ΕΝΤΑΣΗ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ. ΕΠΙΘΕΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ ΩΣ ΜΕΣΟ ΕΚΦΡΑΣΗΣ


Το θέμα της μελέτης που πραγματοποίησα τα έτη 2010-2011 και συμπεριελήφθη το έτος 2013 στην Ευρωπαϊκή Εκστρατεία κατά του Σχολικού Εκφοβισμού φέρει τον τίτλο «Ένταση στο σύγχρονο σχολείο. Επιθετικές συμπεριφορές μεταξύ ανήλικων μαθητριών ως μέσο έκφρασης». Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη τη μελέτη εδώ https://www.scoop.it/t/heddishc και εδώ http://www.e-abc.eu/files/1/PDF/Announcements/announ_01_04_2013.pdf

Αντικείμενο διερεύνησης ήταν η επιθετική συμπεριφορά που εκδηλώνεται από μεμονωμένες μαθήτριες ή συνήθως ομάδες ανήλικων μαθητριών προς μία ή περισσότερες συμμαθήτριες τους, η οποία (συμπεριφορά) καταλήγει σε υβριστικά σχόλια και χειροδικία. Υπόθεση έρευνας ήταν ότι στο πλαίσιο του σύγχρονου σχολείου που αποτελεί τη μικρογραφία της κοινωνίας, ανήλικες μαθήτριες αντιγράφοντας κοινωνικά πρότυπα επιδεικνύουν μία επιθετική συμπεριφορά προσπαθώντας μέσω αυτής να εκφράσουν βαθύτερα συναισθήματα και ανησυχίες, τα οποία αδυνατούν να εκφράσουν με άλλους τρόπους. Η εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς καθίσταται σε αυτές τις περιπτώσεις ένα μέσο για να αποκτήσουν μεγαλύτερη ισχύ και δημοτικότητα μεταξύ των συμμαθητών τους και εκλαμβάνεται από τις ίδιες τις εμπλεκόμενες ως ένα αποτελεσματικό μέσο διεκδίκησης του δίκιου τους και επικοινωνίας με τις συμμαθήτριες τους. Συνεπώς, η βία «νομιμοποιείται» στα μάτια τους, εφόσον πιστεύουν ότι μέσω αυτής μπορούν να αμυνθούν, να προστατευτούν ή απλώς να διεκδικήσουν όλα όσα θεωρούν ότι τους ανήκουν.

Η μέθοδος που εφάρμοσα για τη συγκέντρωση του υλικού της έρευνάς μου, με τίτλο «Ένταση στο σύγχρονο σχολείο. Επιθετικές συμπεριφορές μεταξύ ανήλικων μαθητριών ως μέσο έκφρασης», βασίστηκε σε διαπροσωπικές επαφές με εκπαιδευτικούς δημοσίων σχολείων και 80 μαθήτριες ηλικίας 14-17 ετών δημοσίων Γυμνασίων και Λυκείων των Αθηνών. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε τα έτη 2010-2011. Αναμφίβολα, όπως εξ αρχής τόνισα στη μελέτη, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για φαινόμενο, δεδομένου ότι η εν λόγω μελέτη είναι μικρής κλίμακας. Αναφέρθηκα, επομένως, σε μία τάση που έχει αρχίσει να εκδηλώνεται και τόνισα ότι εάν δεν δοθεί η δέουσα προσοχή από την εκπαιδευτική κοινότητα και τους γονείς μπορεί να εξελιχθεί σε «μόδα» που –όπως κάθε μόδα- θα έχει μιμητές. Σε μία πρώτη φάση συνέταξα ερωτηματολόγια, τα οποία χρησιμοποίησα για να θέσω τους κύριους άξονες της έρευνάς μου. Σε δεύτερη φάση ήρθα σε επαφή με τους εκπαιδευτικούς και τις μαθήτριες και προχωρήσαμε σε μία εκτενή και μακρά συζήτηση σχετικά με το προς διερεύνηση θέμα, ώστε να καλύψουμε όλα τα ερωτήματα.

