Ανάλυση της συνέντευξης: η ψυχοσύνθεση ενός νέου που μπαίνει στον κόσμο της παρανομίας


Επανέρχομαι στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη της Αναστασίας Νάτση που πραγματοποιήθηκε το έτος 2013 στο μάθημα του Ομ.Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Αντώνη Μαγγανά, με τίτλο «Αντεγκληματική πολιτικη» και παρουσιάσαμε στο postmodern.gr και στη στήλη μου “Έγκλημα και Media” http://www.postmodern.gr/o-rolos-tis-pareas-me-paravatikoys-anilikoys-synenteyxi-me-apofylakisthenta/

Κρίνω σκόπιμο να εξετάσουμε ορισμένα αποσπάσματα της συνέντευξης που αποκαλύπτουν την ψυχοσύνθεση ενός νέου που ξεκινά να μπαίνει στους κύκλους της παρανομίας. Ο συνεντευξιαζόμενος ξεκίνησε τις παράνομες δραστηριότητες σε μια πολύ ευαίσθητη ηλικία, στην περίοδο της εφηβείας του, μόλις 14 ετών. “Όταν ήμουν 14 ετών στην παρέα κάναμε ασήμαντα πράγματα στην αρχή και κλοπές σε μαγαζιά με ρούχα. Κλέβαμε ψιλοπράγματα και δεν μας έπαιρναν είδηση ή τρέχαμε και δεν μας έπιαναν”. Αξιοσημείωτο είναι ότι αναφέρεται σε “ασήμαντα” πράγματα και “ψιλοπράγματα” προκειμένου να περιγράψει τις κλοπές του.

Μειώνει, με αυτό τον τρόπο, τη σοβαρότητα της πράξης του. Ασφαλώς σε αυτές τις δύσκολες ηλικίες της εφηβείας, οι συγκεκριμένες πράξεις -κλοπές από μαγαζιά και το “βράσιμο”, δηλαδή η πώληση της παράνομης λείας π.χ. κινητό (έκφραση «το σπρώχνω» και βγάζω παράνομα χρήματα) δεν είναι ασυνήθιστες, γιατί ο έφηβος συχνά δοκιμάζει τα όρια και τις αντοχές του και, με άγνοια κινδύνου, δύναται να εμπλακεί σε παράνομες δράσεις. Ο κίνδυνος αυτός μεγαλώνει, εάν ακολουθεί την παρέα του, εάν οι προσωπικές του αντιστάσεις είναι μειωμένες και παράλληλα απουσιάζει η επίβλεψη της οικογένειας, αλλά και η στήριξη του σχολείου και της εκπαιδευτικής κοινότητας (βλ. παλαιότερα άρθρα μου https://aggelikikardara.wordpress.com/2012/12/23/κλεπτομανία-στην-εφηβείαμαρτυρίες-π/ https://aggelikikardara.wordpress.com/2013/03/07/το-βράσιμο/).

Πολλά από αυτά τα παιδιά δεν θα έχουν εμπλοκή σε άλλες παράνομες δραστηριότητες, άλλα όμως θα μπουν ακόμα πιο βαθιά στον κόσμο της παρανομίας και θα συγκρουστούν έντονα με τον ποινικό νόμο, όπως ο νεαρός συνεντευξιαζόμενος.

Ας εξετάσουμε το “γιατί” ξεκίνησε ο συνεντευξιαζόμενος τις κλοπές, τους λόγους που αναφέρει ο ίδιος.

“Κυρίως για το «όνομα», για επίδειξη στην παρέα. Ήταν μαγκιά να κλέβεις και να μη σε πιάνουν. Αυτό γινόταν και στις άλλες παρέες από 14 ετών κλέβαμε τσάντες από γυναίκες. Δεν ήταν τόσο για τα χρήματα, γιατί συνήθως ήταν λίγα. Δεν το κάναμε για να βγάλουμε χρήματα, αλλά επειδή έπρεπε, για να είμαστε ένα «όνομα» στην παρέα, να έχουμε δύναμη και σεβασμό από τους άλλους. Έτσι έκαναν οι άλλοι, οπότε και εγώ και αυτό γίνεται γενικά από τότε που γίνεσαι 14 χρονών μέχρι 17 περίπου. Είναι οι βλακείες της ηλικίας”.

Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε πόσο σημαντικό είναι το “όνομα” στην παρέα. Η δράση του δεν ξεκίνησε για οικονομικό όφελος, αλλά για να αποκτήσει “δύναμη”, “σεβασμό” και να γίνει αποδεκτός από την παρέα του. Εδώ ακριβώς καταδεικνύεται η πολύ μεγάλη επίδραση που ασκεί η παρέα και πόσο σημαντικό είναι για τον κάθε έφηβο να κερδίσει τη θέση του στην παρέα και να γίνει αποδεκτός.

