Απεικόνιση του ψυχο-εγκληματικού προφίλ του δράστη “τιμωρού”


Στην Ελλάδα εγκλήματα που μπορούν να καταταχθούν στην “ακραία εγκληματικότητα” δεν έχουν απασχολήσει τα ποινικά χρονικά σε τόση μεγάλη έκταση, σε σχέση με άλλες χώρες. Αντίθετα, τα ποσοστά βίαιων εγκλημάτων, όπως τα εγκλήματα κατά ζωής, είναι χαμηλά. Αυτό, πιστεύω, ότι σε μεγάλο βαθμό οφείλεται και στους συνεκτικούς δεσμούς της ελληνικής οικογένειας που εξακολουθεί να αποτελεί “πυρήνα” της κοινωνίας.

Από την άλλη πλευρά, κάποια εγκλήματα που συγκλόνισαν την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι το έγκλημα “σκληραίνει” και ο εγκληματίας γίνεται πιο “πωρωμένος”. Με το σημερινό μου κείμενο θα προσπαθήσω να απεικονίσω το ψυχο-εγκληματικό προφίλ δυο αντρών που λειτουργούν ακραία, δίνοντας μου την εντύπωση ότι ενεργούν σαν “τιμωροί” και “απονεμητές δικαιοσύνης”, βάσει ασφαλώς της δικής τους διαστρεβλωμένης και ακραίας σκέψης. Επίσης, αν και πρόκειται για διαφορετικές υποθέσεις, εντοπίζω κάποιες αξιοσημείωτες ομοιότητες που οδηγούν στη σύνθεση του προφίλ των δραστών.

Θα ξεκινήσω με την πρώτη υπόθεση. Στις 13 Αυγούστου 2013 ένας 47χρονος επιχειρηματίας από το Άργος πυροβόλησε εν ψυχρώ την κόρη του, με την οποία λίγες ώρες νωρίτερα είχε γευματίσει σε εστιατόριο. Η πρώτη σφαίρα βρήκε την 17χρονη τότε κόρη στον αυχένα και η δεύτερη στο πρόσωπο. Ο δράστης επέστρεψε σπίτι του και αυτοπυροβολήθηκε, ενώ κατέληξε στο Τζάνειο Νοσοκομείο λίγες μέρες αργότερα. Η νεαρή κοπέλα έδωσε σκληρή μάχη για να μείνει στη ζωή, την οποία κατάφερε να κερδίσει. Σήμερα βρίσκεται σε κέντρο αποκατάστασης και δίνει τη δεύτερη μάχη για μια αξιοπρεπή διαβίωση.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο θύτης αιτιολογεί την πράξη του με επιστολή που αφήνει, προτού αυτοπυροβοληθεί. Σύμφωνα με την επιστολή, αποσπάσματα της οποίας δημοσιεύονται στον Τύπο, ισχυρίζεται ότι πρόκειται για ένα έγκλημα εκδίκησης προς την εν διαστάσει γυναίκα του, την οποία κατηγορεί για τη διάλυση του γάμου τους, αλλά και την οικονομική του καταστροφή. Επίσης, χρησιμοποιεί πολύ σκληρά λόγια για να “αιτιολογήσει” (και δικαιολογήσει) το έγκλημα “σκοτώνω την κόρη μας για να μη γίνει σαν εσένα. Κανονικά, θα έπρεπε να σκοτώσω εσένα, αλλά επειδή θα ζήσεις, όσο ζήσεις, με το βάρος του θανάτου της θα είναι καλύτερα”. Στόχος του, λοιπόν, ο θάνατος της ίδιας του της κόρης, χωρίς να έχει βέβαια υπολογίσει ότι το κορίτσι μπορεί να κερδίσει τη μάχη, αλλά και το Γολγοθά που τώρα καλείται να ανέβει.

Πρόκειται, σαφώς, για μια ακραίας μορφής εγκληματικότητα. Με προβληματίζει πολύ έντονα το πώς μπορεί να απεικονιστεί το ψυχο-εγκληματικό προφίλ του δράστη, γιατί είναι ακατανόητο για τον ανθρώπινο νου το πώς ένας πατέρας μπορεί να φτάσει σε μια τόσο ακραία πράξη και να δολοφονήσει την ίδια του την κόρη, το ίδιο του το σπλάχνο δηλαδή.

