“Από το σκοτάδι προέρχομαι και στο σκοτάδι πρέπει κάθε τόσο να επιστρέφω”


Η Υπόθεση του Κακού, το συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα του Ντονάτο Καρίζι, πέρα από την συγκλονιστική πλοκή που προσφέρει στον αναγνώστη, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διδασκαλίας σε Δημοσιογραφικές Σχολές. Η λογοτεχνία, άλλωστε, δίνει πολύτιμα μαθήματα στον επιστημόνα και ερευνητή, γιατί τον βοηθάει να διευρύνει τους οριζόντες του και αρκετές φορές του δίνει τα γνωστικά ή/και μεθοδολογικά εργαλεία να ερευνά εις βάθος και να αναζητεί την αλήθεια πέρα και πίσω από το αυτονόητο και προφανές.

20160818_224504

Ο Καρίζι έχει σπουδάσει νομική κι εγκληματολογία. Το 1999 άρχισε να δουλεύει ως σεναριογράφος. Ζει στη Ρώμη και το πρώτο του μυθιστόρημα φέρει τον τίτλο Ο Υποβολέας. Στην Υπόθεση του Κακού ο Καρίζι θέτει το αιώνιο ντοστογιεφσκικό ερώτημα περί καλού και κακού, για το οποίο έχει χυθεί τόνος μελάνι και το οποίο εξακολουθεί να απασχολεί και να προβληματίζει τους συγγραφείς.

“Η δολοφονία μιας τοκογλύφου που καταδυναστεύει αθώους πολίτες μπορεί να θεωρηθεί έγκλημα όταν με το θάνατό της απαλλάσσονται από την αδικία και τον πόνο τόσοι άνθρωποι;” αναρωτιέται ο Ρασκόλνικωφ στο Έγκλημα και Τιμωρία, ο οποίος μάλιστα αποκαλεί “ψείρα” την τοκογλύφο που σκοτώνει, απαξιώνοντας την και αφαιρώντας από αυτήν οτιδήποτε σχετίζεται με την ανθρώπινη υπόσταση. “Και γιατί να μη θεωρείται έγκλημα ο πόλεμος, εξαιτίας του οποίου χάνουν τη ζωη τους χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσά τους αθώα γυναικόπαιδα;”, συνεχίζει τη σκέψη του ο Ρασκόλνικωφ, ο οποίος όμως δεν μπόρεσε να μείνει μέχρι τέλους “πιστός” στην ιδεολήψια του που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο της γριάς τοκογλύφου και της αδελφής της (το παράπλευρο, αθώο θύμα, που έτυχε να είναι στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή).

Ο Καρίζι ξετυλίγει κι αναπτύσσει την ίδια ακριβώς υπόθεση του κακού: “να κάνεις καλό στον πλησίον εξαλείφοντας έναν επίπλαστα έντιμο”. Η Υπόθεση του Κακού, στο ομώνυμο μυθιστόρημα, βασίζεται στο ότι καλό και κακό δεν είναι πάντοτε διαχωρισμένα, αλλά τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις συνυπάρχουν κι εν τέλει μπλέκονται μεταξύ τους δικαιολογώντας το ότι “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα”.

Με οποιοδήποτε, ωστόσο, κόστος; Ακόμα και με την απώλεια της ανθρώπινης ζωής; Πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα θέμα εξαιρετικά πολύπλοκο και σύνθετο, το οποίο διερευνήθηκε με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο από τον Ντοστογιέφσκι (και είχα τη μεγάλη ευκαιρία και χαρά να το αναλύσω διδακτικά στο πλαίσιο των διαλέξεων στο Πανεπιστήμιο). Ένα ερώτημα που οδηγεί σε μια σειρά άλλων καίριων ζητημάτων, με κυρίαρχο “ποιος και γιατί έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για τις ζωές άλλων ανθρώπων, ακόμα και για τις θεωρούμενες ψείρες της κοινωνίας”;

Ο Καρίζι στο εν λόγω μυθιστόρημα, παράλληλα με την εξέλιξη της πλοκής που είναι κινηματογραφική και πολυεπίπεδη, “παραδίδει” ορισμένα βασικά μαθήματα εγκληματολογίας, τα οποία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν κατά τη διδασκαλία του αστυνομικού ρεπορτάζ. Αρχικά, κάνει τη σημαντική διάκριση ανάμεσα στον “κατά συρροή δολοφόνο” και “μαζικό δολοφόνο”, παραθέτοντας τα χαρακτηριστικά της κάθε εγκληματολογικής τυπολογίας. Μια διάκριση που αποτελεί αντικείμενο ανάλυσης στο υπό έκδοση βιβλίο μου Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας για τον Αστυνομικό και Δικαστικό Συντάκτη. Επομένως, θα επανέλθω με επόμενο κείμενο το φθινόπωρο στις δύο αυτές τυπολογίες και σε συγκεκριμένα παραδείγματα που καθιστούν τη διάκριση ακόμα πιο σαφή και ακριβή, ωστε ο αστυνομικός συντάκτης να αξιοποιήσει στα ρεπορτάζ του το υλικό.

