“Εγκλήματα πάθους”: προφίλ δραστών, ανάλυση πέντε υποθέσεων κι ένα σύντομο σχόλιο


Τα εγκλήματα πάθους αποτελούν τους μεγαλύτερους γρίφους για τους εγκληματολόγους. Θα αναλύσω πέντε υποθέσεις ερωτικών εγκλημάτων, οι οποίες απασχόλησαν εκτενέστατα τον Τύπο, τόσο λόγω του αποτρόπαιου τρόπου τέλεσής τους, όσο και λόγω του κινήτρου δράσης. Πρόκειται για τις υποθέσεις: Παναγιώτη Φραντζή, Ιωσήφ Βαγιωνή, Γρηγόρη Κούλα, Δάνου Μουρατίδη και Βαγγέλη Στεφανάκη. Να σημειώσω ότι επιλέγω να αναφερθώ σε αυτές τις υποθέσεις, γιατί τις έχω επεξεργαστεί στο πλαίσιο των μαθημάτων του “Αστυνομικού και Δικαστικού Ρεπορτάζ” του Παν/μίου Αθηνών, αλλά και στο πλαίσιο των διαλέξεων στο ΕΜΜΕ.

Ξεκινώντας από την πολύκροτη υπόθεση Φραντζή (1987), κρίνεται σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι άφησε, κυριολεκτικά, με κομμένη την ανάσα την ελληνική κοινωνία, εξαιτίας της βιαιότητας του εγκλήματος, καθώς ο δράστης τεμάχισε το πτώμα της άτυχης γυναίκας, αλλά και λόγω του πολύ νεαρού της ηλικίας του θύματος. Εκείνη την εποχή μάλιστα βγήκε στη δημοσιότητα μια συγκλονιστική φωτογραφία με το τεμαχισμένο σώμα της κοπέλας, γεγονός που καθιστά αναγκαίο να τεθούν σαφή όρια στο ότι, επιτέλους, συνιστά τη «δημοσιογραφική δεοντολογία». Διαφορετικά, ο κάθε δημοσιογράφος και το κάθε μέσο θα λειτουργεί με “αδηφάγα” κριτήρια, προκειμένου να εξασφαλίσει λίγη περισσότερη αναγνωσιμότητα/τηλεθέαση/ακροαματικότητα και views, για να είμαστε και στο πνεύμα της εποχής. Ο Φραντζής, φοιτητής της ΑΣΟΕ, προερχόμενος από εύπορη οικογένεια, γνωρίζει την Ζωή Γαρμάνη, όταν ήταν ακόμα μαθήτρια Λυκείου. «Έρωτας από την πρώτη ματιά». Ωστόσο, η σχέση τους ήταν θυελλώδης, με πολλές συγκρούσεις, πολλούς χωρισμούς και επανασυνδέσεις, καθώς και βίαια μεταξύ τους επεισόδια.

Όπως διαβάζουμε σε δημοσιεύματα σχετικά με το βράδυ του φόνου «Το βράδυ της 24ης Ιουνίου 1987 επιστρέφουν μετά από διασκέδαση προς στο σπίτι τους, στην οδό Νεμέσεως 21, στα Κάτω Πατήσια. Η Ζωή θέλει να συνεχίσουν την έξοδό τους, ο Παναγιώτης διαφωνεί και μόλις περνάνε την πόρτα, ξεσπάει ο τελευταίος – και μεγαλύτερος – καυγάς. Η σύζυγός του με αφορμή τη διαφωνία τους, ξέσπασε σε βρισιές, του επιτέθηκε και προσπάθησε να τον χτυπήσει, εκείνος βγήκε εκτός εαυτού όταν άκουσε τη Ζωή να τον αποκαλεί «ανίκανο», της όρμησε, την απώθησε βίαια και σύμφωνα με τον ίδιο: «Κάποια στιγμή την έσπρωξα καθώς παλεύαμε και έπεσε με το πίσω μέρος του κεφαλιού της στην κάτω γωνιά του κρεβατιού. Έμεινε ακίνητη. Όταν άρχισα να συνέρχομαι από την έξαλλη κατάσταση που βρισκόμουν, τα έχασα, δεν ήξερα τι να κάνω. Για μισή ώρα την έβλεπα και την ξανάβλεπα έχοντας τα λογικά μου τελείως χαμένα. Κανένας δεν θα πίστευε ότι πέθανε επάνω στον καβγά». Σύμφωνα με την άλλη –κι επικρατέστερη- εκδοχή που κατέθεσε ο αρμόδιος ιατροδικαστής η Ζωή είχε στραγγαλιστεί!».