Θα έλεγα ότι τα στοιχεία που συνθέτουν το προφίλ του είναι ο άκρατος εγωισμός του, ο ναρκισσισμός που τον κάνει να φέρεται σαν να είναι εκείνος το “κέντρο” του κόσμου και ταυτόχρονα η βαθιά πεποίθησή του ότι η εν διαστάσει σύζυγός του πρέπει να ζήσει υποφέροντας, όπως ακριβώς θεωρούσε ότι ζούσε εκείνος:μια ζωή σκληρή, με την προσωπική και επαγγελματική αποτυχία να τον “βαραίνει”. Προτιμά, με άλλα λόγια, από το να προσπαθήσει να ορθοποδήσει ο ίδιος και να προχωρήσει στη ζωή του, να εκδικηθεί την εν διαστάσει σύζυγό του που στέκεται στα πόδια της, αλλά τελικά και την κόρη του, στερώντας της τη ζωή στο άνθος μάλιστα της νιότης και της δημιουργικότητάς της. Αυτό το στοιχείο, επίσης, προκαλεί μεγάλη εντύπωση και με προβληματίζει σχετικά με το εάν ο πατέρας, εν τέλει, εκδικείται και την ίδια του την κόρη…

Διαπράττοντας το έγκλημα, λειτουργεί σαν “τιμωρός” και ταυτόχρονα “απονεμητής της δικαιοσύνης”. Της δικής του ασφαλώς “δικαιοσύνης”, καθώς η συνολική του συμπεριφορά προδίδει ένα άτομο που λειτουργεί σαν “κυρίαρχος” του κόσμου. Εκείνος αποφασίζει, εκείνος εκτελεί, εκείνος τιμωρεί, εκείνος απονέμει “δικαιοσύνη”.

Η σχέση του με την εν διαστάσει σύζυγό του θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μια ακραία σχέση “πάθους” -μίσους και αντίστοιχα ακραία συναισθήματα, ενδεχομένως, διέπουν τη σχέση του με την κόρη του, για την οποία επιλέγει το θάνατο, χρησιμοποιώντας την, κυριολεκτικά, ως μέσο/σαν αντικείμενο για να εκδικηθεί τη μητέρα της. Παράλληλα, είναι άξιο προσοχής ότι επιλέγει να την σκοτώσει, για να “μην καταλήξει σαν τη μάνα της”. Συνεπώς και μόνο η σκέψη ότι η κόρη του μπορεί να μοιάσει στη μάνα της του προκαλεί συναισθήματα δυσφορίας, τα οποία όμως στρέφονται κατά της ίδιας της κόρης του, στο πρόσωπο της οποίας μπορεί να “έβλεπε” την εν διαστάσει σύζυγο σε νεαρότερη ηλικία.

Βάσει της παραπάνω διαστρεβλωμένης λογικής του, μητέρα και κόρη γίνονται “ένα” και για την κόρη ο “τιμωρός” πατέρας επιλέγει το θάνατο, ενώ για τη μάνα επιλέγει μια “ζωή σαν θάνατο”. Πολύ ακραίες οι σκέψεις του, πολύ ακραίες οι αντιδράσεις του και δυστυχώς ένας νέος άνθρωπος που τώρα θα έπρεπε να γεύεται κάθε στιγμή της ζωής, δίνει καθημερινά τη δική του μάχη για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Η ζωή, κάποιες φορές, σίγουρα, ξεπερνάει τα πιο ευφάνταστα σενάρια αστυνομικών σειρών. Τουλάχιστον, η “θεία δίκη” σε αυτή την υπόθεση που έχει χαρακτηριστικά αρχαίας τραγωδίας θα είναι να γίνει καλά το κορίτσι και να σταθεί στα πόδια του.

Πριν από μερικές εβδομάδες, στη Χαλκιδική, ένας άλλος πατέρας έδρασε επίσης σαν “τιμωρός” και “απονεμητής δικαιοσύνης”. Και σε αυτή την περίπτωση η τιμωρία που επιλέγει (δεν χρησιμοποιώ τυχαία το ρήμα “επιλέγει”) ο φερόμενος ως δράστης στρέφεται κατά ολόκληρης της οικογένειας. Δολοφονεί άγρια -σφάζει- τη μητέρα μπροστά στα μάτια του ανήλικου γιου και εν συνεχεία, κατά την περιγραφή του παππού, αρπάζει “σαν κατσίκι” το μικρότερο γιο του, ηλικίας 4,5 ετών, διότι ο μεγαλύτερος γιος που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του αποτρόπαιου εγκλήματος “δεν ζυγώνει τον πατέρα του, από φόβο”.

