγνωριστικά στοιχεία, για λόγους δεοντολογίας.

Ποινική Δίκη – Επικίνδυνη σωματική βλάβη

Την (αναφορά στην ημερομηνία) εκδικάστηκε στο (…) η υπόθεση της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, παράνομης κατακράτησης και κλοπής με κατηγορούμενο τον (..)χρονο Έλληνα (…)

Το δικαστήριο αποτελούν η εισαγγελέας, οι τρεις εφέτες εκ των οποίων ο ένας είναι ο Πρόεδρος και η γραμματέας. Ο Πρόεδρος διαβάζει τα ονόματα των μαρτύρων και σημειώνει παρουσίες.

Πρώτη καταθέτει η παθούσα. Μια ευγενική, (χαρακτηρισμός) κοπέλα, (..)ετών. Στις (αναφορά στην ημερομηνία) ήρθε ο κατηγορούμενος στην πολυκατοικία όπου διέμενε η παθούσα ως υπάλληλος (αναφορά στην υπηρεσία) για να φτιάξει μια βλαβη της πολυκατοικίας.

(…)

Τελικά τον συνόδεψε η παθούσα. Ήταν ευγενική μαζί του, τον βοηθούσε και του κρατούσε το φακό όποτε χρειαζόταν. Όλα πήγαιναν μια χαρά μέχρι τη στιγμή που η κοπέλα του είπε ευγενικά ότι έπρεπε να φύγει για να πάει στη δουλειά της.

Τότε ο (…) την άρπαξε από το λαιμό και άρχισε να την χτυπά. Η παθούσα έπεσε κάτω, ενώ εκείνος συνέχισε να την χτυπά. Είχε δεν είχε τις αισθήσεις της. Ο (…) την άφησε μέσα, έκλεισε το φως και την κλείδωσε. Μετά από ώρα ήρθε η μητέρα της. Την μετέφεραν σε δημόσια κλινική, όπου εκεί τους είπαν πως δεν θα ζήσει και γι’ αυτό την μετέφεραν σε ιδιωτικό νοσοκομείο, καθώς είχε ιδιωτική ασφάλιση. Στο νοσοκομείο πήγε με εγκεφαλική διάσειση και νοσηλεύτηκε 4 μέρες. Ακόμα αναφέρει πως δεν βρέθηκαν τα σκουλαρίκια που φορούσε εκείνη τη μέρα και που ήταν δώρο του φίλου της. Αντίθετα τα άλλα κοσμήματα που φορούσε παραδόθηκαν από τους νοσηλευτές του νοσοκομείου στους συγγενείς της.

Η εισαγγελέας της κάνει διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις. Η κοπέλα απαντά λέγοντας ότι τα σκουλαρίκια ήταν ασφαλείας και δεν έφυγαν κατά τη μεταφορά της στο νοσοκομείο. Δεν ξέρει γιατί την χτύπησε, ούτε αν την χτύπησε με σκοπό να της κλέψει τα σκουλαρίκια. Όταν ήρθε ο (…) δεν ήταν εκνευρισμένος, αλλά ήρεμος. Επίσης, ανέφερε ότι έμεινε κλεισμένη στο υπόγειο για 20 λεπτά περίπου. Είχε τραύματα στο κεφάλι και σπασμένη μύτη.

Τον λόγο έχει ο συνήγορος κατηγορίας, ο οποίος λέει ότι ο (…) εκνευρίστηκε, επειδή η κοπέλα ήθελε να φύγει. Η κοπέλα λέει πως ήταν ευγενική μαζί του. Επίσης καταθέτει ότι δεν κλειδώθηκε η πόρτα από μόνη της, καθώς αυτή ήταν σαν πόρτα ντουλάπας, δηλαδή εάν δεν την κλείδωνε κάποιος έμενε αναγκαστικά ανοιχτή. Τέλος, λέει πως τα κοσμήματα που φορούσε της τα έβγαλαν και τους τα έδωσαν στη κλινική.

Τον λόγο παίρνει ο συνήγορος υπεράσπισης, ο οποίος είναι αρκετά επιθετικός προς την κοπέλα. Η παθούσα ξαναλέει ότι έπρεπε να φύγει για να πάει στη δουλειά της. Είχε σκοπό να πάει να φωναξει άλλο πρόσωπο ώστε να την αντικαταστήσει. Δεν πρόλαβε όμως, γιατί άρχισε να τη χτυπάει. Ο συνήγορος της λέει ότι για να της επιτέθηκε θα τον προκάλεσε. Η κοπέλα αρχίζει να κλαίει, λέγοντας πως δεν τον προκάλεσε. Ο συνήγορος αναφέρει πως και εκείνη του επιτέθηκε. Η παθούσα με έντονο τον τόνο της φωνής της του απαντά λέγοντας πως αφού την έπιασε από το λαιμό έπρεπε να κάνει κάτι για να αμυνθεί. Ο Πρόεδρος της λέει να ηρεμήσει και ότι όντως πέρασε δύσκολες στιγμές.

Ο συνήγορος επισημαίνει πως, ενώ στην πρώτη κατάθεσή της στην κλινική δεν αναφέρει τίποτα για τα σκουλαρίκια, στη δεύτερη, δύο μέρες αργότερα, αναφέρει. Εκείνη απαντά λέγοντας πως στην πρώτη κατάθεση δεν είχε τα σκουλαρίκια ως προτεραιότητα. Η κοπέλα κάθεται στο ακροατήριο και κάποιος δικός της προσπαθεί να την ηρεμήσει, γιατί κλαίει.

Φωνάζουν τη δεύτερη μάρτυρα κατηγορίας στην αίθουσα, που είναι η μητέρα της παθούσας. Η μητέρα γύρισε στις 11.30 η ώρα και κατέβηκε στο υπόγειο να αντικαταστήσει την κόρη της ώστε να μπορέσει η δεύτερη να πάει στη δουλειά. Όταν πήγε στο υπόγειο και άκουσε τη κόρη της να ζητά βοήθεια και να τη φωνάζει, της είπε να κάνει κουράγιο και θα φθάσει. Η μητέρα πήγε σπίτι να πάρει τα κλειδιά του υπογείου και είπε στον αρραβωνιαστικό της κοπέλας (που βρισκόταν εκείνη την ώρα στο σπίτι) τι συμβαίνει και κατέβηκαν. Η μητέρα κατέβηκε με το ανσασέρ, ενώ ο αρραβωνιαστικός με τα σκαλιά. Η μητέρα έφτασε πρώτη.

Όσον αφορά τα σκουλαρίκια, της τα έκανε δώρο ο αρραβωνιαστικός της. Η μητέρα ισχυρίζεται ότι δεν τα φορούσε όταν την είδε εκείνη τη στιγμή, επομένως ούτε στο νοσοκομείο θα έπεσαν. Η μητέρα αναρωτιέται γιατί είχε τόσο μένος ο κατηγορούμενος.

Η εισαγγελέας ρωτά τη μητέρα τι εξετάσεις έκαναν στη κόρη της και εάν υπάρχει πιθανότητα να χάθηκαν στη κλινική όταν της έβγαλαν τα κοσμήματα για να μπει στον τομογράφο και απλώς αργότερα δεν τα παρέδωσαν, μαζί με το σταυρό και το ρολόι. Η μάρτυς επιμένει πως έλειπαν από την ώρα που είδε την κόρη της στο υπόγειο. Η εισαγγελέας εύλογα την ρωτά πως είναι δυνατόν να πήγε το μυαλό της στα σκουλαρίκια τη στιγμή που η κόρη της αιμορραγούσε. Η μάρτυς απαντά λέγοντας ότι πήγε να τη σώσει και χωρίς να συνειδητοποιήσει τι βλέπει, πρόσεξε ότι έλειπαν τα σκουλαρίκια.