Ο Φραντζής, μετά τη διάπραξη του εγκλήματος, είχε το «σθένος» να τεμαχίσει το πτώμα της γυναίκας του και να πετάξει σε διάφορους κάδους απορριμμάτων τα μέλη της. Το πρωινό της 25ης Ιουνίου ο συλλέκτης Κώστας Βουζίκης ψάχνοντας στους κάδους της ίδιας περιοχής για γραμματόσημα σε φακέλους αλληλογραφίας ανακάλυψε τη μια από τις σακούλες, ειδοποίησε έντρομος την αστυνομία και σύντομα είχε, πλέον, συμπληρωθεί ολόκληρο το φρικιαστικό παζλ του κορμιού της Ζωής, καθώς μέλη της βρέθηκαν σε διαφορετικά σημεία…

Η δεύτερη περίπτωση που θα εξετάσω αφορά την υπόθεση Βαγιωνή. Φεβρουάριος του 1994, ο επιχειρηματίας Ιωσήφ Βαγιωνής, 47 χρόνων, μαχαιρώνει τη φίλη του, 33χρονη φιλόλογο Ελένη Πίσκου. Ο Βαγιωνής μπροστά στα μάτια των δικαστών του κακουργιοδικείου Χαλκίδας ιατροδικαστών και αστυνομικών, αλλά και μελών της οικογένειας του θύματος, αναπαρέστησε την πράξη του προσπαθώντας να αποδείξει ότι ο θάνατος της Μπίσκου οφείλεται σε αμέλεια και όχι σε πρόθεση. Θα σταθώ στις φράσεις του Βαγιωνή, όπως έχουν καταγραφεί στο αστυνομικό ρεπορτάζ: «Δεν ήξερα που είχε χτυπήσει. Εκείνη τη στιγμή έγινε έκρηξη μέσα στο κεφάλι μου. Εκείνη τη στιγμή, ήμουν ο πιο έκπληκτος άνθρωπος του κόσμου». Σε αυτές τις φράσεις, θα έλεγα ότι συνοψίζεται ο τρόπος με τον οποίο ο δράστης ενός εγκλήματος πάθους μπορεί να νιώσει μετά τη διάπραξη του αποτρόπαιου εγκλήματός του και βλέποντας το πρόσωπο το οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή λάτρευε να κείτεται νεκρό. Αυτό, άλλωστε, είναι ένα σημείο που αποτελεί για τους εγκληματολόγους «γρίφο», το πώς δηλαδή το πάθος που είναι ένα συναίσθημα πολύ δυνατό και που, υπό κανονικές συνθήκες, ομορφαίνει τη ζωή μας, γίνεται ανεξέλεγκτο και οδηγεί ακόμα και στο φόνο. Για να λυθεί ο «γρίφος» σε κάθε έγκλημα πάθους που εξετάζουν οι ειδικοί, είναι συνεπώς σημαντικό να σκιαγραφείται και το προφίλ του δράστη, ώστε να μπορέσουμε να μπούμε στο μυαλό και την ψυχή του. Ο Βαγιωνής, τελικά, καταδικάστηκε πρωτόδικα σε κάθειρξη 21 ετών και στο εφετείο σε 17ετή φυλάκιση, διότι του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς. Σήμερα είναι ελεύθερος. Στο σημείο αυτό να κάνω μια παρένθεση ότι ορισμένα εγκλήματα, κυρίως τα εγκλήματα κατά της ζωής προφανώς σοκάρουν το κοινό, αλλά ο νομικός πολιτισμός βασίζεται στην έννοια και την ουσία της «κοινωνικής επανένταξης» και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν το ηθικό χρέος να πληροφορούν το κοινό για αυτά τα κρίσιμα ζητήματα, ψύχραιμα και ζητώντας την άποψη έγκριτων νομικών, οι οποίοι μπορούν να ενημερώσουν ορθά, ολοκληρωμένα και τεκμηριωμένα το κοινό. Αλλά αυτό είναι ένα διαφορετικό θέμα που θα εξετάσουμε σε άλλο άρθρο.

