Monthly Archives: July 2015

Το δικό μου καλοκαίρι

Το δικό μου καλοκαίρι αρχίζει εκεί όπου τα ασημένια αστέρια ενώνονται με το γαλάζιο της θάλασσας και δημιουργούν μια μαγική γέφυρα. Μια γέφυρα που με λαχτάρα ανεβαίνω για να φτάσω τα όνειρά μου. Το δικό μου καλοκαίρι αντηχεί παιδικές φωνές και γέλια. Μικρά πατουσάκια που αφήνουν ίχνη πάνω στην χρυσαφένια αμμουδιά για να χαράξουν την δική τους πορεία στο μέλλον.

Το δικό μου καλοκαιρι έχει γεύση σοκολάτα. Γεύση γλυκιά, με πολλή αγάπη για το σήμερα και με πάθος για το αύριο. Έχει πολλές αγκαλιές και ακόμα περισσότερα φιλιά αλατισμένα από το νερό της θάλασσας, στην οποία δεν χορταίνω να βουτώ. Έχει την πόρτα ανοιχτή σε νέες εμπειρίες και από το παράθυρο πλημμυριζει φως την καθημερινότητα για να ομορφύνει ο ήλιος με τις λαμπερές ηλιαχτίδες του ακόμα και τις πιο σκοτεινές μέρες.

Το δικό μου καλοκαίρι έχει πολλά αγαπημένα βιβλία που ανοίγουν, πονηρά, το δρόμο για να ζήσω όποιο παραμύθι επιλέξω. Έχει ωραίες και δημιουργικές συζητήσεις με τους φίλους, κάτω από το φως του φεγγαριού. Έχει τη γλύκα του κερασιού στα χείλη και του παγωμένου κρασιού την ώρα που το μυαλό αναζητεί τρόπους για να ξεφύγει από τη ρουτίνα της μεγαλούπολης και να “χορέψει” στους καλοκαιρινούς ρυθμούς, σαν να μην υπάρχει αύριο, όπως τότε που η έφηβη καρδιά ζούσε για την ένταση της μίας και μοναδικής στιγμής που έκρυβε μέσα της, όμως, την αιωνιότητα.

Το δικό μου καλοκαίρι έχει πολλή φαντασία. Έχει χιλιάδες όνειρα και σχέδια για τα νέα ξεκινήματα του Σεπτέμβρη.

Το δικό μου καλοκαίρι είναι στιγμές. Στιγμές με όλους όσους αγαπώ και θέλω να είναι στη ζωή μου και την καθημερινότητά μου. Είναι, ταυτόχρονα, και χιλιάδες τρυφερές αναμνήσεις που ξεχύνονται από μια γωνίτσα της καρδιάς και πλημμυρίζουν την ψυχή μου συναισθήματα. Είναι, κυρίως, αναμνήσεις που κουβαλούν τη γιαγιά και τον παππού (γιατί τα καλοκαίρια μου λείπουν ακόμα περισσότερο) και έχουν πάντα την απίστευτη μυρωδιά της παιδικής αθωότητας και ξεγνοιασιάς.

Το δικό μου καλοκαίρι μόλις ξεκινά…!

Να είστε καλά, αγαπημένοι μου διαδικτυακοί φίλοι και αγαπημένες διαδικτυακές φίλες! Να απολαύσετε το καλοκαίρι σας όπου κι αν βρίσκεστε, γιατί τις στιγμές μας τις φτιάχνουμε μόνοι μας. Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, με το αυγουστιάτικο φεγγάρι να μας “ταξιδεύει” σε μέρη μαγικά, μπορούμε να ζήσουμε το πιο όμορφο και το πιο συναρπαστικό καλοκαίρι!

Το φετινό καλοκαίρι είναι, αναμφίβολα, εξαιρετικά κρίσιμο για τη χώρα. Όλοι είμαστε προβληματισμένοι και αγωνιούμε για το αύριο. Ωστόσο, δεν πρέπει να πάψουμε να ονειρευόμαστε, να αγαπάμε, να ερωτευόμαστε, να παθιαζόμαστε, να δημιουργούμε, να ζούμε το σήμερα έντονα, να ατενίζουμε το μέλλον με αισιοδοξία και να σχεδιάζουμε το αύριο δημιουργικά. Το οφείλουμε στους εαυτούς μας και στα παιδιά μας και αξίζουμε αυτές τις καλύτερες μέρες!Ας τις αναζητήσουμε, λοιπόν, σε ένα κομμάτι ουρανού και σε ένα κύμα που θα μας φέρει πιο κοντά στις πιο κρυφές μας σκέψεις και σε ό,τι μας κάνει πραγματικά ευτυχισμένους.