Η πολιτική αγωγή την ρωτά αν έψαξαν για τα σκουλαρίκια στο αυτοκίνητο του αρραβωνιαστικού (με το οποίο μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο) και στη διαδρομή από την πολυκατοικία ως το αυτοκίνητο. Ναι, απαντά εκείνη. Έψαξαν άλλοι και δεν βρήκαν τίποτα. Ακόμα και στην πολυκλινική ρώτησαν αλλά δεν ήταν. Ο συνήγορος ρωτά αν η πόρτα ήταν κλειδωμένη. «Όχι ίδιες ερωτήσεις» του λέει ο Πρόεδρος.

Τον λόγο έχει ο συνήγορος υπεράσπισης, ο οποίος ρωτά τη μητέρα πώς, ενώ είδε με τα μάτια της ότι τα σκουλαρίκια έλειπαν από τα αυτιά της κόρης της όταν ακόμα ήταν στην πολυκατοικία, μπήκε στη διαδικασία να ψάξει στο αυτοκίνητο και γιατί στην κλινική της έκανε εντύπωση που δεν ήταν μαζί με τα υπόλοιπα. Η μάρτυς απαντά λέγοντας ότι ήθελε να ακούσουν τα αυτιά της ότι δεν βρέθηκαν για να σιγουρευτεί ότι είδε σωστά. Ο συνήγορος την ρωτά πως είναι δυνατόν εκείνη τη στιγμή αντί να προσέξει τη κατάσταση του παιδιού της να εστιάσει στα σκουλαρίκια. Όλα με πείραξαν, απαντά η μάρτυς.

Ο Πρόεδρος φωνάζει τον επόμενο μάρτυρα κατηγορίας. Είναι ο αρραβωνιαστικός της κοπέλας. Γρήγορα του λέει και γελώντας συνεχίζει λέγοντας γι’ αυτό αργήσατε εκείνη την ώρα (να κατέβει δηλαδή στο υπόγειο). Ο αρραβωνιαστικός λέει πως έχει χωρίσει με την παθούσα. Εκείνη τη μέρα ήταν στο δωμάτιο της κοπέλας. Τον (…) τον είδε όταν ανέβηκε στο σπίτι της οικογένειας. Μια χαρά του φάνηκε ο άνθρωπος. Η μητέρα της κοπέλας τον πληροφόρησε για το ότι ήταν η κοπέλα κλειδωμένη και κατέβηκε. Τα σκουλαρίκια ήταν όντως δώρο δικό του και η παθούσα δεν τα έβγαζε ούτε στον ύπνο της. Όταν την είδε αιμόφυρτη, προσπάθησε να την ηρεμήσει. Εκείνη την ώρα διαπίστωσε ότι έλειπαν τα σκουλαρίκια και ότι τα αυτιά της ήταν ερεθισμένα από το τράβηγμα. Δεν γνωρίζει αν είχε πρόθεση να την κλέψει.

Η εισαγγελέας τον ρωτά αν έλεγξε κανείς αν ο (…) ήταν όντως υπάλληλος (..). Ο μάρτυρας απαντά πως από όσα του είπε η αρραβωνιαστικιά του φάνηκε να ξέρει τη δουλειά του. Πιστεύει πάντως πως δεν υπήρξε έντονη συζήτηση και ότι ούτε η παθούσα μίλησε άσχημα στον (…). Η παθούσα είναι πολύ ήρεμη. Με τον μάρτυρα είχαν (…) χρόνια σχέση. Ήξερε καλά τον χαρακτήρα της. Δεν θα έκανε κάτι που να προσέβαλε τον άλλον, ούτε θα του μιλούσε άσχημα.

Η πολιτική αγωγή ρωτά τον μάρτυρα αν η πόρτα ήταν κλειδωμένη και ποιος ανέλαβε το θέμα. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη, απαντά ο μάρτυρας. Όσο για την υπόθεση την ανέλαβε η αστυνομία. Τι έπαθε η παθούσα; Ο Πρόεδρος τον διακόπτει λέγοντάς του ότι αυτό θα απαντηθεί μέσω της ιατροδικαστικής απόφασης.

Τον λόγο έχει ο συνήγορος υπεράσπισης, ο οποίος ρωτά τον μάρτυρα γιατί πιστεύει πως ο κατηγορούμενος δεν έκλεψε και το σταυρό που φορούσε η κοπέλα. Ο μάρτυς απαντά λέγοντας πως η κοπέλα φορούσε ζιβάγκο και ο σταυρός δεν φαινόταν. Επίσης ερωτάται εάν η κοπέλα φορούσε βέρα. Απαντά πως δεν φορούσε. Ο συνήγορος τέλος τον ρωτά πόσο κόστιζε το δώρο. Κάπου 25.000-30.000 δραχμές, δεν θυμάται. Ο συνήγορος με επιθετικό ύφος του λέει «καλά δεν θυμάστε»; Τότε ο Πρόεδρος απαντά στον συνήγορο λέγοντά του πως ούτε και εκείνος θυμάται την αξία των δώρων που κάνει.

Σειρά έχει η τέταρτη μάρτυς, η (συγγενής) της παθούσας. Η μάρτυς δεν ήταν στο επεισόδιο. Πήγε στο νοσοκομείο όπου είδε το παραμορφωμένο πρόσωπο της. Στην αρχή η παθούσα δε την αναγνώρισε, γιατί είχε αίματα και κόκκινα μάτια. Τα σκουλαρίκια δεν τα έβγαζε από πάνω της. Πιστεύει πως και αν ακόμα τα έβγαζαν οι γιατροί θα τα είχαν τοποθετημένα μαζί με τα άλλα.

Στον συνήγορο υπεράσπισης αναφέρει η μάρτυς πως την είδε πρώτη φορά στο ιδιωτικό νοσοκομείο. Την μητέρα της την αναγνώρισε και της είπε για τα σκουλαρίκια. Την ίδια δεν την αναγνώρισε εξ’ αρχής. Ο συνήγορος της λέει ότι στην πρώτη κατάθεση δεν αναφέρει τίποτα για τα σκουλαρίκια. Την επόμενη μέρα, είπε για τα σκουλαρίκια. Δεν την ρώτησαν καν απαντά εκείνη επιθετικά λέει στον συνήγορο να μη την διακόπτει για να συνεχίσει. Ο συνήγορος πολιτικής αγωγής πάει να πει κάτι, αλλά τον διακόπτει ο Πρόεδρος λέγοντάς του «όχι τώρα».

Ο συνήγορος πολιτικής αγωγής παίρνει σε λίγο τον λόγο και λέει ότι η μάρτυς κατέθεσε την ημέρα του συμβάντος. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν, να κατέθεσε για περιστατικό που συνέβη την επόμενη μέρα! Αν αμφισβητείται ότι (..) του μήνα έγινε το περιστατικό να το αποδείξουμε σήμερα αναφέρει (λάθος ημερομηνία πρέπει να γράφτηκε στην ημερομηνία κατάθεσης).

Στην αίθουσα εισέρχεται η επόμενη μάρτυς κατηγορίας, η (συγγενής) της παθούσας. Το περιστατικό έγινε στις (…) Η ίδια ήταν στο (…) όταν της τηλεφώνησαν και της είπαν ότι κάποιος χτύπησε την (συγγενή) της. Αυτό που γνωρίζει είναι ότι ο (…) ήρθε να επιδιορθώσει μια βλάβη.(..) Επίσης γνωρίζει ότι την ώρα του επεισοδίου την πατούσε στο λαιμό για να μη μπορεί να αναπνεύσει και μάλιστα είχε σημάδι από τη σόλα των παπουτσιών του. Η παθούσα δεν έβγαλε τα σκουλαρίκια μόνη της,άλλωστε δεν ήταν σε θέση. Όταν πήγε στο νοσοκομείο είδε το πρόσωπό της παραμορφωμένο.