Τα καίρια ερωτήματα που με απασχόλησαν συνίστανται στα ακόλουθα σημεία:

Χρησιμοποιεί ένας αριθμός ανήλικων μαθητριών τη βία ως μέσο έκφρασης;

Για ποιους λόγους οι ανήλικες μαθήτριες καταφεύγουν στη βία ως μέσο έκφρασης; 

Ποιες ιδιαίτερες εκφάνσεις λαμβάνει η επιθετική συμπεριφορά μεταξύ των κοριτσιών;

Πώς αισθάνονται οι μαθήτριες όταν εμπλέκονται σε τέτοιες μορφές επιθετικές συμπεριφοράς;

Ποια είναι τα «θύματά» τους;

Έχουν υπάρξει και οι ίδιες θύματα επιθετικής συμπεριφοράς και πώς έχουν αντιδράσει; 

Αντιγράφουν την κοινωνική βία, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την τηλεόραση ή άλλα κοινωνικά πρότυπα;

Το πρώτο αξιοσημείωτο συμπέρασμα που προέκυψε από την έρευνα που πραγματοποίησα είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητριών που συμμετείχε στην έρευνα δήλωσε ότι έχει γίνει μάρτυρας έντονου καυγά μεταξύ μαθητριών, ο οποίος έχει καταλήξει σε χειροδικία. Ελάχιστες είναι οι μαθήτριες που απάντησαν αρνητικά, διευκρινίζοντας όμως ότι έχουν επίγνωση αυτής της τάσης. Πρέπει, ασφαλώς, να τονίσουμε ότι η πλειοψηφία των συμμετεχουσών στην έρευνα υποστήριξε ότι ανάλογοι έντονοι καυγάδες δεν είναι καθημερινοί, ούτε συχνοί. Το ανησυχητικό όμως είναι ότι οι μαθήτριες «θύματα» οδηγούνται σε αποξένωση από τη μαθητική κοινότητα και δυσκολεύονται να ενταχθούν στις ομαδικές σχολικές δραστηριότητες. Σε πιο σπάνιες περιπτώσεις έντονοι καυγάδες έχουν οδηγήσει σε τραυματισμούς, διότι μπορεί να χρησιμοποιηθούν ακόμα και σιδερογροθιές και ρόπαλα.

Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι οι μαθήτριες προβαίνουν σε ένα διαχωρισμό μεταξύ δύο «κατηγοριών»: των μαθητριών που «πουλάνε τσαμπουκά», χωρίς όμως να προχωράνε στη χειροδικία. Παραμένουν, δηλαδή, στα λόγια για να περάσουν στις συμμαθήτριες και τους συμμαθητές τους την εικόνα ότι είναι άγριες, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να είναι ακόμα και φοβισμένες. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι μαθήτριες που εμπλέκονται σε καυγάδες που περιλαμβάνουν τόσο λεκτική όσο και σωματική βία. Όσον αφορά τη «μέθοδο» που χρησιμοποιούν τα κορίτσια που εμπλέκονται σε καυγάδες, συνήθως κρατάνε την κοπέλα-θύμα από τα μαλλιά και με το γόνατο τους, της δίνουν μπουνιές σε ολόκληρο το σώμα. Μπορεί να την πετάξουν στο έδαφος και να την κλοτσάνε σε όλο της το σώμα, αποφεύγοντας συνήθως τα χτυπήματα στο κεφάλι.

Συχνά δημιουργείται «βεντέτα», καθώς η μία παρέα κυνηγά την άλλη και είναι έτοιμη να πλακώσει στο ξύλο η μία την άλλη. Ο «δίκαιος» αγώνας μεταξύ των κοριτσιών είναι μία προς μία, αλλά αρκετές φορές μεγάλος αριθμός κοριτσιών μπορεί να επιτεθεί σε ένα κορίτσι και το κορίτσι αυτό να καλέσει τα μέλη της δικής του παρέας και να δημιουργηθεί μία «βεντέτα». Όσον αφορά τους κυριότερους λόγοι για να ξεσπάσει ένας έντονος καυγάς είναι, όπως καταγράφηκαν από τις ίδιες τις μαθήτριες, πρώτον, η διεκδίκηση ενός αγοριού, τα «γκομενικά», όπως χαρακτηριστικά λένε.

Ειδικότερα, από τη συζήτηση με τις συμμετέχουσες στην έρευνα προέκυψε ότι είναι πολύ σημαντικό για την υπόληψή τους να «φυλάνε» το αγόρι τους, ακόμα και το τέως αγόρι τους, από άλλα κορίτσια. Είναι χαρακτηριστική η φράση που χρησιμοποιήθηκε από έναν αριθμό κοριτσιών «για τα αγόρια θα κάνω τα πάντα». Άλλωστε, στην περίοδο της εφηβείας ξεκινούν τα πρώτα καρδιοχτύπια και δημιουργούνται οι σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων. Πίσω, βέβαια, από αυτήν τη διεκδίκηση παρατηρούμε ότι σε πολλές περιπτώσεις κρύβεται ο ανταγωνισμός για το ποια είναι ποιο όμορφη και δημοφιλής. Ακριβώς αυτός ο ανταγωνισμός που υπάρχει μεταξύ των κοριτσιών, τα ωθεί σε εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς, με αφορμή πολλές φορές την καρδιά ενός αγοριού.

