Βία και σύγχρονο σχολείο: ο ρόλος των εκπαιδευτικών και των μαθητικών συμβουλίων


Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού δεν αφορά μόνο το σύγχρονο σχολείο, ούτε έχει εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι, δηλαδή, ένα φαινόμενο της εποχής, αλλά τολμώ να πω ότι είναι συνυφασμένο με την ύπαρξη του σχολείου. Στη Νορβηγία ο ειδικός στο πολυσύνθετο και πολυδιάστατο ζήτημα του σχολικού εκφοβισμού, Dan Olweus, έχει μελετήσει επισταμένα το θέμα. Δεν είναι τυχαίο ότι από το 1973 1 στους 7 μαθητές δηλώνει ότι έχει πέσει θύμα εκφοβισμού.

Βάσει των ερευνών, τα κορίτσια χρησιμοποιούν περισσότερο τη λεκτική βία, διαδίδουν φήμες και απομονώνουν από την ομάδα. Τα αγόρια χρησιμοποιούν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τη σωματική βία. Στη Μεγάλη Βρετανία, ωστόσο, καταγράφεται ανησυχητική αύξηση της χρήσης σωματικής βίας και μεταξύ των κοριτσιών, τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα, οι επιθετικές συμπεριφορές μεταξύ ανήλικων κοριτσιών στο πλαίσιο του σύγχρονου ελληνικού σχολείου έχει αποτελέσει θέμα και δικής μου έρευνας, η οποία συμπεριλαμβάνεται στην Ευρωπαϊκή Εκστρατεία κατά του Σχολικού Εκφοβισμού.

Πώς όμως ορίζεται η σχολική βία; Σύμφωνα με την Καθηγήτρια Εγκληματολογίας, κ. Βάσω Αρτινοπούλου (2001:13), “ο ορισμός της σχολικής βίας είναι σχετικός και εξαρτάται από το ισχύον κάθε φορά κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Ωστόσο, στοιχεία του ορισμού της σχολικής βίας είναι η επιβολή της βούλησης, η πρόκληση ζημίας ή βλάβης, κακομεταχείρισης ή κακοποίησης. Η σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική, λεκτική, κακοποίηση καθώς και ο βανδαλισμός αποτελούν τις κύριες μορφές της σχολικής βίας. Με κριτήριο τα άτομα ή τις ομάδες που εμπλέκονται στη σχολική βία, διακρίνουμε τη: βία μεταξύ μαθητών, βία από τους μαθητές προς τους δασκάλους, βία από τους δασκάλους προς τους μαθητές και τέλος βία μεταξύ δασκάλων και διευθυντών ή της διοίκησης του σχολείου”.

Οι σκληρές συμπεριφορές τόσο μεταξύ των μαθητών, όσο και από τους καθηγητές προς τους μαθητές, αποτελούσαν πραγματικότητα και στο παραδοσιακό σχολείο. Σήμερα, ασφαλώς, τέτοια περιστατικά βλέπουν πιο εύκολα το φως της δημοσιότητας λόγω των ΜΜΕ αλλά και της μεγαλύτερης κοινωνικής ευαισθησίας σε ζητήματα που αφορούν το παιδί και τον έφηβο. Επίσης, το σύγχρονο σχολείο είναι πλέον πολυπολιτισμικό, γεγονός που έχει οδηγήσει σε έξαρση των αντιθέσεων και συγκρούσεων, κυρίως εξαιτίας της μη εκπαίδευσης και εκμάθησης στα παιδιά της αποδοχής και του σεβασμού στη διαφορετικότητα. Το μείζον ζήτημα, στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας, είναι ότι η βία, δυστυχώς, “νομιμοποιείται”, ολοένα και περισσότερο στα μάτια των μαθητών και, συχνά, εκλαμβάνεται ως το μοναδικό μέσο άμυνας και υπεράσπισης των δικαιωμάτων του ατόμου.

Διεθνείς έρευνες έχουν επανειλημμένα δείξει ότι παιδιά που έχουν υποστεί κακοποίηση -σωματική ή λεκτική- από τους γονείς τους, είναι δηλαδή θύματα ενδοοικογενειακής βίας, έχουν 2 με 3 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να κακοποιηθούν από τους συμμαθητές τους. Με απλά λόγια, η βία γίνεται ένας φαύλος κύκλος, τον οποίο δύσκολα θα “σπάσουν” θύτες και θύματα, όσο οι συμμαθητές παραμένουν θεατές, οι εκπαιδευτικοί αδιαφορούν και οι γονείς δεν ενημερώνονται επαρκώς για να γνωρίζουν πώς πρέπει να αντιδράσουν.