Στη συνέχεια στη συνομιλία της με τον συνήγορο υπεράσπισης πάει να πει τι ρούχα φορούσε η παθούσα την ημέρα εκείνη, αλλά ο Πρόεδρος την διακόπτει λέγοντάς της ότι δεν τους νοιάζει αυτό. Η μάρτυς λέει πως εκείνη δεν έψαξε το αυτοκίνητο του αρραβωνιαστικού, ούτε ξέρει αν το έψαξαν οι άλλοι. Πάντως γνωρίζει ότι καθάρισαν το αυτοκίνητο, γιατί ήταν μέσα στα αίματα. Στη συγκεκριμένη έδωσαν τα ρούχα οι νοσηλευτές και τα κοσμήματα. Ο συνήγορος υπεράσπισης ακούγοντας την κατάθεσή της λέει πως άλλα ισχυρίστηκε στο δικαστήριο το πρώτο. Ο Πρόεδρος λέει στη μάρτυρα να αποχωρήσει και πως θα τα εξετάσουν τα υπόλοιπα.

Ο επόμενος μάρτυρας που ήρθε να καταθέσει είναι αστυνομικός στο τμήμα (…). Αναφέρει πως ο (…) ήταν τοξικομανής και συνελήφθη για ναρκωτικά. Η παθούσα ήρθε στο τμήμα και τον αναγνώρισε. Για τα σκουλαρίκια δεν θυμάται τίποτα. Η εισαγγελέας ρωτά τον αστυνομικό πότε συνελήφθη ο (…). Ο (…) συνελήφθη 3 μέρες αργότερα για ναρκωτικά και όχι για ξυλοδαρμό και ληστεία.
Ο ένας από τους τρεις εφέτες ρωτά τον αστυνομικό εάν έχει συναντήσει περιστατικά ανθρώπων που υπό την επήρεια ναρκωτικών να αντέδρασαν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Όχι, απαντά. Δεν ξέρει να μας πει.

Ο συνήγορος της πολιτικής αγωγής ρωτά τον αστυνομικό πότε συνάντησε την παθούσα. Ο αστυνομικός είδε την κοπέλα πρώτη φορά όταν ήρθε στην υπηρεσία για την αναγνώριση. Αυτό έγινε στις (..) ενώ το περιστατικό συνέβη στις (…) του ίδιου μήνα. Ο συνήγορος ρωτά τον αστυνομικό πότε έγινε η πρώτη κατάθεση της κοπέλας. Ο Πρόεδρος νευριασμένος του απαντά λέγοντας «πού να θυμάται με τόσες υποθέσεις». Όντως, ο αστυνομικός δεν θυμάται.

Στη συνέχεια έρχεται και ο επόμενος μάρτυρας, ο οποίος είναι προϊστάμενος (…). Ο μάρτυρας αρχικά ξεκαθαρίζει ότι ο (…) ήταν υπάλληλος του (…) και δεν είχε καμία σχέση με (…). Αν το υπόγειο είναι ανοιχτό μπαίνουν και κάνουν τη δουλειά τους. Αν όχι, φεύγουν ή ζητούν από κάποιον να τους ανοίξει. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε ότι ο (…) ήταν τοξικομανής. Τον θεωρεί ακέραιο χαρακτήρα και «έπεσε από τα σύννεφα» όταν έμαθε για το περιστατικό. Του προκάλεσε έκπληξη η συμπεριφορά του (…) και δεν μπορεί να την εξηγήσει.

Η εισαγγελέας ρωτά τον μάρτυρα μήπως τον (…) τον εκνεύρισε το γεγονός ότι θα έπρεπε να ξαναέρθει. Δεν ξέρει, απαντά ο μάρτυρας. Πάντως ο ίδιος δεν θα εκνευριζόταν στη θέση του γιατί είναι πέντε λεπτών δουλειά. Εκείνος λέει πως θα ζητούσε τα κλειδιά, τα οποία φεύγοντας θα τα επέστρεφε.

Ο συνήγορος πολιτικής αγωγής τον ρωτά να του πει πως δικαιολογεί την πολύωρη παραμονή του (..) αφού ήταν πέντε λεπτών δουλειά. Ο μάρτυρας λέει πως δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε πάει και επιμένει ότι αρκούσαν πέντε με δέκα λεπτά για να διορθώσει τη βλάβη. Την περισσότερη ώρα συνήθως την χάνουν ώσπου να βρουν τον υπεύθυνο για τα κλειδιά. Τέλος αναφέρει πως την ημέρα εκείνη δεν είδε τον (..).

Ο συνήγορος υπεράσπισης λέει πως εκείνη τη μέρα κόπηκε το καλώδιο και γι’ αυτό ο (…) ανέβηκε στο διαμέρισμα για να πάρει τηλέφωνο. Είναι μέρος της δουλειάς του αυτό, ρωτά ο συνήγορος. Ο μάρτυρας δεν ξέρει και λέει ας ρωτήσουμε τον κατηγορούμενο. Κάτι το οποίο δεν επιτρέπει ο Πρόεδρος.

Ο κατηγορούμενος καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης παρακολουθεί αμίλητος και ήσυχος τα όσα λέγονται. Η παθούσα από την άλλη κάθεται με την οικογένειά της και παρακολουθούν τη δίκη. Η μητέρα της τής κρατά το χέρι, ενώ άλλες στιγμές της χαϊδεύει την πλάτη. Πολλές φορές μιλούν μεταξύ τους.

Ο Πρόεδρος στη συνέχεια διαβάζει το ιατροδικαστικό πόρισμα. Δεν υπάρχει εικόνα κατάγματος. Επίσης υπάρχουν τέσσερεις φωτογραφίες της κοπέλας και τέσσερεις φωτογραφίες του χώρου όπου συνέβη το περιστατικό. Η εισαγγελέας έχει δει τις φωτογραφίες, οπότε τις κοιτούν οι υπόλοιποι δικαστές.

Ο συνήγορος προσκομίζει έγγραφο που φανερώνει ότι ο (..) κάνει χρήση χασίς από 15 χρονών. Επίσης άλλο ένα έγγραφο που πιστοποιεί ότι ο (…) έχει νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική έχοντας κατάθλιψη. Στο ιστορικό του έχει μια απόπειρα αυτοκτονίας με δηλητηρίαση. Ο συνήγορος δίνει στον Πρόεδρο το σημείωμα που είχε αφήσει στη μητέρα του (πριν από την απόπειρα αυτοκτονίας).

Σειρά έχει η μάρτυς υπεράσπισης, η μητέρα του (..). Η μητέρα δηλώνει ότι δεν γνώριζε πως το παιδί της παίρνει ουσίες, ούτε για το περιστατικό. Ο γιος της τής είπε ότι το έκανε πάνω στην «αυτή» του. Ποια αυτή ρωτά ο Πρόεδρος. Πάνω στην ναρκωτική επήρεια απαντά η μητέρα. Ο Πρόεδρος της απαντά λέγοντας «μα, την σακάτεψε». Η μητέρα λέει ότι τσακώθηκαν και χτυπήθηκαν. Επίσης ισχυρίζεται ότι δεν την κλείδωσε. Ζητά συγγνώμη. Ποτέ δεν έχει πειράξει κανέναν και τίποτα το παιδί της. Πρόσφατα, λέει, ότι πάντρεψε την κόρη της και από τα δώρα δεν πείραξε τίποτα. Δεν τον υπερασπίζεται επειδή είναι παιδί της, αλλά επειδή υπάρχει και Θεός. Αναφέρει πως είχαν οικονομική ανάγκη, ο γιος της έπαιρνε το μισθό και τον έδινε σε εκείνη. Τέλος επισημαίνει ότι η παθούσα ζητούσε από το γιο της 110.000 ευρώ αποζημίωση και ένα χρόνο φυλάκιση.

Ο συνήγορος της πολιτικής αγωγής την ρωτά να τους πει τι ακριβώς ξέρει για το περιστατικό. Εκείνη ντρέπεται να πει. Ο Πρόεδρος της λέει να πει. Εκείνη διστάζει και δεν θέλει να πει. Ο Πρόεδρος επιμένει. Τότε λέει ότι η παθούσα είπε στο γιο της «τελείωνε βρε μαλ… να φύγω και του έδωσε μια στα γεννητικά του όργανα. Η παθούσα γελάει ακούγοντας αυτά. Ο Πρόεδρος την ρωτά «μα τέτοια οικειότητα»; Η μητέρα απαντά λέγοντας πως και εκείνη παρ’ όλο που είναι μεγάλη την βρίζουν όταν για παράδειγμα οδηγεί. Στην αργκό των νέων την ρωτά ο Πρόεδρος. Ναι, απαντά εκείνη.