Η υπόθεση Γρηγόρη Κούλα (1999) αποτέλεσε ένα ακόμα έγκλημα πάθους που συγκλόνισε και απασχόλησε το αστυνομικό ρεπορτάζ εκτενώς. Σε αυτή την περίπτωση, δράστης ήταν ένας επιφανής δικηγόρος. Να υπογραμμίσω, στο σημείο αυτό, ότι σύμφωνα με τους ειδικούς, οι πιθανότητες εμπλοκής σε έγκλημα πάθους μικραίνουν όσο ανεβαίνουμε τη μορφωτική και την κοινωνική κλίμακα, ωστόσο κανένα επίπεδο, ακόμη και το υψηλότερο, δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα διάπραξης ενός τέτοιου εγκλήματος. Αναμφίβολα, όταν εμπλέκονται σε τέτοιου είδους εγκλήματα πρόσωπα με επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική καταξίωση, το ενδιαφέρον των μίντια είναι μεγαλύτερο. Ο Κούλας αποκλήθηκε από τον Τύπο ως ο «στραγγαλιστής της Κηφισιάς», καθώς οι «ταμπέλες» και «ετικέτες» είναι ιδιαίτερα αρεστές στα ΜΜΕ. Ο Γρηγόρης Κούλας, καταδικάστηκε από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Αθήνας σε κάθειρξη 20 ετών για τη δολοφονία της συζύγου του, αφού προηγουμένως του αναγνωρίστηκε μειωμένος καταλογισμός των πράξεών του, λόγω σοβαρής αγχώδους καταθλιπτικής συνδρομής. Όπως διαβάζουμε στα δημοσιεύματα «Στο Εφετείο ο Κούλας κρίθηκε με επιείκεια, “κυρίως για χάρη των παιδιών σας” όπως του ξεκαθάρισε ο πρόεδρος του δικαστηρίου και του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του μειωμένου καταλογισμού, μετατρέποντας έτσι την ποινή των ισοβίων που του είχε επιβάλει το Πρωτοβάθμιο Κακουργιοδικείο σε κάθειρξη 20 ετών».

Η υπόθεση του Δάνου Μουρατίδη (2005) απασχόλησε σε μεγάλο βαθμό το αστυνομικό ρεπορτάζ. Το στοιχείο που προκαλεί το ενδιαφέρον μας στο συγκεκριμένο έγκλημα είναι ότι επρόκειτο για δυο πολύ νέα και όμορφα παιδιά που είχαν ζήσει έναν μεγάλο έρωτα. Την αποκάλυψη της υπόθεσης που έμεινε γνωστή ως «το έγκλημα στη Βέροια» την έκανε η δημοσιογράφος Αγγελική Νικολούλη, μέσα από την εκπομπή της, στην ιστοσελίδα της οποίας βρίσκουμε βίντεο και στοιχεία για την υπόθεση. Σε αυτή την περίπτωση το προφίλ του δράστη, όπως σκιαγραφείται από την Αγγελική Νικολούλη, παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για έναν νεαρό άντρα με έντονο ναρκισσισμό, κτητικότητα, εγωισμό, αλλά και επιθετικότητα, εκρήξεις και βίαιη συμπεριφορά. Και παρόλο που δύσκολα μπορεί να προβλεφθούν –άρα και να προληφθούν- τα εγκλήματα πάθους, εν τούτοις θεωρώ ότι ορισμένα στοιχεία, κυρίως όσα αφορούν επιθετική και βίαιη συμπεριφορά, πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν, γιατί ενδέχεται να αποτελούν «καμπανάκι» ακόμα και για έγκλημα. Άλλωστε, τέτοιου είδους συμπεριφορές, ακόμα κι αν δεν οδηγήσουν σε τέτοιες ακρότητες όπως είναι η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής, είναι προβληματικές.

Εντύπωση επίσης προκαλεί ότι παρόμοια χαρακτηριστικά έχει και η τελευταία υπόθεση που εξετάζω και αφορά την υπόθεση Βαγγέλη Στεφανάκη (2013). Τα κοινά χαρακτηριστικά των δυο υποθέσεων αφορούν το γεγονός ότι και στις δυο περιπτώσεις είχαμε να κάνουμε με δυο πολύ νέα και όμορφα παιδιά που είχαν ζήσει έναν μεγάλο έρωτα. Επίσης, και στις δυο περιπτώσεις ο θύτης είχε επιδείξει επιθετική και βίαιη συμπεριφορά στο παρελθόν και προς το θύμα και προς άλλα άτομα, σύμφωνα τουλάχιστον με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο αστυνομικό ρεπορτάζ, ενώ και στις δυο περιπτώσεις τα θύματα είχαν προσπαθεί να σταματήσουν τη σχέση, αλλά κάτι τους γύριζε πίσω, έστω και για τελευταία φορά….