Τόση μεγάλη είναι αυτή η ανάγκη που ακόμα και η κλοπή λαμβάνει μια άλλη σημασία, γίνεται το μέσο για επίδειξη ισχύος και για να κερδηθεί ο σεβασμός από τα υπόλοιπα μέλη της παρέας. Επίσης, στο παραπάνω απόσπασμα διαπιστώνουμε την ισχυρή επίδραση του μιμητισμού “έτσι έκαναν οι άλλοι, οπότε και εγώ και αυτό γίνεται γενικά από τότε που γίνεσαι 14 χρονών μέχρι 17 περίπου”. Ο μιμητισμός είναι έντονος και εντός των καταστημάτων κράτησης, όπου ακολουθείς την ομάδα, προκειμένου να επιβιώσεις σε ένα πρώτο επίπεδο και σε ένα δεύτερο να αποκτήσεις σεβασμό που παίζει σημαίνοντα ρόλο στις φυλακές, όπως αναλύθηκε και στο άρθρο μου στο pm.

Όσον αφορά την επίβλεψη από την οικογένεια, ο συνεντευξιαζόμενος απαντά
“Ναι είχα, αλλά δεν ήξεραν τι γίνεται. Όλοι οι γονείς ανησυχούν, αλλά δεν ξέρουν πού μπλέκουν και τι κάνουν τα παιδιά τους”.

Η αδιαφορία, η απάθεια ή η αδυναμία των γονέων για μια σειρά λόγων (σοβαρότατα οικονομικά/ψυχολογικά/ψυχιατρικά προβλήματα, πολύ χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, δυσκολίες κοινωνικής προσαρμογής κ.ά.) αποτελούν αυξημένους παράγοντες κινδύνους, γιατί ειδικά στην εφηβεία ο νέος έχει ανάγκη την ουσιαστική επικοινωνία και στήριξη τόσο του οικογενειακού όσο και του σχολικού του περιβάλλοντος. Επίσης, σε αυτές τις περιπτώσεις βλέπουμε ότι υπάρχουν και συγγενείς που έχουν συγκρουστεί με τον ποινικό νόμο ή/και έχουν κάνει φυλακή “Ναι, έχω έναν ξάδερφο που μπήκε μέσα για ναρκωτικά. Ξέρω όμως και για αρκετούς μακρινούς συγγενείς και γνωστούς που μπήκαν μέσα για ναρκωτικά, ληστείες ακόμα και φόνους”, αναφέρει ο συνεντευξιαζόμενος.

Σχετικά με την ενασχόληση με τη διακίνηση ναρκωτικών, διαπιστώνουμε ότι εδώ έρχεται και το οικονομικό όφελος, το οποίο εξακολουθεί να συνδυάζεται με την ανάγκη για επίδειξη ισχύος, απαραίτητο στοιχείο για να ανήκεις στην ομάδα.

“Για επίδειξη αλλά και για τα χρήματα. Δεν θέλαμε να επιβαρύνουμε τους γονείς μας και ήταν ένας εύκολος τρόπος να βγάλεις λεφτά. Στην αρχή έκανα κάποιες παραδόσεις, τσιγάρα, δηλαδή βαποράκι. Μετά έκατσε η δουλειά και με πρότειναν για προπομπό. Δηλαδή θα φύλαγα «τσίλιες» σα να λέμε και δέχτηκα, επειδή θεώρησα ότι ήταν ακίνδυνος ρόλος για να με πιάσουν αφού δεν μετέφερα εγώ ναρκωτικά. Έτσι ξεκινούν όλοι απ’ τα μικρά και καταλήγουν στα βαριά”.

Μια άλλη μεγάλη αλήθεια που διατυπώνεται στη συνέντευξη: “Έτσι ξεκινούν όλοι απ’ τα μικρά και καταλήγουν στα βαριά”. Επομένως, ας είναι αυτό ένα ηχηρό μήνυμα προς τα παιδιά και τους νέους που πιστεύουν ότι θα ξεκινήσουν με τα “μικρά” και “ασήμαντα” και θα μπορέσουν να απεμπλακούν εύκολα. Αυτό δεν ισχύει, γιατί η επιρροή που ασκεί η παρέα είναι πολύ μεγάλη, όπως και σταδιακά οι πιέσεις.