Ο συνήγορος πολιτικής αγωγής την ρωτά κάτι. Εκείνη δεν γνωρίζει και του απαντά λέγοντας «ναι, μωρέ κύριε συνήγορέ μου. Δεν μου τα λέει και όλα το παιδί μου, δεν μιλάει».

Στη συνομιλία που έχει με τον συνήγορο υπεράσπισης, η μητέρα αναφέρει ότι ο γιος της τελείωσε το (…) λύκειο και είναι (…). Δούλευε (…) για δύο χρόνια. Πήγε στο (…) να πάρει ναρκωτικά και εκεί τον έπιασαν αυτόφωρο. Ακόμα η μητέρα αναφέρει ότι πήρε τηλέφωνο τη μητέρα της παθούσα για να της ζητήσει συγγνώμη και η τελευταία της μίλησε με το πιο άσχημο τρόπο και ορκίζεται γι’ αυτό στο Ευαγγέλιο. Τότε ο Πρόεδρος της απαντά, πως καλά της έκανε γιατί την κατέστρεψαν. Ναι, και έχει δίκιο του απαντά η μάρτυς. Τέλος λέει πως το παιδί της κάνει προσπάθειες να απεξαρτοποιηθεί. Ο Πρόεδρος της λέει να φύγει. Εκείνη όμως συνεχίζει. Τότε ο Πρόεδρος της φωνάζει: «καλά σας λέει ο Πρόεδρος να φύγετε και εσείς συνεχίζετε»;

Έρχεται η επόμενη μάρτυς υπεράσπιση. Η γυναίκα αυτή ήταν καθηγήτρια του (..) τρία χρόνια στο γυμνάσιο. Λέει στο δικαστήριο ότι ο (..) ήταν άψογος χαρακτήρας. Καλό, ήσυχο παιδί και καλός μαθητής. Μένουν στην ίδια περιοχή. Όλος ο σύλλογος των καθηγητών δεν μπορεί να πιστέψει πως ο (..) έμπλεξε στα ναρκωτικά. Ο Πρόεδρος την ρωτά αν ξέρει ότι έκλεψε ο (…) τα σκουλαρίκια. Δεν υπάρχει περίπτωση απαντά εκείνη. Πώς το ξέρεις, την ρωτά ο Πρόεδρος. Αυτή απαντά λέγοντας πως θα είχε φανεί τόσα χρόνια που τον ξέρει εάν είχε την τάση. Ποτέ δεν θα πίστευε ότι ο (…) θα έπαιρνε ξένο πράγμα.

Η εισαγγελέας της επισημαίνει ότι αφού τον γνώριζε δέκα χρόνια πιο πριν, άρα δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το τι κάνει σήμερα. Η μάρτυς λέει ότι μένουν στην ίδια γειτονιά και ότι μαθαίνει για εκείνον, μιλάνε και τον συμβουλεύει.

Στον συνήγορο πολιτικής αγωγής λέει πως δεν πιστεύει ότι ξεκίνησε τα ναρκωτικά στα 15 του χρόνια. Ωστόσο αφού το παραδέχεται ο ίδιος ενδεχομένως να είχε πάρει και εκείνος. Άλλωστε, καταθέτει, ότι απ’ έξω από το σχολείο οι αθίγγανοι πουλούσαν φούντες. Ο διπλανός μου στο ακροατήριο έτυχε να είναι αθίγγανος και άρχισε να παραμιλά και να παραπονιέται λέγοντας πως για ότι άσχημο γίνεται κατηγορούν τους τσιγγάνους. Μάλιστα αφού η μάρτυς έκατσε, της παραπονέθηκε ώστε άλλη φορά να μη γενικεύει.

Τέλος ήρθε ως μάρτυρας υπεράσπισης, ο εργοδότης του (…). Δεν έχει παρατηρήσει δείγματα νευρικότητας στον (…). Η εισαγγελέας τον ρωτά αν ήξερε ότι είναι χρήστης. Ο μάρτυρας το γνώριζε καθώς επίσης και ότι παρακολουθούσε πρόγραμμα απεξάρτησης.

Στον συνήγορο υπεράσπισης ο μάρτυρας λέει πως δεν ξέρει λεπτομέρειες για το περιστατικό παρά μόνο ότι ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Όσο για τα σκουλαρίκια λέει πως στο πρώτο δικαστήριο είχε ακούσει ότι ένα ήταν το σκουλαρίκι. Ο Πρόεδρος του λέει γελώντας πως οι γυναίκες συνηθίζουν να φορούν δύο σκουλαρίκια.

Ήρθε η στιγμή της κατάθεσης του κατηγορούμενου. Ο (…) είναι αδύναμος, κάτι το οποίο φανερώνει η φυσική του κατάθεση και ο τόνος της φωνής του. Εκείνη τη μέρα, λέει, πήγε κανονικά στη δουλειά του. Η κοπέλα του είπε ότι δεν μπορούσε να κάτσει περισσότερο. Εκείνος της πρότεινε να βρουν κάποιον άλλο να κάτσει μαζί του. Τότε πήγαν να βρουν τον άλλο διαχειριστή, ο οποίος δεν μπορούσε να καθίσει. Πήγε όντως στο διαμέρισμα για να πάρει τηλέφωνο στην υπηρεσία του. Πριν πάει να δουλέψει είχε κάνει χρήση και είχε πιει τσιπούρα. Τη στιγμή που δούλευε, του λέει η παθούσα «πάω να φύγω, άει στο δ…, βαρέθηκα» και πάει να φύγει. Τότε ο (…) την έπιασε από το χέρι, εκείνη τον βάρεσε και έγινε ότι έγινε. Ο (…) ήταν τότε υπέρβαρος και ισχυρίζεται ότι δεν την πάτησε στο λαιμό και πως αν την πατούσε ένα άτομο που ζύγιζε τόσα κιλά θα την είχε σκοτώσει. Ο Πρόεδρος του απαντά λέγοντας πως η κοπέλα φόρεσε κολάρο.

Συνεχίζει την κατάθεσή του λέγοντας πως εκείνη την ημέρα πήρε απο την υπηρεσία του 1000 ευρώ. Από το φόβο του πήρε τα χρήματα και εξαφανίστηκε από το σπίτι για 4 μέρες. Όσο για τα σκουλαρίκια δεν θυμάται καν αν η παθούσα τα φορούσε. Εκείνη την ώρα μέσα στον πανικό του δεν έβλεπε τίποτα. Όσο για τα όσα ισχυρίζεται εκείνη, θεωρεί ότι την έχει δασκαλέψει ο δικηγόρος της. Σε λίγο, λέει ο (…) θα πείτε ότι έκανα και φόνο. «Ελάτε» του λέει ο Πρόεδρος. Όταν είδε τα αίματα έφυγε από το φόβο του. Όσο για την παραμονή του στο αστυνομικό τμήμα, αναφέρει ότι τον έκαναν μαύρο στο ξύλο. Τέσσερεις μέρες λέει τον βαρούσαν. Ο αστυνομικός μάλιστα του έλεγε ότι θα τον κάνει άντρα. Ούτε φαγητό από αυτό που του έστελνε η μητέρα του δεν του έδιναν.

Η εισαγγελέας τον ρωτά για τα σκουλαρίκια. Εκείνος της απαντά λέγοντας πως τον άλλο το κοιτά στα μάτια και όχι στα αυτιά. Δεν θυμάται τίποτα για τα σκουλαρίκια. Όσο γιατί δεν πήγαινε κάποια άλλη μέρα, έχει να πει ότι έπρεπε να παραδώσει στον προϊστάμενο τα χαρτιά από τις πολυκατοικίες που πήγαινε και δεν μπορούσε να του πει ότι δεν έκανε τη δουλειά του επειδή μία βιαζόταν.