Ο δεύτερος σημαντικός λόγος για να ξεσπάσει ένας καυγάς είναι οι προσβολές. Πιο συγκεκριμένα, όταν μία μαθήτρια προσβάλλει, πολλές φορές ακόμα και με βρισιές, τη συμμαθήτρια της (συχνά για ασήμαντη αφορμή, όπως για τα ρούχα που φοράει, την εξωτερική της εμφάνιση, το γεγονός ότι αρέσει ή δεν αρέσει σε αγόρια κ.λπ.) ή τους γονείς, συγγενείς ή φίλους της, η μαθήτρια που έχει δεχτεί την προσβολή δύναται να αντιδράσει με βίαιο τρόπο, είτε μόνη της είτε καλώντας «ενισχύσεις», τα μέλη της δικής της παρέας.

Όσον αφορά τα μέρη στα οποία δύναται να λάβει χώρα ένας έντονος καυγάς μεταξύ κοριτσιών είναι τόσο το σχολείο, όσο και μέρη εκτός σχολείου, κυρίως πλατείες και αλάνες κοντά στο σχολείο. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι ορισμένες φορές ανάλογοι καυγάδες λαμβάνουν χώρα μπροστά σε εκπαιδευτικούς ή σε περαστικούς, οι οποίοι δεν αντιδρούν επαρκώς. Εδώ έγκειται, κατά την άποψή μου, η τεράστια ευθύνη της εκπαιδευτικής κοινότητας, η οποία οφείλει να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν της ότι το σύγχρονο σχολείο του 21ου αιώνα διαφοροποιείται σημαντικά από το παραδοσιακό σχολείο και ότι ο σύγχρονος μαθητής στο πλαίσιο της σκληρής και ανταγωνιστικής εποχής που διανύουμε, έχει αποκτήσει μία νέα κοσμοθεωρία, έχει πολύ έντονους προβληματισμούς και ανησυχίες, με συνέπεια να ψάχνει διέξοδο ακόμα και στη βία. Ο εκπαιδευτικός αντιμέτωπος με αυτήν τη νέα πραγματικότητα, οφείλει να είναι συνοδοιπόρος του νέου και όχι εχθρός του, ούτε παθητικός δέκτης.

Αρκετές μαθήτριες ανέφεραν ακόμα ότι το Facebook αποτελεί ένα πεδίο όπου μπορεί μία μαθήτρια να αρχίσει να βρίζει κάποια ή κάποιες συμμαθήτριες της και από αυτό το γεγονός να ξεσπάσει στο σχολείο ένας καυγάς. Πολλές φορές μάλιστα δίνουν ραντεβού για ξύλο μέσω Διαδικτύου. Αυτό όμως που μου προκάλεσε μεγαλύτερη αίσθηση είναι ότι και σε μεγάλα εμπορικά κέντρα, άγνωστα μεταξύ τους κορίτσια, αρχίζουν να καυγαδίζουν. Πιο συγκεκριμένα, ένα κορίτσι, εσκεμμένα, για να μπλέξει σε καυγά, επειδή «βαριέται και δεν έχει κάτι καλύτερο να κάνει», όπως αναφέρθηκε στην έρευνα, κοιτάζει ένα άγνωστο κορίτσι και προκλητικά του λέει, για παράδειγμα: «Πώς είσαι έτσι; Σε λυπάμαι!». Το κορίτσι που ακούει αυτήν τη φράση ή δεν θα αντιδράσει και θα σταματήσει εκεί η ιστορία, ή θα δώσει ραντεβού για ξύλο έξω από το εμπορικό, εκείνη ακριβώς τη στιγμή.

Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο της έρευνας είναι ότι τα κορίτσια που εμπλέκονται σε έντονους καυγάδες αισθάνονται μεν δημοφιλή και περήφανα όπως χαρακτηριστικά λένε «όταν πετύχουν το στόχο τους», αλλά συχνά φοβισμένα, ανίσχυρα και αναγκασμένα να δράσουν όπως δρουν, για να γίνουν αποδεκτά από την υπόλοιπη παρέα και γενικότερα από τη μαθητική κοινότητα. Το γεγονός αυτό δικαιολογείται, εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η ένταξη στην παρέα των ομηλίκων είναι στοιχείο εξέχουσας σημασίας για κάθε έφηβο, ο οποίος έχει την ανάγκη να αισθάνεται ότι ανήκει σε μία ομάδα και είναι αποδεκτός.