Καλό καλοκαίρι σε όλους!

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Κοινωνικά

Συνέντευξη Χρήστου Θηβαίου και “κακοί” δημοσιογράφοι: μια συζήτηση που πρέπει να γίνει

Η συνέντευξη του τραγουδιστή και συνθέτη Χρήστου Θηβαίου στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Θεσσαλονίκης και στην ραδιοφωνική παραγωγό Δέσποινα Αυγερίδου αποτέλεσε “θέμα της ημέρας” στα κοινωνικά δίκτυα, έχοντας προκαλέσει πολλές και έντονες αντιδράσεις. Διαφωνώ πλήρως με το ύφος και τον τόνο της φωνής του που σαν δάσκαλος άλλης εποχής αποκαλεί “κακή δημοσιογράφο” (ανέφερε εμφατικά “γι’ αυτό δεν είσαστε καλή δημοσιογραφος”) μια δημοσιογράφο που του κάνει την τιμή να τον φιλοξενήσει στην εκπομπή της. Μάλιστα, θα ήθελα στο σημείο αυτό να κάνω μια παρένθεση και να υπογραμμίσω ότι έχει γίνει σε όλους μας η εύκολη “καραμέλα” ότι όλοι οι δημοσιογράφοι είναι “κακοί”. Θα μου επιτρέψετε στο θέμα αυτό να έχω μια ευαισθησία, γιατί διδάσκω δημοσιογραφία σε νέα παιδιά, τόσο σε φοιτητές, όσο και σε επαγγελματίες δημοσιογράφους, και βλέπω ότι έχουμε “διαμαντάκια”, με δυνατή πένα και άρτια δομημένο λόγο, με γνώση και δίψα για δημιουργική δουλειά και για έρευνα.

Επιπροσθέτως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η δημοσιογραφία είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο και απαιτητικό επάγγελμα: πολύ σκληρά ωράρια, τεράστιος ανταγωνισμός και πίεση, λίγα χρήματα αν εξαιρέσουμε τους (λίγους) “σταρ” δημοσιογράφους. Παράλληλα, αρκετές φορές, ο δημοσιογράφος θέτει σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή στο “κυνήγι” της είδησης.

Σαφώς, πρέπει να γίνουν πολλά βήματα για να μπορέσει να εγκαινιαστεί η “νέα εποχή δημοσιογραφίας”, η οποία θα βασίζεται στην πραγματική έρευνα, στο “κυνήγι” της ουσιαστικής είδησης και στην αξιοποίηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία πρέπει να χρησιμοποιηθούν από το σύγχρονο δημοσιογράφο ως πολύτιμα εργαλεία δουλειάς του στην νέα ψηφιακή εποχή. Για να επιτευχθούν τα προαναφερθέντα, απαιτείται κατ’ αρχάς εκπαίδευση και ορθή προετοιμασία ώστε να συνδυαστεί η θεωρία με την πράξη όσο καλύτερα γίνεται και κατά δεύτερον, είναι αναγκαία η διάθεση όλων των εμπλεκόμενων με τα ΜΜΕ φορέων προκειμένου να ανοίξουν καινούργιοι δρόμοι στη δημοσιογραφία στο πλαίσιο μιας εποχής που αλλάζει ριζικά.