Η εισαγγελέας τον κηρύσσει ένοχο για πρόκληση σωματικής βλάβης και μετατρέπει την κατηγορία της ληστείας σε παράνομη βία αφού εξανάγκασε την παθούσα να μείνει στο υπόγειο. Ο συνήγορος πολιτικής αγωγής συμφωνεί με την κατηγορία της σωματικής βλάβης. Είναι κάτι το οποίο αποδεικνύει και η ιατροδικαστική γνωμάτευση. Επισημαίνει ότι δεν υπήρχε πρόκληση της παθούσης. Πιστεύει πως πρόκειται για βαριά σωματική βλάβη καθώς ο (…) χτυπούσε τη παθούσα με μένος στο κεφάλι και θα μπορούσε να είχε χάσει τη ζωή της. Επίσης την επικίνδυνη σωματική βλάβη τη δικαιολογούν οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, οι μώλωπες, το κάταγμα στη μύτη και το γεγονός ότι αναγκάστηκε να χειρουργηθεί.

Επίσης πιστεύει ότι υπήρξε παράνομη κατακράτηση. Το κλειδί της πόρτας δεν βρέθηκε, το φως ήταν σβησμένο με γνώση και πλήρη συναίσθηση για την πράξη.
Δεν θα τον κατηγορήσει για τη χρήση τοξικών ουσιών. Ωστόσο θα επισημάνει πως ο (…) ήταν σε θέση να πάει στη δουλειά του, να διαπιστώσει ότι υπάρχει πρόβλημα, να τηλεφωνήσει στην υπηρεσία του για να τους ενημερώσει και να φύγει όταν έγινε το περιστατικό.

Ο κατηγορούμενος μιλά. Μη διακόπτετε, του λέει ο συνήγορος. Όσον αφορά τη ληστεία τώρα, η βία είχε άλλο σκοπό, πιθανόν έχουμε επιγενόμενο δόλο κλοπής. Η βία είναι το μέσο και ο τρόπος για την τέλεση άλλης πράξης. Υπάρχει προγενέστερη βία ως μέσο για την αφαίρεση. Εφόσον η βία χρησιμοποιείται επί ευκαιρίας ή ως μέσο, τότε έχουμε ληστεία. Το ότι υπάρχει η παράνομη βία είναι δεδομένο. Τα σκουλαρίκια, τα οποία είχαν και συναισθηματική αξία, δεν έβγαιναν από μόνα τους.

Κανένας δεν έχει λόγο να επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου με κλοπή. Αν ήθελε, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήθελε να την βιάσει. Και αν ακόμα υποθέσουμε ότι ήθελε να συμβουλευτεί κάποιον για να επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου μέσω των καταθέσεων, δεν μπορούσε γιατί δεν την είχε δει κανείς πριν καταθέσει. Ο συνήγορος εξηγεί πως Πέμπτη έγινε το περιστατικό, την Παρασκευή χειρουργήθηκε και το Σάββατο κατέθεσε. Ο (..). συνελήφθη την Δευτέρα για άλλο λόγο.

Ο Πρόεδρος του λέει να συντομεύσει. Ο συνήγορος κλείνει λέγοντας πως το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπ’ όψιν του τη βία που ασκήθηκε ως μέσο ή επί ευκαιρίας και είχε ως αποτέλεσμα να βρεθεί η παθούσα σε ημιλυπόθυμη κατάσταση και να ιδιοποιηθεί ο (…) παράνομη ιδιοκτησία, να την αφαιρέσει και να την κλέψει.

Ο συνήγορος υπεράσπισης θεωρεί καταστροφική την ποινή που θα του επιβληθεί αφού ο (…) είναι νέος και πρέπει να απεξαρτοποιηθεί. Εξηγεί ότι έχει μπλέξει από τα 15 του με ναρκωτικά, ενώ τα τελευταία 8 χρόνια με τα σκληρά ναρκωτικά. Επισημαίνει ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο και δεν έχει κάνει καμία αξιόποινη πράξη.

Συνεχίζει λέγοντας πως μοναδικοί μάρτυρες κατηγορίας είναι η οικογένεια. Δεν υπάρχει τρίτο άτομο όπου με αντικειμενική κατάθεση να μας δείξει την πραγματική διάσταση. Έχει συμφέρον η οικογένεια να επιβαρύνει τον (…) για να λάβει την αποζημίωση των 107.000 ευρώ για τη νοσηλεία τεσσάρων ημερών στο ιδιωτικό θεραπευτήριο.

Η μητέρα της κοπέλας κουνά ειρωνικά το κεφάλι. Ο κατηγορούμενος κοιτά με προσοχή τον συνήγορο. Η μητέρα του κατηγορουμένου κλαίει, φαίνεται να είναι σε κακή ψυχολογική κατάσταση. Ο συνήγορος λέει πως υπάρχει μηδενική αξιοπιστία αφού στην πρώτη κατάθεση η παθούσα δεν αναφέρει τίποτα για τα σκουλαρίκια ενώ στη δεύτερη κατάθεση τα αναφέρει για πρώτη φορά. Υπάρχουν πολλές αντιφάσεις. Η μητέρα κατέθεσε ότι κατάλαβε ότι λείπουν τα σκουλαρίκια όταν τη σήκωσε από το πάτωμα. Αφού όπως λέει η μητέρα είδε ότι έλειπαν, τότε γιατί έψαξε τα σκουλαρίκια στο αυτοκίνητο και ύστερα στη κλινική. Επόμενος μάρτυρας καταθέτει ότι το διαπίστωσαν στο νοσοκομείο.

Έχω την αίσθηση ότι το δικαστήριο έχει κουραστεί και τον παρακολουθούν με δυσκολία. Ο ένας εφέτης κοιτάζει την ώρα. Επιπλέον κανείς άλλος δεν καταθέτει ότι η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Άρα μπορεί να είναι κατασκεύασμα της οικογένειας. Εφεύρημα εκτός από το κλείδωμα της πόρτας, μπορεί να είναι και το θέμα των σκουλαρικιών.

Ο Πρόεδρος τον παρακαλά να συντομεύσει. Ο συνήγορος λέει πως ο (..) είναι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Πριν πάει στη δουλειά είχε πάρει τη δόση του και είχε πιει τσίπουρα. Ο (…) απλά της έπιασε το χέρι για να μη φύγει. Εκείνη του έδωσε κλοτσιά στα γεννητικά του όργανα και από εκεί ξεκίνησε το συμβάν. Αυτός όταν συνειδητοποίησε τι έκανε έφυγε όπως –όπως. Δεν υπάρχει ούτε παράνομη κατακράτηση, ούτε και ληστεία.

Διακόπτεται η δίκη για να βγει η απόφαση. Ο κατηγορούμενος βγαίνει έξω με τη μητέρα του. Η αδερφή της παθούσας τον κοιτά με μισό μάτι. Στις 3.45 συνέρχεται το δικαστήριο. Ο (…) είναι ένοχος για κλοπή, παράνομη κατακράτηση και για επικίνδυνη σωματική βλάβη-ξυλοδαρμό. Η εισαγγελέας προτείνει 1 έτος ποινή φυλάκισης για την κλοπή, 1 έτος για παράνομη κατακράτηση και 3 έτη για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Οι εφέτες προτείνουν 6 μήνες ποινή φυλάκισης για τη κλοπή, 6 μήνες για παράνομη κατακράτηση και 3 έτη για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Σύνολο 4 έτη. Να του αφαιρεθεί ο χρόνος κράτησης. Έχει κρατηθεί 1,2 μέρες.