Αξιοσημείωτο είναι ότι υψηλός αριθμός μαθητών δεν συζητά με τους καθηγητές για περιστατικά βίας που εκδηλώνονται στο πλαίσιο του σχολείου μεταξύ μαθητών. Όσον αφορά τις αντιδράσεις των οικογενειών που έχουν εμπλακεί σε κάποιο διαπληκτισμό κυμαίνονται, σύμφωνα με μαρτυρίες εκπαιδευτικών, από τον προβληματισμό και την απόγνωση μέχρι τη διαμαρτυρία και την επιθετική στάση απέναντι στους εκπαιδευτικούς. Η στάση, ωστόσο, που θα κρατήσει η οικογένεια είναι εξέχουσας σημασίας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος και, σίγουρα, εάν η οικογένεια κρατήσει επιθετική στάση, ενδεχομένως ως απόρροια ενοχών, το πρόβλημα θα επιδεινωθεί.

Η οικογένεια οφείλει να είναι συνοδοιπόρος και συμπαραστάτης του παιδιού. Με την αγαστή συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς αλλά και τη βοήθεια από τους ειδικούς, όπου κρίνεται αναγκαία, το οικογενειακό περιβάλλον πρέπει να στηρίξει το παιδί, είτε είναι θύτης, είτε θύμα, δεδομένου ότι κάθε παιδί μέσα από την κραυγή του ή μέσα από τη σιωπή του, κατ’ ουσίαν αναζητεί την προσοχή της οικογένειας και τη στήριξη της εκπαιδευτικής κοινότητας. Άλλωστε, οι ρόλοι θύτης-θύμα δύναται να εναλλαχθούν, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί.

Έχω μιλήσει πολλές φορές για το ζήτημα του σχολικού εκφοβισμού. Το σημείο που θέλω να τονίσω με το σημερινό μου κείμενο είναι ότι περιστατικά βίας και επιθετικότητας μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά στο πλαίσιο του σύγχρονου σχολείου, όπου σαφώς υπάρχει πιο ολοκληρωμένη ενημέρωση και μεγαλύτερη ευαισθησία από τους αρμόδιους φορείς. Αυτό όμως που είναι απολύτως αναγκαίο να συμβεί είναι να ενισχυθεί τόσο ο ρόλος των μαθητικών συμβουλίων, ώστε η μαθητική κοινότητα να πάψει να είναι θεατής σε περιστατικά βίας, όσο και ο ρόλος του εκπαιδευτικού στην επίλυση διαφορών μεταξύ των μαθητών, προκειμένου να αποτελέσει το σχολείο ένα απολύτως ασφαλές περιβάλλον για όλους τους μαθητές.

Πιο συγκεκριμένα, ο εκπαιδευτικός οφείλει να αφουγκράζεται τις ανάγκες και τα προβλήματα της μαθητικής κοινότητας. Ο εκπαιδευτικός έχει τη δύναμη να φέρει τα παιδιά πιο κοντά, με το διάλογο, το παιχνίδι, το θέατρο, τη μουσική, τη ζωγραφική, ακόμα και με την ανάθεση εργασιών σε ομάδες παιδιών με διαφορετικά χαρακτηριστικά, ώστε να τους δώσει την ευκαιρία να γνωριστούν καλύτερα, να συναναστραφούν περισσότερο και να ξεπεράσουν τις όποιες διαφορές τους. Επίσης, ρόλος του εκπαιδευτικού πρέπει να είναι το να διδάσκει στα παιδιά, πέρα από γράμματα και αριθμούς, το σεβασμό και την αποδοχή όλων των συμμαθητών τους, καταφέρνοντας να αναδείξει τα θετικά στοιχεία κάθε παιδιού. Με αυτό τον τρόπο θα καταρριφθούν επικίνδυνα στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία κάποια παιδιά είναι ανόητα και δεν αξίζουν την προσοχή των υπολοίπων.