Ας διερευνήσουμε, τώρα, το θέμα του εγκλεισμού. Ο συνεντευξιαζόμενος δηλώνει:
“Ήμουν προετοιμασμένος, αφού πήρα το ρίσκο να κάνω τη δουλειά. Το είχα πάρει απόφαση και στενοχωρήθηκα, γιατί δεν ήξερα εξ αρχής πόσο θα κάτσω. Οι γονείς μου τι να πουν… Η μητέρα μου έκλαιγε, δεν ήξεραν ότι είχα μπλέξει, είχαν παρατηρήσει κάποια πράγματα αλλά δεν έδωσαν βάση”.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, κανένας δεν είναι προετοιμασμένος για τη σκληρότητα των φυλακών, για τα δεινά του εγκλεισμού που αντιμετωπίζει με την είσοδό του. Αυτό μου το επιβεβαιώσανε στη δική μου έρευνα για τη γλώσσα της φυλακής οι συνεντευξιαζόμενοι που μου μίλησαν για την πολύ σκληρή εμπειρία της φυλακής και για τον χρόνο που αποκτά μια άλλη “διάσταση” στο άτεγκτο περιβάλλον της φυλακής.

Ας εξετάσουμε, τέλος, τη ζωή μέσα στο κατάστημα κράτησης και την καθημερινότητα των εγκλείστων. Τσακωμοί, το αίμα να βράζει, εντάσεις μικρής και ευρύτερης κλίμακας, ξυλοδαρμοί, εκφοβισμοί, κυρίως των νέων, των “ψαριών”. Οι παλιοί λύνουν πάντα τα προβλήματα και έχουν τον τελευταίο λόγο.

Τσακωμοί πάντα υπάρχουν, ειδικά επειδή εκεί ήμασταν νέοι όλοι 17- 21 χρονών και έβραζε το αίμα μας. Μια μέρα στο σχολείο εκεί που καθόμουν με 4 παιδιά έφαγα ξύλο πισώπλατα και έκανα ράμματα. Υπήρχαν Ρώσοι, Άραβες, Έλληνες αλλά η πλειοψηφία ήταν Αλβανοί. Υπάρχει μεγάλη κόντρα ανάμεσα στους Βόρειους Αλβανούς με μας τους Νότιους. Οι Βόρειοι χτυπάνε τους Νότιους λόγω κυριαρχίας. Λένε στους Νότιους δεν θα μιλάτε εσείς εδώ εμείς κάνουμε κουμάντο. Άλλοι ήταν φοβισμένοι, κυρίως οι νέοι δεν μπορούσαν να μιλήσουν γιατί θα τις τρώγανε από εμάς τους παλιούς. Έπρεπε οι νέοι να ρωτάνε πάντα τους παλιούς, γιατί οι παλιοί έλυναν τα προβλήματα και είχαν τον τελευταίο λόγο”.

Αυτή η καθημερινότητα είναι απάνθρωπη, σκληρή, δεν αντέχεται. Το βίωσα και εγώ, σε μεγάλη έκταση, κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου και κατέγραψα μαρτυρίες όπως “Δεν αντέχω”, “δεν αντέχεται αυτή η κατάσταση”. Από την άλλη πλευρά, παρά την ανυπόφορη ζωή μέσα στις φυλακές, σημειώνεται το παράδοξο που οφείλεται στην έντονη ιδρυματοποίηση, να αδυνατούν πολλοί έγκλειστοι να επιβιώσουν εκτός φυλακής και να φτάνουν στο σημείο να την θεωρούν και να την αποκαλούν “σπίτι” τους. Άλλωστε, χωρίς οικογένεια, χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον, χωρίς κοινωνική μέριμνα, η φυλακή για κάποιες ομάδες ανθρώπων είναι το μοναδικό “καταφύγιο” τους.

Αναμφίβολα, καθοριστικής σημασίας στο περιοριστικό πλαίσιο της φυλακής είναι ο κώδικας αξίας του έγκλειστου πληθυσμού, όπως καθίσταται εμφανές από όσα αναφέρει ο συνεντευξιαζόμενος και όπως δείχνουν οι έρευνες, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο: “Ναι, ήμουν 21 χρονών τότε και με έστειλαν στις Αγροτικές φυλακές στο Ναύπλιο. Εκεί στέλνουν όσους έχουν εκτίσει το μεγαλύτερο μέρος της ποινής τους και τους έχει απομείνει λίγος καιρός ακόμα αλλά είναι όλων των ειδών έγκλειστοι ακόμα και για βιασμούς και για φόνους. Τέτοιοι κρατούμενοι όπως οι βιαστές έχουν πολύ κακή μεταχείριση από τους άλλους κρατουμένους γι’ αυτό τους είχαν σε διαφορετική φυλακή. Επικρίνονται τέτοια εγκλήματα από εμάς τους άλλους”.