Ο συνήγορος υπεράσπισης κάνει αίτημα μετατροπής και αναστολής της ποινής. Η εισαγγελέας απορρίπτει το αίτημα μετατροπής, καθώς και της αναστολής. Τελικά όμως αποφασίζεται η έφεση να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ο Πρόεδρος λέει στον (…) πως αν δεν είχε λευκό ποινικό μητρώο, θα πήγαινε στη φυλακή. Η αναστολή είναι χωρίς όρους.

Θεωρώ ότι οι δικαστές δέχτηκαν το αίτημα της αναστολής όντας επηρεασμένοι από τη βεβαρημένη κατάσταση της υγείας του (…) εξαιτίας της χρήσης ναρκωτικών. Με την απόφασή τους, του δίνουν την ευκαιρία να μπορέσει να θεραπευτεί και να ξεφύγει από τη μάστιγα των ναρκωτικών. Ο (…) χωρίς καμιά ιδιαίτερη αλλαγή στη συμπεριφορά του βγαίνει από την αίθουσα με αστυνομική συνοδεία και με τη μητέρα του να ακολουθεί. Η παθούσα και οι συγγενείς της συζητούν σκεπτικοί το αποτέλεσμα. Ήρεμοι και μιλώντας μεταξύ τους βγαίνουν και εκείνοι από την αίθουσα.

Ακολούθως, καταγράφω μέρος από τα γενικά συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η ερευνήτρια.

“Στο κεφάλαιο αυτό θα παραθέσω συνολικά συμπεράσματα, τα οποία όμως δεν αντιπροσωπεύουν το σύνολο αλλά μόνο τις δίκες που παρακολούθησα. Μου προκάλεσε εντύπωση ο μεγάλος ή καλύτερα εξωπραγματικός αριθμός υποθέσεων που είναι να εκδικαστούν σε μία δικάσιμο.

(…)

Άλλο ένα θέμα που προκύπτει είναι αυτό της αναβολής μιας δίκης. Είναι παράξενο το πόσο γρήγορα το δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία της υπόθεσης και κάνει δεκτό το αίτημα αναβολής. Υπάρχουν υποθέσεις που έχουν πάρει δύο και τρεις φορές αναβολή. Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων συνηθίζουν να ζητούν αναβολή προσκομίζοντας στο δικαστήριο έγγραφο που αποδεικνύει ότι ο πελάτης τους απουσιάζει εξαιτίας σοβαρής ασθένειας. Κάτι το οποίο πολλές φορές είναι πρόφαση, γιατί δεν γίνεται σε τέτοιο μεγάλο ποσοστό να συμπίπτουν οι δικάσιμοι με την εμφάνιση ασθένειας των κατηγορουμένων.

(…).

Αξιοσημείωτες είναι και οι διακοπές που γίνονται κατά τη διάρκεια της δίκης. Οι διακοπές συνήθως κρατούν από δέκα λεπτά έως μισή ώρα. Ολόκληρες ώρες, λοιπόν, περνούν «ανεκμετάλλευτες». Το δικαστήριο ορισμένες φορές για να εξοικονομήσει χρόνο εξετάζει κατά τη διάρκεια της διακοπής τα στοιχεία της επόμενης δίκης. Αφ’ ενός δεν είναι καλό που, ενώ έχει μείνει μια υπόθεση στη μέση ανοίγουν το φάκελο της επόμενης, αφ ‘ετέρου όμως έτσι όπως είναι τα «πράγματα» δεν μπορεί να γίνει αλλιώς γιατί οι υποθέσεις είναι πολλές και περιμένουν…

Όσον αφορά τα πρόσωπα που λαμβάνουν μέρος σε μια δίκη: Οι δικαστές είναι εκείνοι που έχουν την εξουσία και ορίζουν την κατάσταση στο πλαίσιο μιας δίκης. Οι κατηγορούμενοι «κρέμονται από τα χείλη» των δικαστών, αφού οι δεύτεροι αποφασίζουν για τη τύχη των πρώτων. Οι κατηγορούμενοι δείχνουν να τους φοβούνται περισσότερο απ’ ότι τους αστυνομικούς.

(…)

Οι ένορκοι του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου παρατήρησα ότι δεν συμμετέχουν ενεργά ή μάλλον δεν συμμετέχουν καθόλου κατά τη διάρκεια των δικών. Άλλοι από αυτούς είναι αδιάφοροι και άλλοι αυτό που θα λέγαμε «ψαρωμένοι». Ο ρόλος τους παραμερίζεται και υποβαθμίζεται από το ίδιο το δικαστήριο. Πολλές φορές ο εισαγγελέας ή οι συνήγοροι δηλώνουν ότι θα πουν ό,τι έχουν να πουν με πιο απλά λόγια για να γίνουν κατανοητοί από τους ενόρκους, οι οποίοι δεν διαθέτουν νομικές γνώσεις. Με αποτέλεσμα να έχουν οι δεύτεροι χαμηλή αυτοεκτίμηση και να μην έχουν το θάρρος της γνώμης τους. Παρακολουθούν σιωπηλοί την όλη διαδικασία, συμφωνώντας με τους δικαστές, τους οποίους αντιμετωπίζουν ως αυθεντίες.

Κάθε φορά που γινόταν η κλήρωση ένιωθα ότι αυτό γίνεται γιατί έτσι πρέπει να γίνει και αυτό γιατί η εκλογή των ενόρκων δεν επηρεάζει την έκβαση της δίκης. Οι ένορκοι εισπράττουν από τους δικαστές ένα αίσθημα μειονεξίας. Κάτι που κανονικά δεν πρέπει να συμβαίνει, γιατί οι ένορκοι μπορεί να έχουν δει και να έχουν ζήσει καταστάσεις στην καθημερινή τους ζωή που να τους καθιστούν ικανούς να χειριστούν μια υπόθεση καλύτερα και από τους δικαστές.

(..)

Οι κατηγορούμενοι κρατούν στάση ανάλογη της ιδιοσυγκρασίας τους. Δεν μπορούμε να γενικεύσουμε, γιατί ο καθένας από αυτούς έχει τον δικό του χαρακτήρα άρα και τη δική του συμπεριφορά στη διάρκεια της δίκης. Είδαμε άλλους που ήταν ψύχραιμοι, άλλους που έκλαιγαν και άλλον που ήταν αδιάφορος. Το κοινό τους στοιχείο είναι ότι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση γιατί η τύχη τους δεν είναι πια στο χέρι τους αλλά εξαρτάται από τους δικαστές.

Επίσης αξίζει να αναφερθεί ότι αρκετοί από τους κατηγορούμενους υπό περιοριστικούς όρους δεν εμφανίζονται στο δικαστήριο αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεών τους. Ακόμα είναι σημαντικό το γεγονός ότι πάρα πολλοί κατηγορούμενοι είναι μπλεγμένοι με τα ναρκωτικά. Οι συνήγοροι χρησιμοποιούν πολύ συχνά ως ελαφρυντικό στοιχείο το ότι οι κατηγορούμενοι είναι χρήστες και διέπρατταν ότι διέπρατταν υπό την επήρεια των ναρκωτικών. Εκτός αυτού, οι συνήγοροι επιδιώκουν τη μείωση της ποινής των κατηγορουμένων γνωρίζοντας ότι στις φυλακές θα είναι δύσκολο να θεραπευτούν.

Άλλο ένα στοιχείο είναι η ελλιπής ενημέρωση των κατηγορούμενων και των μαρτύρων για το τι θα ακολουθήσει κατά της δίκης. Κανείς δεν τους προετοιμάζει ψυχολογικά για το τι έχουν να αντιμετωπίσουν. Γι’ αυτούς τους λόγους βλέπουμε ξεσπάσματα από μέρους αυτών, όπως κλάματα, ευσυγκινησία, νευρικότητα, αφού δικαιολογημένα δεν αντέχουν τη ψυχολογική πίεση που τους ασκεί η όλη διαδικασία.