Αναφορικά με την εν λόγω υπόθεση διαβάζουμε σε δημοσιεύματα του Τύπου «Ξημερώματα της 6ης Απριλίου του 2013. Η Φαίη δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον Βαγγέλη Στεφανάκη, με τον οποίο διατηρεί σχέση τέσσερεις μήνες. Κλείνουν το μοιραίο ραντεβού στην περιοχή της Νέας Μάκρης, λίγα μέτρα από το σπίτι της. Στη μέση του δρόμου, διαφωνούν και διαπληκτίζονται. Τότε ο 26άχρονος την ξυλοκοπά με απίστευτη αγριότητα. «Ο κατηγορούμενος, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σκότωσε την Ευθυμία – Αθανασία (Φαίη) Μπλάχα, χτυπώντας τη με γροθιές στο πρόσωπο, στο κεφάλι και το σώμα, εκμεταλλευόμενος την υπέρτερη σωματική του δύναμη» αναφέρει το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, αιμάτωμα στο αριστερό μάτι με επέκταση στο ζυγωματικό, εκδορές, κάκωση στο δεξί χέρι και μώλωπες – τραύματα σε όλο της το σώμα περιγράφει ο ιατροδικαστής».

Αυτό που πρέπει να επισημάνω είναι ότι δόθηκε πολύ μεγάλη έμφαση σε προσωπικά δεδομένα και η υπόθεση παρουσιάστηκε στο κοινό σαν μια σαπουνόπερα με ένα ερωτικό τρίγωνο να κυριαρχεί. Πιστεύω ότι ήταν λανθασμένη η δημοσιογραφική κάλυψη της υπόθεσης, καθώς δεν προσέφερε στην ενημέρωση του κοινού η αποκάλυψη στοιχείων που αφορούν προσωπικά δεδομένα και εκθέτουν άτομα και καταστάσεις. Ειδικά, όταν η ενημέρωση λαμβάνει τη μορφή φτηνού κουτσομπολιού, γίνεται ακόμα και επικίνδυνη. Κι αυτό είναι ένα σημείο που οι αστυνομικοί συντάκτες οφείλουν να προσέξουν. Το αστυνομικό ρεπορτάζ δεν είναι κουτσομπολιό! Το ενδιαφέρον του κοινού πρέπει να κερδίζεται από τον αστυνομικό συντάκτη όχι λόγω των «πικάντικων» λεπτομερειών, αλλά λόγω της ολοκληρωμένης παρουσίασης της υπόθεσης, της τεκμηρίωσης των στοιχείων και της ανάλυσης που προσφέρει στην ενημέρωση του κοινού και τον βοηθάει να κατανοήσει τόσο τα αίτια της εγκληματικής δράσης, όσο και το προφίλ του δράστη.

