“Ένα λάθος”


Το ερώτημα που στέλνετε και σε μένα στα σχόλια σας είναι “πώς είναι δυνατόν μια γυναίκα, ενώ άλλες παλεύουν χρόνια για ένα παιδάκι, να το σκοτώνει;”. Δεν θα απαντήσω εδώ αναλυτικά, γιατί συνεχίζουμε το θέμα σε επίπεδο αρθρογραφίας, οπότε έχουμε χρόνο να τα συζητήσουμε όλα. Με την παρούσα ανάρτηση θα ήθελα να μιλήσω για τη δύναμη της γλώσσας και το πώς μέσα από τη γλωσσολογική ανάλυση μπορούμε να αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε καλύτερα κάποια πράγματα, σε υποθέσεις εγκληματολογικού ενδιαφέροντος.

Διαβάζω ένα κείμενο ενός εγκλείστου που περιγράφει τον θανάσιμο τραυματισμό της συζύγου του από τον ίδιο. Οι περισσότεροι από εμάς το αποκαλούμε “έγκλημα”. Μου κέντρισε όμως το ενδιαφέρον και σημείωσα ότι ο ίδιος στο κείμενό του το αποκαλεί “λάθος” και μάλιστα το περιγράφει ως “ένα” λάθος που του κατέστρεψε τη ζωή. Υπογράμμισα μάλιστα και σε άλλα κείμενα τη λ. “λάθος”.

Η χρήση της λέξης “λάθους” και όχι “εγκλήματος” δεν είναι τυχαία. Δείχνει από τη μία πλευρά την (εσωτερική) ανάγκη του ίδιου του ατόμου να μειώσει στο μυαλό του τη σοβαρότητα της πράξης του, για να μπορέσει να αντέξει ψυχικά το βάρος της αφαίρεσης της ζωής. Η γλώσσα υπ’ αυτή την έννοια, θα λέγαμε ότι λειτουργεί ως αμυντικός μηχανισμός για να προστατεύσει το ίδιο το άτομο από το μέγεθος/τη σοβαρότητα της πράξης του.

Όσοι άλλωστε έχετε κάνει συνεντεύξεις, είτε δημοσιογραφικά, είτε ερευνητικά, με ανθρώπους που έχουν διαπράξει το έγκλημα της ανθρωποκτονίας, πιθανότητα θα έχετε καταγράψει κι εσείς τις λέξεις “λάθος”, “κακιά στιγμή” ή αν χρησιμοποιηθεί η λ. έγκλημα, συνήθως θα γίνει αναφορά στο “έγκλημα κατά της κοινωνίας”. Ή ακόμα συχνά γίνεται αναφορά: “λένε ότι έκανα” (όχι “έκανα” αλλά “λένε ότι έκανα”).

Δείχνει όμως και κάτι άλλο η επιλογή των λέξεων: για να μπορέσουμε να μπούμε στο μυαλό του “εγκληματικού νου” , πρέπει πρώτα από όλα να κατανοήσουμε ότι δεν σκέφτεται όπως εμείς, ούτε θεωρεί αυτονόητες τις ίδιες βασικές αξίες με εμάς. Αυτό σημαίνει, για να επιστρέψουμε στις υποθέσεις των γυναικών που φτάνουν στο σημείο να σκοτώσουν τα μωρά τους, ότι είναι αδύνατον και μάταιο να συγκρίνουμε τον δικό τους τρόπο σκέψης με τον δικό μας τρόπο σκέψης.

Ίσως όμως θα ήταν σημαντικό, μιλώντας για “κοινωνική ενσωμάτωση” να δώσουμε έμφαση στο πώς αυτοί οι άνθρωποι θα κατανοήσουν ότι η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής δεν είναι λάθος, είναι έγκλημα. Γιατί μέσα από την κατανόηση της πράξης, έρχεται και η πραγματική ανάληψη της ευθύνης -όχι της ποινικής, αλλά απέναντι στον ίδιο τον εαυτό και στα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας.

Και ναι για να ξαναγυρίσω στην υπόθεση με τις νεαρές μητέρες, θα εκφράσω τη θέση ότι ίσως, αν αυτές οι γυναίκες μεγάλωναν σε άλλο περιβάλλον, με άλλου είδους καθοδήγηση και ουσιαστική στήριξη, αντιλαμβάνονταν έγκαιρα ότι η αφαίρεση της ζωής ενός μωρού είναι έγκλημα και όχι λάθος…Εδώ όμως έγκειται ο ρόλος της αντεγκληματικής πολιτικής, όσον αφορά την πρόληψη του εγκλήματος και την ενημέρωση των πολιτών για μείζονα κοινωνικά ζητήματα.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Κοινωνικά

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.