Στη συνέχεια, κάνει μια σημαντική αναφορά στο όργανο του εγκλήματος και στο τι συμβολίζει για το ψυχο-εγκληματικό προφίλ του δράστη, γράφοντας χαρακτηριστικά “Δεν είχε μαζί του μαχαίρια, σωστά;. Την ερώτηση της Μίλα την είχε υπαγορεύσει ένας συγκεκριμένος λόγος. “Καμία φυσική επαφή”, επιβεβαίωσε ο Τσανγκ, που κατάλαβε την αμφιβολία της. “Διατηρούσε συνεχώς μια απόσταση από τα θύματα”. Ήταν ένα σημαντικό δεδομένο. Το γεγονός ότι δεν ήθελε να λερώσει τα χέρια του με το αίμα τους απέκλειε κάθε στοιχείο ψύχωσης του πολυδολοφόνου. Της ήρθε στο μυαλό μια λέξη που περιέγραφε στην εντέλεια αυτό που είχε συμβεί σ’ εκείνους τους τοίχους. Εκτελέσεις”.

Συνεπώς, ένα θέμα που πρέπει να απασχολήσει το αστυνομικό ρεπορτάζ σε υποθέσεις ανθρωποκτονιών είναι το όργανο του εγκλήματος και τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν για το προφίλ του δράστη από το όργανο που χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση του εγκλήματος, καθώς και από τον τρόπο εγκληματικής δρασης. Σημαντική διάσταση που είναι σκόπιμο να προβληθεί από το αστυνομικό ρεπορτάζ και αναμφισβήτητα θα οδηγήσει το δημοσιογράφο σε σημαντικές διαπιστώσεις. Πάντα με τη βοήθεια του εγκληματολόγου, ο οποίος θα δώσει στον αστυνομικό συντάκτη την επιπρόσθετη γνώση για να εμβαθύνει στο θέμα και να αναλύσει το έγκλημα ολόπλευρα. Ο τρόπος δράσης αποτελεί επίσης αντικείμενο διερεύνησης στο υπό έκδοση βιβλίο μου, γιατί το θεωρώ πολύ σοβαρό στοιχείο για την δημοσιογραφική ανάλυση.

Γλαφυρή επίσης είναι η περιγραφή μιας συγκεκριμένης τυπολογίας εγκληματιών (των πυρομανών), στην οποία προβαίνει ο Καρίζι. “Στα βιβλία εγκληματολογικής ανθρωπολογίας είχε μάθει πως η πυρομανία ήταν η πιο οξεία εκδήλωση ενός σαδιστικού χαρακτήρα […] είχε να κάνει με το γεγονός ότι “ένα πλάσμα της φωτιάς” ήταν επικίνδυνο γιατί ο σκοπός μιας τέτοιας συνομοταξίας ανθρώπων δεν ήταν απλώς ο θάνατος αλλά η καταστροφή”.

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που θέτει ο Καρίζι αφορά την ποινική μεταχείριση των εγκληματιών και τη λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον καταλογισμό της πράξης και το ακαταλόγιστο, η οποία ουσιαστικά κρίνει την επιβληθείσα ποινή. Γράφει σχετικά “Ακούει φωνές, θέλει να τον περάσουμε για τρελό. Ο συνήγορος θα υποστηρίξει ότι ο…απομακρύνθηκε από την οικογένειά του όταν ήταν παιδί κι ότι αυτό συνεπάγεται πως έχει υποστεί τραύμα”.

Τέλος, η εμπλοκή των μίντια στην υπόθεση δολοφονιών που οδηγούν στην αναζήτηση του “Γητευτή των Ψυχών” ή αλλιώς του “Κυρίου της Καληνύχτας” σε αυτό το πραγματικά ανατρεπτικό μυθιστόρημα, είναι ακόμα ένα στοιχείο που μπορεί να αξιοποιηθεί διδακτικά στις Σχολές Δημοσιογραφίας. Θα κλείσω με τη συγκλονιστική διαπίστωση που προκύπτει σε αρκετά σημεία του βιβλίου κι αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα: τα ΜΜΕ αναζητούν πάντα ένα τέρας. Τα θύματα δεν τους απασχολούν τόσο, γεγονός που αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι στο τέλος όλοι θυμούνται το όνομα του “τέρατος” κι όχι του θύματος.

Μεγάλη αλήθεια, αν την σκεφτούμε καλύτερα. Μιαν αλήθεια ωστόσο που πρέπει να μας απασχολήσει και προβληματίσει, γιατί τα θύματα εγκληματικών ενεργειών αξίζουν την ίδια προσοχή από τα μίντια και ταυτόχρονα σεβασμό ώστε να μη θυματοποιηθούν εκ νέου, στοιχείο που δυστυχώς έχουμε δει πολλές φορές να συμβαίνει κι έχουμε καταγράψει ερευνητικά. Από την άλλη πλευρά το “τέρας” μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να είναι απλώς μια μιντιακή κατασκευή….

Τα παραπάνω “ανοίγουν” σίγουρα μια νέα μεγάλη συζήτηση που θα αποτελέσει αντικείμενο ανάλυσης επόμενου άρθρου. Προς το παρόν, περιμένω τα σχόλια και μηνύματά σας στο mail μου: kardaraa@gmail.com

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ιστορίες

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s