Όσον αφορά το προφίλ των δραστών, είναι αξιοσημείωτο ότι πρόκειται κατά κύριο λόγο για άνδρες ψυχικά υγιείς και με λευκό ποινικό μητρώο. Ειδικότερα, το μεγαλύτερο ποσοστό δραστών εγκλημάτων πάθους είναι άνδρες κυρίως λόγω του παρορμητισμού και της σωματικής τους υπεροχής. Το 1/3 των δραστών θέτει τέρμα στη ζωή του, διαφορετικά παραδίδεται στις αρχές ή επιδεικνύει μεταμέλεια. Η ποινική μεταχείριση τους είναι συνήθως ήπια, αν και μπορεί να επιβληθεί και η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Η μορφή που εμφανίζονται είναι περιστασιακή, γι’ αυτό και συνήθως αποκλείεται η υποτροπή. Η έξαρση των εγκλημάτων αυτών παρατηρείται συνήθως τους θερινούς μήνες, και ο τόπος τέλεσης τους είναι κατά κανόνα σε μέρος οικείο στο δράστη. Εντούτοις, η πορεία των πραγμάτων δεν είναι ντετερμινιστική. Πολλά ζευγάρια, παρά τις εντάσεις δεν καταλήγουν στο έγκλημα. Για το λόγο αυτό, τα εγκλήματα πάθους δεν μπορούν ούτε να προβλεφθούν ούτε να προληφθούν. Σύμφωνα με τον Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Νέστορα Κουράκη «ο δράστης είναι ευέξαπτος, ευσυγκίνητος, βρίσκεται υπό καθεστώς σύγχυσης συνειδήσεως και ψυχικής διαταραχής, σε συνδυασμό με έναν πιθανώς πληγωμένο εγωισμό, βιώνοντας ένα αίσθημα αδικίας και έχοντας τάσεις κτητικότητας». Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο είναι ότι τα άτομα που προβαίνουν σε εγκλήματα πάθους έχουν, κατά κανόνα, χαμηλό μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο. Επομένως, οι πιθανότητες εμπλοκής σε έγκλημα πάθους μικραίνουν όσο ανεβαίνουμε τη μορφωτική και την πολιτιστική κλίμακα, αλλά κανένα επίπεδο, όπως ανέφερα και στην προηγούμενη ενότητα, ακόμη και το υψηλότερο, δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα διάπραξης ενός τέτοιου εγκλήματος. Επιπροσθέτως, ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι τα άτομα που διαπράττουν ένα έγκλημα πάθους μέχρι το προηγούμενο δευτερόλεπτο ήταν αυτό που λέμε «άτομα υπεράνω υποψίας». Οι εγκληματίες πάθους δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «ψυχανώμαλοι» και «παρανοϊκοί», βάσει των όρων της ψυχιατρικής, αλλά πρόκειται για άτομα που διέπονται από ναρκισσισμό, εγωισμό, επιθετικότητα και κτητικότητα, ενώ μπορούν να χαρακτηριστούν κυκλοθυμικά, είναι ευέξαπτα και ευσυγκίνητα.

Θα μου επιτρέψετε, κλείνοντας, κάποιες πολύ μικρές παρατηρήσεις-επισημάνσεις. Αναλύοντας «εγκλήματα πάθους» στο πλαίσιο της διδακτικής μου δουλειάς, έχω προβληματιστεί αρκετά σχετικά με αυτής της μορφής την εγκληματικότητα. Ο προβληματισμός μου είναι, εάν ο όρος «έγκλημα πάθους» αποδίδει με απόλυτη ακρίβεια και σαφήνεια τα κίνητρα της εγκληματικής δράσης κι εάν τελικά οι δράστες αισθάνονται πάθος για το θύμα ή για τον ίδιο τους τον εαυτό που ενδεχομένως υπεραγαπούν, με έναν τρόπο αρρωστημένο και ναρκισσσιστικό;

Οι δράστες, άλλωστε, έχουν ισχυρότατες τάσεις κτητικότητας, ναρκισσισμού, είναι εγωιστές και ευέξαπτοι. Επιτίθενται με τεράστια αγριότητα στο θύμα τους, το οποίο μπορεί ακόμα και να κατακρεουργήσουν. Επίσης, μετά τη διάπραξη του εγκλήματος, πολλές φορές έχουν την «ψυχραιμία» να κρύψουν το θύμα τους και να «παίξουν θέατρο» στις αρχές, στην οικογένεια και τους φίλους τους, ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για την υπόθεση ή ακόμα και να ρίξουν το «φταίξιμο» στο ίδιο το θύμα, ισχυριζόμενοι ότι μπορεί να τους έχει εγκαταλείψει και να έχει φύγει με άλλον άντρα κ.λπ. Αυτή η ψυχραιμία τους να καλύψουν τα ίχνη τους, στις περιπτώσεις ασφαλώς που προβαίνουν σε αυτές τις κινήσεις, με προβληματίζει έντονα. Γιατί το πάθος σε “διαλύει”. Άρα, θέτω ένα ερώτημα, “μήπως το πάθος αφορά το ίδιο το εγώ του δράστη και όχι το θύμα;”. Μήπως, το πάθος προς το ίδιο του το πρόσωπο είναι τόσο έντονο που τον “οπλίζει” με απόλυτη ψυχραιμία για να καλύψει τα ίχνη του και να “εξαφανίσει” το πτώμα;