Θεωρώ ότι στο πλαίσιο ενός εξαιρετικά απαιτητικού και ανταγωνιστικού εκπαιδευτικού συστήματος, ο εκπαιδευτικός περιορίζεται στο μαθησιακό κομμάτι μόνο, αφήνοντας έξω την ψυχολογία του παιδιού και εντείνοντας, με αυτό τον τρόπο, τις όποιες διαφορές και αντιθέσεις. Ο εκπαιδευτικός, συχνά, παρατηρεί συγκρούσεις μεταξύ μαθητών, αλλά δεν παρεμβαίνει για να τις εκτονώσει. Εδώ, κατά την άποψή μου, απαιτείται μεγαλύτερη προσοχή, ενημέρωση κι επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Ο εκπαιδευτικός έχει τη δύναμη να ενώσει την τάξη και να εξομαλύνει τις εντάσεις, αρκεί να έχει τη διάθεση να το κάνει. Αυτό δεν θα γίνει σε καμία περίπτωση με την αναγκαστική επιβολή της τάξης από την πλευρά του εκπαιδευτικού, αλλά με γόνιμο διάλογο και κίνητρα για συνεργασία μεταξύ όλων των μαθητών και κυρίως μεταξύ των μαθητών που συγκρούονται μεταξύ τους.

Αναμφίβολα, και ο ρόλος των μαθητών οφείλει να γίνει πιο ενεργητικός σε αυτό το πολυσύνθετο ζήτημα. Τα μαθητικά συμβούλια δεν πρέπει να έχουν μόνο διακοσμητικό ρόλο ή να περιορίζεται ο ρόλος τους στην οργάνωση μαθητικών χορών και εκδρομών, αλλά να έχουν θέση και άποψη για σημαντικά ζητήματα που αφορούν το σχολικό περιβάλλον, όπως είναι ασφαλώς τα περιστατικά βίας. Ο μαθητής που υφίσταται οποιασδήποτε μορφής βία πρέπει να νιώσει την ασφάλεια να απευθυνθεί στα μαθητικά συμβούλια και μέσω της στήριξης των συμμαθητών του να επιλυθεί το πρόβλημα άμεσα και αποτελεσματικά. Άλλωστε, ο κάθε μαθητής αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια όταν έχει δίπλα του -συμμάχους- τους υπόλοιπους συμμαθητές του. Η ίδια η μαθητική κοινότητα που βιώνει τα προβλήματα, οφείλει να έχει λόγο και στην εξομάλυνσή τους. Με αυτό τον τρόπο ενισχύεται σημαντικά η αλληλεγγύη μεταξύ των μαθητών, η οποία αποτελεί έναν καθοριστικό παράγοντα για να καταπολεμηθεί ο σχολικός εκφοβισμός.

Συνοψίζοντας, θα εκφράσω την άποψή μου ότι η σχολική βία/εκφοβισμός/τσαμπουκισμός ή όπως αλλιώς ορίσουμε τα περιστατικά ακραίας επιθετικότητας και βίας που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο του σχολικού περιβάλλοντος μεταξύ μαθητών, αποτελούν ένδειξη της βαθιάς ανασφάλειας που αισθάνονται οι μαθητές και της αδυναμίας του σχολικού περιβάλλοντος να τα βοηθήσει να διοχετεύσουν την ενέργειά τους σε δημιουργικούς και συνεργατικούς τρόπους έκφρασης.

Τέλος, δεν πρέπει να μείνουμε αδιάφοροι σε περιστατικά βίας από μαθητές σε εκπαιδευτικούς ή από εκπαιδευτικούς σε μαθητές, τα οποία πρέπει να διερευνώνται και να αντιμετωπίζονται επίσης, γιατί δυστυχώς η βία λαμβάνει πολλές και διαφορετικές μορφές.
Πάντα με ευαισθησία, αγάπη στο παιδί και στον έφηβο και πίστη στο ότι κανείς δεν γεννιέται κακός. Μέσα από αυτό το πρίσμα πιστεύω ότι κάθε περιστατικό με γόνιμο διάλογο, ουσιαστική και συντονισμένη δράση μαθητικής και εκπαιδευτικής κοινότητας, μπορεί να επιλυθεί και να δοθεί μια νέα “-πνοή” στο σύγχρονο σχολείο.

Βιβλιογραφική Αναφορά
Αρτινοπούλου, Β. (2001) Βία στο σχολείο: Έρευνες και πολιτικές στην Ευρώπη, 2η έκδόση, Αθήνα: Μεταίχμιο.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Κοινωνικά

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s