Έγκλημα και τιμωρία: ο «εγκληματικός» νους και οι ανθρώπινες κοινωνίες


Το σημερινό μου κείμενο, βασισμένο σε παλαιότερη ανάρτησή μου, αφιερώνεται στους εκπαιδευόμενους στο εξ αποστάσεως σεμινάριο μας που ξεκινάει στις 15/6/2018 στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος με τίτλο «Φυλακές: Έρευνα & Γλωσσικά ζητήματα» (εγγραφές μέχρι και την Τετάρτη 13/6/2018. Θα χορηγηθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης. Πληροφορίες: τηλ. επικοινωνίας 690 82 33 371. Η εκδήλωσή μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: https://www.facebook.com/events/240549816702652/?notif_t=event_invite_reminder&notif_id=1528727992462137).

“As long as there have been people, there has been crime. [..]. The history of criminology is in many ways the history of humanity”/ Από τότε που υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει έγκλημα [..]. Η ιστορία της εγκληματολογίας είναι από πολλές απόψεις η ιστορία της ανθρωπότητας». Με αυτό τον τρόπο ξεκινάει ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο, με τίτλο The History of Criminology Crime and Criminology, From the Ancients to the Renaissance (https://www.thebalancecareers.com/the-history-of-criminology-part-1-974579) που αξίζει να διαβάσετε οι ασχολούμενοι με τα πολυσύνθετα ζητήματα, τα οποία σχετίζονται με το έγκλημα και το εγκληματικό φαινόμενο.

Το έγκλημα είναι συνυφασμένο με την ανθρώπινη φύση. Η ιστορία της εγκληματολογίας -επομένως και του εγκλήματος- είναι συνυφασμένη με την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο «εγκληματικός νους» πάντοτε θα υπάρχει και θα απασχολεί τις κοινωνίες και την επιστημονική κοινότητα.

Το γεγονός ότι η εγκληματική συμπεριφορά απασχολούσε όλες τις κοινωνίες καθίσταται εμφανές εάν επιχειρήσουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή, όπου διαπιστώνεται ότι όλες οι φυλές και οι κοινότητες έχουν οργανωθεί βάσει ενός άγραφου κώδικα συμπεριφοράς, ο οποίος καθορίζει ποιες ενέργειες είναι αποδεκτές και ποιες όχι, άρα πρέπει να τιμωρούνται.

Μάλιστα ο χαρακτηριζόμενος και ως «κώδικας ηθικής» είναι συχνά πιο αυστηρός και έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τους θεσμικά καθιερωμένους νόμους, γιατί απορρέει από το «λαϊκό αίσθημα» περί δικαίου. Επομένως, η ποινή από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή, είτε στηρίζεται σε άγραφους είτε σε γραπτούς κανόνες, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο όλων των κοινωνιών, απαραίτητο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας τους. Κατά συνέπεια, η έννοια της «τιμωρίας» δεν μπορεί να προσεγγιστεί ανεξάρτητα από την έννοια της «κοινωνίας», διότι συνδέεται άρρηκτα με αυτήν («έγκλημα και τιμωρία»). Η ποινή είναι, δηλαδή, ένα κατεξοχήν κοινωνικό και κατ’ επέκταση ιστορικό φαινόμενο, δεδομένου ότι πηγάζει από την κοινωνική δομή και υπόκειται στις αρχές της, αποκαλύπτοντας σε ένα δεύτερο επίπεδο την παθολογία της κοινωνικής μας ζωής.

Ως προς τη γλωσσική ανάλυση της λέξης «ποινή», καταγράφεται στα λεξικά με δύο σημασίες: με την καθημερινή/κοινή χρήση της και τη νομική. Ειδικότερα, ως όρος της καθομιλουμένης σημαίνει «είδος τιμωρίας που επιβάλλεται για κολάσιμη πράξη». Ως νομικός όρος, αποκτά πιο εξειδικευμένη σημασία. Έχει την έννοια της «τιμωρίας που επιβάλλεται σε κάποιο άτομο, κατόπιν δικαστικής απόφασης και ισοδυναμεί με τη στέρηση της ελευθερίας, περιουσίας ή ζωής του ή την επιβολή προστίμου».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αρχική σημασία του όρου, η οποία ήταν «εκδίκηση για το διαπραχθέν έγκλημα, μέσω της καταβαλλόμενης τιμής για το αίμα που είχε χυθεί, ώστε να επιτευχθεί η ισορροπία στις σχέσεις των εμπλεκομένων και ο εξαγνισμός του δράστη».

Αναφορικά με την εξελικτική πορεία της ποινής, αν και καταγράφονται σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των εγκλημάτων από εποχή σε εποχή και από κοινωνία σε κοινωνία, η ιστορία της ποινής διέγραψε μία κοινή σχεδόν πορεία, η οποία φέρνει στο φως την οικουμενικότητα και διαχρονικότητα του ποινικού φαινομένου. Σε μία πρώτη φάση είχε τη μορφή της άμετρης αντεκδίκησης μεταξύ των ατόμων και σε ένα τελικό στάδιο απέκτησε δημόσιο χαρακτήρα, επιβαλλόμενο αρχικά από την κοινότητα και κατόπιν από το οργανωμένο κράτος. Ξεκινώντας από τις πρωτόγονες κοινωνίες, η τιμωρία για την προσβολή των αδικημάτων, τα οποία χωρίζονταν σε «ιδιωτικά» και «δημόσια», ήταν άμεση, δηλαδή τα ίδια τα θιγόμενα άτομα είχαν την «ηθική» υποχρέωση να εκδικηθούν τον δράστη.

Η μορφή της ποινής δεν ήταν τυχαία αλλά διερευνώντας την εξέλιξή της διαπιστώνουμε ότι εξαρτιόταν απόλυτα από τους επιμέρους σκοπούς που επιτελούσε, οι οποίοι διαφοροποιούνταν ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εκάστοτε ιστορικής φάσης. Μεταξύ αυτών των σκοπών, ιστορικά, οι σπουδαιότεροι συνίστανται σε τέσσερα σημεία:
• Αποτροπή (deterrence) των μελών του κοινωνικού συνόλου από την τέλεση μελλοντικών εγκλημάτων.
• Επανένταξη του δράστη (rehabilitation), η οποία περιλαμβάνει ένα σύνολο μέσων για την αναμόρφωσή του (π.χ. εργασία), ώστε να μην τελέσει νέο έγκλημα.
• Αποδυνάμωση/αχρήστευση (incapacitation) του δράστη, μέσω φυσικής εξόντωσης, στιγματισμού με ακρωτηριασμό και άλλες βάναυσες σωματικές ποινές ή ακόμα θανατικής καταδίκης, προκειμένου να διασφαλιστεί το «κοινό καλό».
• Αποκατάσταση/επανόρθωση (restoration) του διαπραττομένου εγκλήματος. Αυτή εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αδικημάτων ελάσσονος σημασίας, π.χ. τροχαία χωρίς θύματα, μικρο-κλοπές, πρόκληση μικρο-φθορών κ.λπ., τα οποία μπορεί να «διορθωθούν» από τον ίδιο τον δράστη.

Συνοψίζοντας, έγκλημα και τιμωρία είναι δύο έννοιες αναπόσπαστα δεμένες μεταξύ τους και απόλυτα συνυφασμένες με τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Στο mail μου: kardaraa@gmail.com μπορείτε να στέλνετε όλα τα ερωτήματά σας για τα σεμιναριακά μας μαθήματα.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Εκπαιδευτικά

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.