Η πίεση που ασκείται από τους συνομηλίκους (peer pressure) είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει έντονα τους ψυχολόγους και κοινωνιολόγους. Ένας συχνός μάλιστα φόβος τους είναι να μη χαρακτηριστούν «θύματα» και περιθωριοποιηθούν από τους συμμαθητές τους. Προτιμούν να είναι δυναμικές και να «πουλάνε τσαμπουκά» από το να τις χλευάζουν οι συμμαθητές τους. Δυστυχώς, η ίδια λογική επικρατεί στην κοινωνία, όπου οι ισχυρότεροι επιτίθενται στους αδύναμους. Το σχολείο ως μικρογραφία της κοινωνίας αποτυπώνει όλες αυτές τις αρνητικές συμπεριφοράς και αναπαράγει τα αρνητικά πρότυπα των ενηλίκων.

Ακόμα, μέσα από τη συζήτηση προέκυψε ότι οι μαθήτριες πιστεύουν πως η βία είναι πολλές φορές ο μοναδικός τρόπος για να διεκδικήσουν το δίκιο τους και να αμυνθούν. Εδώ οι ίδιες οι μαθήτριες κάνουν ένα διαχωρισμό μεταξύ των κοριτσιών που προκαλούν τον καυγά, για να τραβήξουν την προσοχή και των κοριτσιών που απλώς αντιδρούν για να υπερασπιστούν το δίκιο τους. Αυτό που πρέπει να μας προβληματίσει είναι γιατί έχει επικρατήσει η άποψη ότι «οι διαφορές λύνονται με τη βία»; Μήπως, επειδή ολόκληρη η κοινωνία είναι δομημένη στη βία, αναπαράγει και επικροτεί ανάλογα πρότυπα συμπεριφοράς; Οπότε, οι εκπαιδευτικοί σε συνεργασία με τους γονείς, πρέπει να δείξουν στους νέους ότι υπάρχουν πολύ πιο αποτελεσματικοί τρόποι επίλυσης των διαφορών. Ένα ακόμα σημείο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι κάποιες μαθήτριες –ακόμα και αυτές που δεν εμπλέκονται σε καυγάδες- δηλώνουν ότι ως ένα βαθμό επηρεάζονται από τη βία όπως αυτή αποτυπώνεται σε τηλεοπτικές εκπομπές, κυρίως ριάλιτι.

Όσον αφορά τη συμπεριφορά τους προς τις συμμαθήτριες με τις οποίες δεν είναι κοντά, οι περισσότερες μαθήτριες δήλωσαν ότι δεν θα ήθελαν να αλλάξουν κάτι, γιατί όπως υπογράμμισαν «είμαστε αυτές που είμαστε και σε όποιον αρέσουμε». Μαθήτριες με πιο χαμηλό προφίλ δήλωσαν ότι θα ήθελαν να είναι πιο κοινωνικές και να μπορούν να εκφράζουν με μεγαλύτερη ευκολία και άνεση τα συναισθήματά τους προς τις συμμαθήτριες τους. Θεωρούν, δηλαδή, ότι αν ήταν πιο δυναμικές και κοινωνικές, θα είχαν περισσότερες παρέες στο σχολείο. Επιπροσθέτως, ένας μικρός αριθμός συμμετεχουσών δήλωσε ότι έχει υποστεί βία, κυρίως λεκτική και ψυχολογική, από συμμαθήτριες και είτε έχει αντιδράσει ανάλογα, είτε έχει αποξενωθεί από τη μαθητική κοινότητα, γεγονός πολύ τραυματικό για την ψυχοσύνθεση του εφήβου.

Η πλειοψηφία των μαθητριών υποστήριξε ότι «δεν τολμάνε να με πειράξουνε», «δεν δέχομαι μύγα στο σπαθί μου», «θα με υπερασπιστεί η παρέα μου», «όταν πήγαν να με πειράξουν, απείλησαν ότι θα φωνάξω τη μάνα μου και με άφησαν». Σχετικά με τις απόψεις τους για την επίλυση των διαφορών μεταξύ κοριτσιών με έντονο τρόπο, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε χειροδικία, αν και οι περισσότερες ισχυρίζονται ότι είναι αποτελεσματικός, για να κερδίσουν ό,τι πιστεύουν ότι τους ανήκει (είτε αφορά ένα αγόρι, είτε την υπόληψή τους, είτε να υπερασπιστούν τη φίλη τους κ.λπ.), αρκετές είναι και όσες τον καταδικάζουν, με τις εξής χαρακτηριστικές φράσεις: «ανούσια, κουκλίστικη ηχορύπανση», «την κρίνω ανούσια, οπισθοδρομική, απολυταρχική και υποβιβαστική για το άτομο που επιβάλλεται με τέτοιο τρόπο», «πρέπει να σταματήσουν να τραβάνε την προσοχή για τον οποιονδήποτε λόγο», «Η βία δεν είναι λύση», «η ομαδική συζήτηση είναι η απάντηση».