Ένα άλλο πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι οι υποθέσεις εκδικάζονται πολύ αργότερα, ακόμα και μετά από χρόνια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μη θυμούνται οι μάρτυρες ακριβώς τι είχε συμβεί στην υπόθεση. Για παράδειγμα υπήρχαν αστυνομικοί που είχαν κληθεί να καταθέσουν και δεν θυμόντουσαν στοιχεία της υπόθεσης αφού είχε περάσει καιρός και επειδή όπως έλεγαν πολλά είναι τα αντίστοιχα περιστατικά που αντιμετωπίζουν καθημερινά.

Επίσης πολλοί μάρτυρες καταθέτουν διαφορετικά στοιχεία σε σχέση με αυτά που είχαν δηλώσει σε προηγούμενες καταθέσεις που υπάρχουν στη δικογραφία, ισχυριζόμενοι ότι δεν θυμούνται ακριβώς τι είχαν καταθέσει παλιότερα γιατί έχει περάσει χρόνος.

(…)

Όσον αφορά τους αστυνομικούς, αυτοί είναι πρόσχαροι, ευγενικοί και φιλικοί προς τους κατηγορουμένους και τους υπόλοιπες συμμετέχοντες στη δίκη. Μου έδωσαν την εντύπωση ότι υπόκεινται στην εξουσία των δικαστών. Συνήθως πριν λάβουν κάποια πρωτοβουλία παίρνουν τη γνώμη των δικαστών.

Τέλος, στα δικαστήρια υπάρχει μειωμένη ακουστική. Πολλές φορές εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων υπάρχει και θόρυβος. Πράγμα το οποίο είναι αποσυντονιστικό και δεν επιτρέπει να γίνεται η εξέταση της υπόθεσης με τη δέουσα συγκέντρωση και προσοχή. Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς υπάρχει έλλειψη οργάνωσης με αποτέλεσμα η διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης να αποτελεί μια κουραστική έως ψυχοφθόρα διαδικασία.

Θα πρέπει, λοιπόν, ο καθένας να αφυπνιστεί και να συνειδητοποιήσει ότι το σύστημα της δικαιοσύνης αφορά όλους. Έτσι, λοιπόν, με ευσυνειδησία και ενδιαφέρον θα μπορούσαμε όλοι μαζί να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα και να βελτιώσουμε τις οργάνωσης και λειτουργίας του συστήματος της απονομής δικαιοσύνης”.

Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η ερευνήτρια είναι πολύ σημαντικά. Εστιάζω το ενδιαφέρον μου στον ρυθμό απονομής της ποινικής δικαιοσύνης που πρέπει να επιταχυνθεί σε τόσο σοβαρές υποθέσεις. Το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται έντονο στο επίπεδο των κακουργημάτων, πολλά από τα οποία δεν έχουν ακόμα δικαστεί σε πρώτο βαθμό, παρόλο που από το χρόνο τελέσεώς τους έχει παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο της 12ετίας!

Η χώρα μας ελέγχεται διαρκώς ως παραβαίνουσα αυξημένης τυπικής ισχύος επιταγές, που επιτάσσουν την εκδίκαση των υποθέσεων μέσα σε «λογική προθεσμία» (:άρθρο 6 § 1 εδ. α΄ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών – ΕΣΔΑ) και χωρίς «αδικαιολόγητη καθυστέρηση» (:άρθρο 14 § 3 περ. γ΄ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα – ΔΣΑΠΔ).

Ένα ακόμα μείζον θέμα που αφορά τη βραδύτητα της ποινικής διαδικασίας είναι η παράταση της ταλαιπωρίας του, ενδεχομένως αθώου, κατηγορουμένου, του οποίου η θέση πρέπει να ξεκαθαρίσει όσο το δυνατόν συντομότερα, σε ένα κράτος δικαίου.

Επίσης, ιδιαίτερης βαρύτητας και το θέμα που αναδεικνύει η ερευνήτρια σχετικά με τον θεσμό των ενόρκων, το οποίο μας έχει απασχολήσει στο postmodern.gr στο άρθρο με τίτλο O θεσμός των ενόρκων και οι πολλαπλές ανθρωποκτονίες που μπορείτε να διαβάσετε εδώ http://www.postmodern.gr/o-thesmos-ton-enorkon-ke-i-pollaples-anthropoktonies/

Αναμφίβολα, μια ακόμα πτυχή του θέματος που θα μπορούσαμε να αναδείξουμε είναι η τραυματική εμπειρία για τους παθόντες και τις παθούσες να βιώνουν ξανά στο δικαστήριο τις στιγμές που έζησαν και γι’ αυτό είναι αναγκαίο να υπάρχει η ανάλογη ευαισθησία και ο σεβασμός στο πρόσωπό τους και από τους δικαστικούς συντάκτες που καλύπτουν τη δίκη, με στόχο ασφαλώς την αποκάλυψη όλης της αλήθειας και την απονομή της δικαιοσύνης.

Εξίσου ο δικαστικός συντάκτης, όταν καλύπτει μια ποινική δίκη, υποχρεούται να έχει βαθιά γνώση των διαδικασιών που αφορούν την ποινική δίκη. Ο δικαστικός ρεπόρτερ, στο σημείο αυτό, θα μπορούσε να παρομοιαστεί με έναν ακροβάτη που κινείται σε τεντωμένο σκοινί και πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός ώστε να μη χάσει τις ισορροπίες και πέσει. Αυτό που εννοώ είναι ότι, καλύπτοντας την ποινική δίκη, ο δημοσιογράφος πρέπει να σεβαστεί το τεκμήριο της αθωότητας, να προστατεύσει ταυτόχρονα τα δικαιώματα του παθόντος/της παθούσας και να παρουσιάσει αντικειμενικά και τις δυο πλευρές και τα επιχειρήματά τους. Άρα, εύκολα συμπεραίνουμε πόσο λεπτές είναι οι ισορροπίες που πρέπει να κρατήσει ο δικαστικός συντάκτης και πόσο εύκολα μπορούν να χαθούν αυτές οι ισορροπίες, όπως συχνά βλέπουμε να γίνεται στην πράξη. Πιστεύω, ωστόσο, ότι εάν αποκτήσει την αναγκαία γνώση και κατανοήσει το πόσο σημαντικό είναι το έργο της ενημέρωσης του κοινού που έχει αναλάβει, θα μπορέσει και ο ίδιος να θέσει τα πράγματα στις σωστές τους βάσεις και να τα παρουσιάσει ως έχουν, δεδομένου ότι τα λάθη που γίνονται στο δικαστικό ρεπορτάζ δεν πηγάζουν μόνον από τις προσπάθειες εντυπωσιασμού του κοινού, αλλά κυρίως από την έλλειψη γνώσης.

Ο σύγχρονος δικαστικός συντάκτης πρέπει να επικαιροποιεί τη γνώση του και να ενημερώνεται για όλες τις αλλαγές που συμβαίνουν στο χώρο της δικαιοσύνης. Γιατί μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει να έχει κριτική προσέγγιση των πραγμάτων και να παρουσιάζει στο κοινό τα θέματά του ολοκληρωμένα και τεκμηριωμένα, καθώς τα ζητήματα που αφορούν τον νευραλγικό τομέα της δικαιοσύνης είναι εξαιρετικά σοβαρά και περίπλοκα, ειδικά για έναν δημοσιογράφο που δεν είναι παράλληλα νομικός.

Θα ολοκληρώσω το σημερινό άρθρο με την αναφορά σε μια σημαντική αρχή, την αρχή της δημοσιότητας των δικών, η οποία κατοχυρώνεται συνταγματικά στο άρθρο 93 παρ.2 και 3 εδ.α΄ του Συντάγματος , όπου ορίζεται ότι׃ «Οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή της οικογενειακής ζωής των διαδίκων», καθώς και ότι: «Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση».

Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 96§3, οι συνεδριάσεις των ειδικών δικαστηρίων ανηλίκων επιτρέπεται να μη διεξάγονται δημόσια αλλά και οι αποφάσεις τους είναι δυνατόν να μην απαγγέλλονται δημόσια. Από την αντικειμενική αυτή αρχή απορρέουν ατομικά δικαιώματα για τη δημόσια διεξαγωγή της δίκης.