Σαφώς, το πάθος «τυφλώνει». Αλλά, και ο εγωισμός, όταν ξεπερνά τα όρια του μέτρου, «τυφλώνει» και μπορεί να οδηγήσει σε ακρότητες. Συνεπώς, θέτω το ερώτημα είναι το «πάθος» που οδηγεί στο έγκλημα ή ο ακραίος εγωισμός και ο ναρκισσισμός του ατόμου, το πάθος για τον ίδιο του τον εαυτό, η βαθιά πεποίθησή του ότι είναι ο καλύτερος και ότι θα ρεζιλευτεί στην κοινωνία εάν χάσει το «αντικείμενο» όχι του πόθου του, αλλά θα έλεγα το αντικείμενο του αρρωστημένου εγωισμού του; Άρα, θέτω εκ νέου το ερώτημα “μήπως το πάθος δεν αφορά τη γυναίκα, την οποία το άτομο δολοφονεί, αλλά το ίδιο του το πρόσωπο;”.

Σε αυτή την περίπτωση, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα «πάθος» προς το ίδιο του τον εαυτό, τον οποίο το άτομα αγαπά αρρωστημένα, λόγω του εγωισμού και του ναρκισσισμού από τον οποίο διέπεται και ουσιαστικά διαπράττοντας το φόνο προφυλάσσει τον ίδιο του τον εαυτό από το να γίνει αντικείμενο χλευασμού από τον στενό και ευρύτερο περίγυρό του; Ο ναρκισσισμός του είναι τόσο έντονος, ώστε προτιμά, τελικά, τη φυλακή από το δημόσιο εξευτελισμό που φοβάται ότι θα βιώσει εάν εγκαταλειφθεί από τη σύζυγο/σύντροφο.

Μια δεύτερη ένστασή μου αφορά το γεγονός ότι το έγκλημα πάθους δεν «προλαμβάνεται». Θεωρώ ότι ένα άτομο που εκδηλώνει ακραίες και βίαιες συμπεριφορές, ακόμα κι αν δεν φτάσει στο φόνο, είναι επικίνδυνο. Η επιθετική συμπεριφορά που εκδηλώνεται με ξυλοδαρμούς, ακόμα και με λεκτική ή/και ψυχολογική βία οφείλει να προβληματίσει, γιατί ενδέχεται να είναι ένα «καμπανάκι» για την πορεία της σχέσης. Διότι ένα άτομο με τέτοιες συμπεριφορές, λόγω του ευέξαπτου χαρακτήρα του εύκολα μπορεί να περάσει στην «αντιπέρα» όχθη και, ακόμα κι αν αρχική του πρόθεση δεν είναι να σκοτώσει, αλλά να τραυματίσει ή απλώς να τρομάξει το θύμα του, λόγω σωματικής δύναμης ή και της σφοδρότητας της στιγμής, δύναται να οδηγηθεί στο έγκλημα.

Συνοψίζοντας, θα τονίσω ότι τα εγκλήματα πάθους παραμένουν “γρίφοι” τόσο για τον εγκληματολόγο, όσο και για τον αστυνομικό συντάκτη. Επομένως, θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να γίνουν νέες έρευνες, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τον τρόπο δόμησης των σύγχρονων κοινωνιών και των αξιών πάνω στις οποίες στηρίζονται οι σύγχρονες οικογένειες, ώστε να εξετάσουμε το έγκλημα πάθους υπό το πρίσμα των δεδομένων της σύγχρονης εποχής, εάν και εφόσον αυτά δύναται να επιδράσουν σε αυτής της μορφής την εγκληματικότητα.

ΠΗΓΗ
https://eglima.wordpress.com/2015/02/14/kourakis-2/

Βιβλιογραφία

Π. Παπαϊωάννου, (2001), Εγκλήματα Ζηλοτυπίας. Εγκληματολογική Θεώρηση και Νομολογία, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Φ. Τσαλίκογλου, (1984), Σχιζοφρένια και Φόνος. Μια ψυχολογική-εγκληματολογική έρευνα, Παπαζήσης, Αθήνα.

Α. Τσιγκρής, (2004), Εγκλήματα από Έρωτα, ΑΝΤ.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη.

Etienne de Greeff, (1989-μτφρ. Η. Σαγκουνίδου-Δασκαλάκη. Επιστημονική διεύθυνση: Ι. Φαρσεδάκης), Έρωτας και εγκλήματα από έρωτα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s