Η σκέψη του θύτη και σε αυτή την υπόθεση είναι ακραία και βασίζεται στην δική του διαστρεβλωμένη κοσμοθεωρία. Δολοφονεί τη μάνα των παιδιών του μπροστά στα μάτια του ανήλικου παιδιού του, χωρίς καν να αναλογιστεί τις συνέπειες που ένα τέτοιο βίωμα δύναται να έχει στην ψυχοσύνθεση του παιδιού, αποδεικνύοντας ότι λειτουργεί σαν “τιμωρός” που έχει τεράστια εμπιστοσύνη στον εαυτό του και ισχυρή πεποίθηση ότι με την πράξη του “επιβάλλει την τάξη” και “απονέμει δικαιοσύνη”. Δεν τον ενδιαφέρει τίποτα, ούτε καν ο γιος του, την ώρα που μαχαιρώνει τη σύζυγό του. Μοναδικός του σκοπός, εκείνη τη στιγμή, είναι να ολοκληρώσει επιτυχώς την πράξη του.

Μετά την τέλεση του ειδεχθούς εγκλήματος, είναι άξιο επισημάνσεως ότι δεν “λυγίζει” συναισθηματικά, δεν πτοείται πουθενά, αλλά ουσιαστικά σκέπτεται πώς θα “την γλιτώσει”. Σαν λάφυρο, ο “τιμωρός” παίρνει μαζί του το μικρότερο γιο. Ο ίδιος θέλει το μεγαλύτερο για να ξεφύγει πιο εύκολα, αλλά το παιδί δεν τον πλησιάζει από τρόμο. Στη δική του σκέψη εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει τίποτε άλλο, παρά μόνο ο “κυρίαρχος” εαυτός του που πρέπει, με κάθε τρόπο, να σωθεί!

Το διπλό έγκλημα -της ανθρωποκτονίας και αρπαγής του παιδιού- καθιστά εμφανές ότι πρόκειται για έναν “πωρωμένο” εγκληματία που μπορεί να φτάσει στα άκρα για να πετύχει το στόχο του. Έχει την δική του σκέψη και την δική του “λογική”. Διέπεται από μια συναισθηματική απάθεια, θα έλεγα, μπροστά στον πόνο των άλλων, δεδομένου ότι δεν διστάζει να δολοφονήσει άγρια τη σύζυγό του μπροστά στα μάτια του ανήλικου παιδιού του και εν συνεχεία μπροστά στα μάτια των παππούδων να αρπάξει το δεύτερο γιο του και να φύγει, για να κρυφτεί, να σωθεί, να γλιτώσει την τιμωρία και να επιβάλει, εν τέλει, το δικό του “δίκιο”, την δική του “τάξη πραγμάτων”.

Θα ήταν σκόπιμο, συνεπώς, οι αρχές να προσπαθήσουν να “μπουν” στην δική του διαστρεβλωμένη και την ίδια στιγμή ακραία σκέψη, ώστε να καταφέρουν να τον εντοπίσουν και, το κυριότερο, να βρούνε το αγγελουδάκι, ώστε τουλάχιστον να επέλθει η “θεία δίκη” και σε αυτή την υπόθεση που ξεπερνά τη φαντασία.

Κλείνοντας, δεν μπορώ να μη σταθώ στις ομοιότητες των δυο υποθέσεων, πρωτίστως σε ό,τι έχει να κάνει με την συναισθηματική απάθεια μπροστά στον πόνο των άλλων και με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, σαν αντικείμενα προς ικανοποίηση των δικών τους (“αρρωστημένων”) στόχων. Εδώ θα θέσω μια ερώτηση, την οποία ασφαλώς μόνο οι οικείοι μπορούν να απαντήσουν, “αυτοί οι άνθρωποι είχαν δώσει δείγματα της αγριότητάς τους, του βίαιου χαρακτήρα τους και των ακραίων αντιδράσεων τους;”. Κρίνω εξαιρετικά σημαντική την απάντηση, ώστε να προστατευθούν κι άλλες οικογένειες από ακρότητες που δύναται να οδηγήσουν στο έγκλημα.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s