Τέλος, ένα θετικό στοιχείο που προέκυψε από την έρευνα είναι ότι τα περιστατικά επιθετικότητας μειώνονται σημαντικά, όσο μεγαλώνουν οι μαθήτριες και επικεντρώνονται σε μεγαλύτερο βαθμό στις σπουδές τους. σε αυτό το σημείο πιστεύω ότι το να θέτει ο έφηβος ένα στόχο και να αγωνίζεται για να τον υλοποιήσει, είναι πολύ θετικό για την ωρίμανση και ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Γι’ αυτό πρεσβεύω ότι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να δώσουν οράματα και στόχους στους μαθητές και τις μαθήτριες και να τους διδάξουν την ευγενή άμιλλα και τη σπουδαιότητα της συνεργασίας και του ομαδικού πνεύματος. Πρώτα από όλα όμως πρέπει οι ίδιοι να αποτελέσουν τα πρότυπα προς μίμηση.

Εν κατακλείδι, οι συμμετέχουσες στην έρευνα θεωρούν ότι η εμπλοκή σε καυγάδες αποτελεί πρώτον, έναν τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους για να διεκδικήσουν αυτό που θεωρούν δίκαιο και δεύτερον, έναν τρόπο για να επιδείξουν τη δύναμή τους, να αποκτήσουν περισσότερους φίλους και κατ’ επέκταση να γίνουν πιο δημοφιλείς στο πλαίσιο του ανταγωνιστικού σχολείου. Μάλιστα, ισχυρίζονται ότι έχει γίνει «μόδα» το να είναι μία κοπέλα δυναμική, ατίθαση και να λύνει με το ξύλο τις διαφορές της! Η εικόνα της μαθήτριας «τσαμπουκάς», όπως χαρακτηρίζεται, προσελκύει το ενδιαφέρον και κερδίζει «πόντους» δημοτικότητας στο σχολείο του 21ου αιώνα, γεγονός που δεν πρέπει να μας αφήσει αδιάφορους.

Συμπερασματικά, το στοιχείο εκείνο που πρέπει κατά την άποψή μου να μας προβληματίσει εντόνως είναι η “νομιμοποίηση” της βίας, η αντίληψη ότι με “βία και τσαμπουκά λύνονται όλα τα προβλήματα”. Μια λογική που αναπαράγεται από το σύνολο της κοινωνίας και αντιγράφεται από τους ανηλίκους, στις διαπροσωπικές τους σχέσεις και εκφάνσεις της ζωής τους. Επομένως από το να επιρρίπτουμε μόνο ευθύνες, οφείλουμε να δείξουμε, ως γονείς και εκπαιδευτικοί, νέους δρόμους έκφρασης συναισθημάτων, νέους τρόπους διεκδίκησης του δίκιου και κυρίως να αυξήσουμε τις ευκαιρίες συνεργασίας και δημιουργικών δράσεων όλων των μαθητών στα σχολεία.

Αυτό σημαίνει αύξηση των καλών πρακτικών στα σχολεία, με στόχο να έρθουν τα παιδιά πιο κοντά, να γνωρίσει το ένα το άλλο, να επικοινωνήσουν μεταξύ τους θέτοντας στόχους, τους οποίους θα κληθούν από κοινού να υλοποιήσουν και να εξαλειφθούν τα περιθώρια υιοθέτησης βίαιων συμπεριφορών και περιθωριοποίησης παιδιών. Έγκαιρα να αντιληφθεί η εκπαιδευτική κοινότητα ότι ένα παιδί αισθάνεται μοναξιά και ότι χρειάζεται την καθοδήγηση των εκπαιδευτικών για να ενταχθεί στην ομάδα. Η ενίσχυση των ευκαιριών να λειτουργήσουν τα παιδιά ως ομάδα και ταυτόχρονα των ευκαιριών να συζητήσουν με ομάδες συμμαθητών τους και καθηγητών τους τα προβλήματα και τις ανησυχίες τους πιστεύω ότι θα επιφέρει θετικά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση του φαινομένου του στιγματισμού και της περιθωριοποίησης. Αναλυτικά οι προτάσεις μου στο άρθρο μου στο pm εδώ http://www.postmodern.gr/o-scholikos-ekfovismos-mporei-na-antimetopistei-omades-synergasias-se-kathe-scholeio/

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Εκπαιδευτικά, Ζητήματα Κοινωνικά

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.