Η δημοσιότητα της δίκης αποτελεί συστατικό στοιχείο του κράτους δικαίου, δεδομένου ότι μέσω της δημοσιότητας των δικών εμπεδώνεται το αίσθημα της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη και ενισχύεται το αίσθημα ευθύνης των λειτουργών της. Οι αξίες αυτές υπηρετούνται και από τη μετάδοση των δικών από τα ΜΜΕ, η οποία επιπρόσθετα συντελεί στην πληροφόρηση των πολιτών.

Η αρχή της δημοσιότητας κατοχυρώνεται και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να δικαστεί δημόσια και ορίζει ότι η απόφαση πρέπει να εκδοθεί σε δημόσια συνεδρίαση, ενώ προβλέπει και εξαιρέσεις με σκοπό την προστασία των ανηλίκων ή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων, τη διαφύλαξη της ηθικής, της δημόσιας τάξης ή της εθνικής ασφάλειας ή των συμφερόντων της δικαιοσύνης.

Όσον αφορά την ποινική δίκη, το άρθρο 329 παρ. 1 εδ.α΄ ΚΠΔ ορίζει ότι η συζήτηση στο ακροατήριο καθώς και η απαγγελία της απόφασης γίνεται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις. Το άρθρο 330 παρ. 1 ΚΠΔ εξειδικεύει ότι το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη διεξαγωγή της συνεδρίασης ή ενός μέρους της χωρίς δημοσιότητα και να απομακρύνει τους ακροατές, όταν η δημοσιότητα της συνεδρίασης θα είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή συντρέχουν ειδικοί λόγοι για την προστασία του ιδιωτικού ή οικογενειακού βίου των διαδίκων και ιδίως σε δίκη εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, αν η δημοσιότητα θα έχει ως συνέπεια την ιδιαίτερη ταλαιπωρία ή τον διασυρμό του θύματος και μάλιστα ανηλίκου. Στην περίπτωση αυτή, όπως ορίζεται στο άρθρο 330 παρ. 2 ΚΠΔ, το δικαστήριο, αφού ακούσει τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση και την απαγγέλλει σε δημόσια συνεδρίαση. Η δημοσιότητα στην ποινική δίκη διακρίνεται σε άμεση και έμμεση.

Άμεση δημοσιότητα είναι το δικαίωμα πρόσβασης του καθενός στην αίθουσα του δικαστηρίου. Αντίθετα, έμμεση δημοσιότητα είναι εκείνη που παρέχεται μέσω των ΜΜΕ. Η τήρηση της αρχής της δημοσιότητας εξυπηρετεί τον έλεγχο της απονομής της δικαιοσύνης από τους πολίτες, τονώνει την εμπιστοσύνη τους απέναντι στη δικαιοσύνη και ενισχύει ταυτόχρονα το αίσθημα ευθύνης των δικαστικών λειτουργών. Παράλληλα η δημοσιότητα εξασφαλίζει και την ανεξαρτησία του δικαστή απέναντι σε τυχόν έξωθεν πιέσεις. Από τη δημοσιότητα των ποινικών συνεδριάσεων, καθώς και από το γεγονός ότι οι δικαστικές αποφάσεις εκδίδονται «στο όνομα του λαού», εκκινεί και η δυνατότητα των ΜΜΕ να καλύπτουν τις ποινικές δίκες, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους πολίτες να παρακολουθούν αλλά και να ελέγχουν την διαδικασία έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων .

Προτού κλείσω, θα ήθελα να τονίσω ότι η έµµεση δηµοσιότητα, δηλαδή, η παρεµβολή των ΜΜΕ στην ποινική δίκη, έχει εγείρει αντιφατικές και αντικρουόμενες μεταξύ τους απόψεις, καθώς άλλοι είναι υπέρμαχοι και άλλοι την καταδικάζουν. Έγκριτοι μελετητές που έχουν ερευνήσεις εις βάθος το θέμα εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στα εξής προβλήματα που ανακύπτουν από τον τρόπο με τον οποίο οι δημοσιογράφοι του δικαστικού ρεπορτάζ παρουσιάζουν την ποινική δίκη:
• Την προσβολή της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των παραγόντων της δίκης, ειδικά του κατηγορουμένου και του παθόντος.
• Τη μετατροπή της δίκης σε reality show, το οποίο θα δίνει έμφαση στη δραματοποίηση με στόχο τον εντυπωσιασμό και όχι στην ουσία της υπόθεσης.
• Στη διατάραξη ολόκληρης της ποινικής διαδικασίας.
• Στον επηρεασμό της κοινής γνώμης και κατ’ επέκταση στον επηρεασμό των δικαστών, οι οποίοι όπως έχουν αποδείξει και σχετικές έρευνες δύναται να επηρεαστούν ψυχολογικά από τις πιέσεις των μίντια και να επιβάλλουν σκληρότερες ποινές για να «ικανοποιήσουν» το κοινό αίσθημα και κυρίως το «αδηφάγο» κοινό.

Όλα τα παραπάνω, δυστυχώς, στην πράξη έχει αποδειχθεί ότι ισχύουν. Ωστόσο, κρίνω ότι και σε αυτή την περίπτωση είναι στο χέρι του δημοσιογραφικού κόσμου και ιδιαίτερα των νέων και πεπαιδευμένων δικαστικών συντακτών να αλλάξουν τα κακώς κείμενα. Σαφώς, στο βωμό της τηλεθέασης και αναγνωσιμότητας, ο δικαστικός ρεπόρτερ μπορεί να προβεί στα παραπάνω ατοπήματα. Όσο όμως πιο ενημερωμένος είναι, τόσο καλύτερα θα μπορέσει να καλύψει την ποινική δίκη και να κερδίσει τις εντυπώσεις με το ουσιαστικό και ολοκληρωμένο ρεπορτάζ του. Ο δικαστικός συντάκτης που θέλει να κάνει τη διαφορά, θα συντάξει ένα εμπεριστατωμένο και τεκμηριωμένο ρεπορτάζ που θα καταγραφεί με γλαφυρότητα μεν την ποινική διαδικασία, αλλά όχι με άστοχες υπερβολές και με μεροληψία που παραβιάζει τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα όλων των παραγόντων της δίκης.

Συμπερασματικά, η ευθύνη του δικαστικού συντάκτη είναι μεγάλη, δεδομένου ότι πρέπει να ενημερώσει το κοινό αντικειμενικά κρατώντας τις ισορροπίες (λέξη-κλειδί η «ισορροπία»), χωρίς να ασκήσει πιέσεις και να επηρεάσει αρνητικά την ποινική διαδικασία, χωρίς να μεροληπτήσει υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς για οποιονδήποτε λόγο και χωρίς να παραβιάσει τα δικαιώματα των κατηγόρων και κατηγορουμένων ή να εισβάλλει απροκάλυπτα στην ιδιωτική τους σφαίρα, καταστρατηγώντας θεμελιώδη και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματά τους.

Τα στοιχεία για την ποινική δίκη αντλούνται από το βιβλίο μου: Καρδαρά, Α. (2017-πρόλογος: Καθηγητή Εγκληματολογίας, Γ. Πανούση) Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας για τον Αστυνομικό και Δικαστικό Συντάκτη, Αθήνα: Παπαζήσης.

Άλλη ενδεικτική Βιβλιογραφία

Θεολόγη, Β. (2011), Εγκληματικότητα και ΜΜΕ, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Πανούσης, Γ. (2008), Καθ’ Υπερβολήν Χρήσεις & Καταχρήσεις: Νόμοι, Αριθμοί & Εικόνες Κατασκευής Φόβων, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Brown, S. (2003), Crime and Law in Media Culture,Buckingham-Philadelphia: Open Univeristy Press .
R. L. Fox, R. W. Van Sickel, T. L. Steiger, (2007-2η έκδ.), Tabloid Justice: Criminal Justice in an Age of Media Frenzy, London: Lynne Rienne Publishers.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας