Έγκλημα και κοινωνική κρίση: συσχετισμοί και προβληματισμοί


Σε περιόδους έξαρσης ορισμένων μορφών εγκληματικότητας, φίλοι μου δημοσιογράφοι ζητάνε την τοποθέτησή μου σε θέματα εγκληματολογικού ενδιαφέροντος. Αυτός είναι ένας από τους πολλούς λόγους που αποφάσισα να ασχοληθώ και ερευνητικά-συγγραφικά με το αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ. Το σημερινό μου κείμενο, λοιπόν, το αφιερώνω στους αστυνομικούς συντάκτες και ελπίζω να τους φανεί χρήσιμο.

Θα ξεκινήσω υπογραμμίζοντας ότι στο πλαίσιο μιας εποχής που υφίσταται καταλυτικές αλλαγές στις δομές της -κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές- είναι σαφές ότι το έγκλημα και το φαινόμενο της εγκληματικότητας δεν μένουν ανεπηρέαστα, αλλά υφίστανται εξίσου σοβαρές αλλαγές. Το καίριο ερώτημα είναι “τι είδους αλλαγές λαμβάνουν χώρα και πώς εξηγούνται αυτές;”

Έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με στοιχεία της ελληνικής αστυνομίας οι δείκτες εγκληματικότητας καταγράφουν μείωση της χαρακτηριζόμενης “βαριάς εγκληματικότητας”, τουλάχιστον κατά 30% από το 2010 μέχρι το 2015. Από την άλλη πλευρά, αύξηση καταγράφεται στα “εγκλήματα του δρόμου”, τα οποία θεωρούνται “εγκλήματα χαμηλού ρίσκου” όπως αρπαγές τσαντών, μικροκλοπές σε καταστήματα, σε δημόσιους χώρους, μέσα μεταφοράς κ.λπ. Συγκεκριμένα το 2015 καταγράφηκε αύξηση τουλάχιστον 25% σε σχέση με το 2014 όσον αφορά μικροαδικήματα ενώ σημαντική μείωση στις ληστείες τραπεζών σε ποσοστό περίπου 80%. Βλ. εδώ http://news247.gr/eidiseis/oikonomia/oikonomikh-krish-kai-egklhma-muthos-h-pragmatikothta.3965354.html το ενδιαφέρον άρθρο της Μάγδας Τσόλκα, με τίτλο Οικονομική κρίση και έγκλημα: Μύθος ή πραγματικότητα;

Όπως εξηγούν οι ειδικοί, η συρρίκνωση του μαύρου χρήματος σε περιόδους κρίσης περιορίζει τη δράση του οργανωμένου εγκλήματος, όπως επίσης και γενικότερα η συρρίκνωση χρήματος περιορίζει τις “ευκαιρίες” διάπραξης εγκλημάτων που εντάσσονται στην βαριάς μορφής εγκληματικότητα. Από την άλλη πλευρά, σε μια κοινωνία όπως η ελληνική που μαστίζεται από μια πρωτόγνωρη κρίση, η οποία έχει οδηγήσει σε διατάραξη του οικογενειακού ιστού -που για την ελληνική κοινωνία αποτελούσε, ανέκαθεν, τον πυρήνα της κοινωνίας- και κατ’ επέκταση σε μια ευρύτερη πτώση αξιών και ιδανικών, καταγράφονται σοβαρές αλλαγές ποιοτικές και όχι ποσοτικές στο έγκλημα και το φαινόμενο της εγκληματικότητας.

Αυτό σημαίνει ότι η βαριά εγκληματικότητα εξακολουθεί να παραμένει στη χώρα μας σε χαμηλά επίπεδα, γεγονός πολύ θετικό ασφαλώς για την ασφάλεια των πολιτών. Από την άλλη πλευρά, το στοιχείο που μας προβληματίζει έντονα είναι ότι το έγκλημα γίνεται πολύ πιο σκληρό, με κύριο χαρακτηριστικό του τη χρήση της άμετρης βίας. Το στοιχείο αυτό, στο πλαίσιο της δικής μας κοινωνίας τουλάχιστον, πιστεύω ότι αντικατοπτρίζει ξεκάθαρα την έλλειψη αξιών και στηριγμάτων -οικογενειακών και κοινωνικών-.

Εδώ ακριβώς έγκειται ο προβληματισμός μου σχετικά με το ρόλο του σχολείου και εδώ βασίζω τη θέση μου ότι το σχολείο πρέπει να αποτελέσει ένα γερό στήριγμα για το νέο, δίνοντας του ισχυρά εφόδια αλλά και κίνητρα για να αναπτύξει μια δυνατή προσωπικότητα και να ενισχύσει τις αντιστάσεις του. Γιατί, ένας έφηβος που φτάνει στο σημείο να σκοτώσει το φίλο του με μεγάλη αγριότητα ή ένας νέος άνθρωπος που μπαίνει σε ένα σπίτι και σκοτώνει χωρίς δεύτερη σκέψη τους ενοίκους ή ακόμα και γονείς που κακοποιούν βάναυσα το ίδιο τους το παιδί με την ανοχή πολλές φορές της γειτονιάς και της αδιαφορίας των δασκάλων, είναι κοινωνικά φαινόμενα που οφείλουμε να διερευνήσουμε και να δώσουμε κάποιες λύσεις, προτού “κατασκευάσουμε” εγκληματίες με την αδιαφορία μας και κυρίως με τα αρνητικά πρότυπα και τον απαράδεκτο τρόπο ζωής που συχνά προβάλλεται από τα μίντια.

Βάσει των προαναφερθέντων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι αλλαγές στο έγκλημα σχετίζονται περισσότερο -όχι με την οικονομική κρίση- αλλά την κοινωνική. Οι τριγμοί στις κοινωνικές δομές και οι “βίαιες” αλλαγές στα θεμέλια της, ειδικά σε μια κοινωνία όπως η ελληνική όπου η οικογένεια αποτελεί πρωταρχική αξία της, επιδρούν ποιοτικά στο έγκλημα και το φαινόμενο της εγκληματικότητας.

Συνεπώς, εκφράζω την ανησυχία και τον προβληματισμό μου για την ενδεχόμενη αύξηση στην νεανική παραβατικότητα, δεδομένου ότι οι νέοι υφίστανται πολύ έντονα όλες αυτές τις αλλαγές και ταυτόχρονα οι προσδοκίες τους διαψεύδονται εξαιτίας της κατακόρυφης αύξησης της ανεργίας και της χαμηλής ποιότητας ζωής, καθώς και στην αύξηση της χρήσης βίας σε ενδοοικογενειακά εγκλήματα και στα “εγκλήματα του δρόμου” που διαπράττονται συχνά για λίγα ευρώ, εν τούτοις μπορούν να οδηγήσουν ακόμα και στο φόνο εξαιτίας της “έκρηξης” της βίας. Αυτά τα σημεία πρέπει, οπωσδήποτε, να αποτελέσουν άξονα της αντεγκληματικής πολιτικής στη χώρα μας και, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας, οι αρμόδιοι φορείς να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην εκπαίδευση και στην κοινωνική μέριμνα των οικογενειών που αντιμετωπίζουν σοβαρότατα προβλήματα.

Τέλος, ένα σημείο το οποίο θα ήθελα να αναλύσω αφορά την έννοια της “σκοτεινής” εγκληματικότητας, δηλαδή της εγκληματικότητας που δεν καταγγέλλεται από τα θύματα, επομένως δεν περιλαμβάνεται στις επίσημες στατιστικές. Η “σκοτεινή” εγκληματικότητα, παρά ταύτα, μπορεί να αφορά πολύ σοβαρά εγκλήματα, όπως βιασμούς (τα θύματα φοβούνται την εκ νέου θυματοποίησή τους τόσο από τις αρμόδιες αρχές, όσο και από τα ΜΜΕ), παιδική κακοποίηση για την οποία μιλήσαμε εκτενώς σε προηγούμενα άρθρα κ.λπ. Άρα, απαιτείται συστηματική διερεύνηση από τους μελετητές, προκειμένου να πέσει φως σε αυτές τις “σκοτεινές” υποθέσεις και -το κυριότερο- να δοθούν αποτελεσματικές λύσεις για να μην οδηγηθούμε σε μια “κατασκευή” εγκληματιών εξαιτίας δύο σοβαρών αιτιών: της έλλειψης οργανωμένης αντεγκληματικής πολιτικής και της κοινωνικής απάθειας.

Εξίσου και ο δημοσιογραφικός κόσμος οφείλει να κατανοήσει την ευθύνη του και να μη “φωτογραφίζει”/στιγματίζει τα θύματα που έχουν επιβιώσει της εγκληματικής πράξης, όπως δυστυχώς έχουμε καταγράψει ερευνητικά τέτοια περιστατικά (το αξιοσημείωτο είναι ότι περιστατικά εκ νέου θυματοποίησης από τα μίντια, τα οποία έχω καταγράψει κι εγώ στο πλαίσιο ερευνών μου, αφορούν και ανήλικα θύματα, αν και σαφώς θα περιμέναμε μεγαλύτερη ευαισθησία και σεβασμό της δημοσιογραφικής δεοντολογίας). Συνοψίζοντας, θα τονίσω ότι “η πρόληψη είναι εξαιρετικά σημαντική και πρέπει να προηγείται της καταστολής”.

Περιμένω τα μηνύματά σας στο mail μου: kardaraa@gmail.com

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s