Θα ολοκληρώσω την ανάλυση με τη ζωή εκτός φυλακής. Είναι, πραγματικά, σαν να γεννιέσαι ξανά, όπως ακριβώς τονίζει ο συνεντευξιαζόμενος. Αυτή όμως η δεύτερη -πολύτιμη- ευκαιρία στη ζωή, “αξιοποιείται” από μεγάλο αριθμό αποφυλακισθέντων με αρνητικό τρόπο, προκειμένου να ξαναβρεθούν στους κύκλους της παρανομίας, υιοθετώντας ακόμα πιο σκληρές εγκληματικές συμπεριφορές, καθώς όπως οι ίδιοι δηλώνουν “Από μαθητές γίνονται καθηγητές”.

“Ένιωσα σα να ξαναγεννήθηκα όταν βγήκα. Όταν είσαι μέσα, σκέφτεσαι ότι θα τα ξανακάνεις όμως μετά σκέφτεσαι τους δικούς σου. Είμαι από τους λίγους που δεν έμπλεξα μέσα, γιατί μπαίνεις μαθητής και βγαίνεις καθηγητής. Και είμαι από τους λίγους που δεν πέρασα άσχημα μέσα. Τώρα όπου κι αν πάω έχω τα κονέ μου. Σου ανοίγονται πάρα πολλοί δρόμοι για δουλειές, αλλά δεν θέλησα να συνεχίσω”.

Συμπερασματικά, το σημείο που θα ήθελα να τονίσω είναι ότι οι υποθέσεις που αφορούν εφήβους και νέους όχι μόνον δεν είναι χαμένες, αλλά πιστεύω ότι έχουμε τη δύναμη να τις αντιμετωπίσουμε έγκαιρα και να προλάβουμε την αρνητική εξέλιξή τους. Θα υπογραμμίσω μάλιστα τον καθοριστικό ρόλο του σχολείου και της τοπικής κοινότητας, όπως και των ΜΜΕ όσον αφορά την ενημέρωση και τα μηνύματα που έχουν τη δύναμη να περάσουν στις οικογένειες και στους ίδιους τους νέους.

Θα προχωρήσω ένα βήμα παρακάτω και θα επισημάνω ότι άνθρωποι που έχουν σε πολύ νεαρές ηλικίες συγκρουστεί με τον ποινικό νόμο, έχουν “κάνει φυλακή” -όπως οι ίδιοι αποκαλούν την έκτιση της ποινής στο κατάστημα κράτησης- και έχουν αποφυλακισθεί, διαγράφοντας τα αρνητικά του παρελθόντος και κάνοντας πραγματικά ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή τους (ίσως είναι λίγες αυτές οι περιπτώσεις, αλλά αξίζει να προβληθούν), μπορούν κατά την άποψή μου να επηρεάσουν θετικά τους νέους που πειραματίζονται, “φλερτάροντας” με την παρανομία. Γι’ αυτό πρέπει να τους δοθεί ο λόγος, από την επιστημονική κοινότητα και από τα ΜΜΕ. Ο νέος δεν θέλει “κηρύγματα” και νουθεσίες, σε αυτά αντιδρά. Έχει ανάγκη όμως την αγάπη, την αγκαλιά, τη στήριξη και να ακούσουμε προσεκτικά όλα όσα θέλει να μας πει, με λόγια ή με πράξεις.

Στο πιθανό ερώτημα “μα η αγάπη κάνει θαύματα;”, θα απαντήσω με βεβαιότητα “ναι, κάνει”, σε συνδυασμό με το ουσιαστικό ενδιαφέρον που παίρνει “σάρκα και οστά” μέσα από συγκεκριμένες δράσεις, θεωρώ, ότι μεγάλος αριθμός εφήβων και νέων θα βοηθηθούν και θα αναζητήσουν και άλλους δρόμους, θα κάνουν και άλλες επιλογές στις σημαντικές στιγμές της ζωής τους.

Περιμένω και τα δικά σας μηνύματα στο mail μου: kardaraa@gmail.com

Σημείωση: Αφιερώνω το σημερινό άρθρο στους αγαπημένους μου Καθηγητές που με τη δική τους στάση ζωής και ερευνητική πορεία με βοήθησαν να πιστέψω ακόμα περισσότερο στη δύναμη του επιστήμονα να ενδιαφερθεί ουσιαστικά, να εμβαθύνει στο φαινόμενο και να καταθέσει προτάσεις, ώστε να αντιμετωπισθούν, έμπρακτα, ακόμα και τόσο σοβαρά και πολυσύνθετα ζητήματα.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Κοινωνικά

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.