Ωστόσο, παρά τα βήματα που πρέπει επιτέλους να γίνουν, πιστεύω ότι δεν πρέπει να είμαστε συνεχώς απορριπτικοί και άδικα επικριτικοί εναντίον του δημοσιογραφικού κόσμου. Ασφαλώς, οφείλουμε να στεκόμαστε κριτικά απέναντι στα “κακώς κείμενα” και να στηλιτεύουμε τις περιπτώσεις εκείνες όπου δημοσιογράφοι δεν ασκούν το επάγγελμά τους με υπευθυνότητα και σοβαρότητα. Ειδικά, στις περιπτώσεις εκείνες όπου οι δημοσιογράφοι “κανιβαλίζουν” συνανθρώπους μας, στοιχείο που έχουμε καταγράψει πολλές φορές μέσα από τις έρευνές μας. Δυστυχώς, όμως, ακόμα και τότε συχνά γινόμαστε “συνένοχοι” με το να διαβάζουμε ή να παρακολουθούμε ρεπορτάζ που (ενδεικτικά αναφέρω) καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια συμπολιτών μας, παραβιάζουν κατάφωρα το τεκμήριο της αθωότητας, δεν σέβονται τους ανηλίκους και πολλά άλλα.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταδικάζουμε, συλλήβδην, όλους τους δημοσιογράφους. Γιατί, με αυτού του είδους τις αυθαίρετες γενικεύσεις, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να αξιοποιήσουμε το καλό και να απομακρύνουμε το κακό. Έτσι, θα στερήσουμε το δικαίωμα από τις μελλοντικές γενιές να δώσουν τα δικά τους θετικά δείγματα γραφής και να αφήσουν το στίγμα τους, αφού εκ των προτέρων τους καταδικάζουμε χαρακτηρίζοντάς τους “κακούς” δημοσιογράφους. Οφείλουμε να δείξουμε εμπιστοσύνη στη νέα γενιά δημοσιογράφων και να την βοηθήσουμε με κάθε τρόπο να χαράξει μια δυναμική πορεία στο χώρο, να κάνει σημαντικά πράγματα, αναδεικνύοντας ενδιαφέρουσες πτυχές πολυσύνθετων και πολυδιάστατων ζητημάτων που αφορούν το ευρύ κοινό.

Οι διδάσκοντες οφείλουμε να δώσουμε την ώθηση στη νέα ερευνητική δημοσιογραφία να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί. Οι υπεύθυνοι των μίντια, με τη σειρά τους, να δώσουν την ευκαιρία στους νέους δημοσιογράφους να εμβαθύνουν στα θέματα που παρουσιάζουν, να αναζητήσουν το “κάτι” που θα κάνει τη διαφορά στο ρεπορτάζ τους και ταυτόχρονα να καταφέρουν να δώσουν την επιστημονικά τεκμηριωμένη πληροφορία στο κοινό με τρόπο απλό και κατανοητό, αξιοποιώντας κατάλληλα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κυρίως twitter και facebook, τα οποία παγκοσμίως πλέον χρησιμοποιούνται ως δημοσιογραφικά “εργαλεία”. Όλοι μαζί πρέπει και έχουμε τη δύναμη να αλλάξουμε τα “κακώς κείμενα”, γιατί κι εμείς έχουμε απόλυτη ευθύνη ως προς το τι επιλέγουμε να διαβάσουμε, να παρακολουθήσουμε και γενικά από ποιες πηγές ενημερωνόμαστε.

Για να κλείσω αυτή την πολύ μεγάλη παρένθεση, θα ήθελα να επισημάνω ότι ως προς την ουσία της συνέντευξης Θηβαίου, συμφωνώ με κάποια σημεία. Κυρίως, με βρίσκει σύμφωνη το ότι “κακιές” βαθιές ριζωμένες αντιλήψεις και νοοτροπίες των Ελλήνων πήγαν τη χώρα μας πολύ πίσω αναφορικά με την πρόοδο και ανάπτυξη. Πιο συγκεκριμένα, η νοοτροπία του να “βολευτούμε” στο δημόσιο και να αναζητήσουμε το εύκολο χρήμα χωρίς κόπο, κυριάρχησε για πάρα πολλά χρόνια στην ελληνική πραγματικότητα και, δυστυχώς, αποτέλεσε το “σύνθημα” πολιτικών κομμάτων που έφτασαν τη χώρα σε αδιέξοδο, Επίσης, η νοοτροπία ότι τα παιδιά μας πρέπει να γίνουν μόνο γιατροί και δικηγόροι, γιατί είναι “ντροπή” να δουλεύουμε στα χωράφια, στις οικοδομές, στα τεχνικά επαγγέλματα, δημιούργησε “στρατιές ανέργων”, ενώ πολλά παιδιά μας θα μπορούσαν να βρουν την ευτυχία σε αυτό που πραγματικά ονειρεύονταν να κάνουν, όπως ένα τεχνικό επάγγελμα.

Τα παραπάνω στοιχεία οδήγησαν σε αυτό που ο Θηβαίος ανέφερε ως “επίπλαστη ευμάρεια”. Μια ευμάρεια που, εν τέλει, μας έφερε δυστυχία και μας αποδυνάμωσε, διότι αποδείχθηκε ψεύτικη, “κάλπικη” και μας αποξένωσε από τους δικούς μας ανθρώπους και από όσα πραγματικά μας έκαναν ευτυχισμένους. Δεν συμφωνώ όμως με απόλυτα “αξιώματα” και γενικεύσεις, επειδή πιστεύω ότι τη ζωή, σε μεγάλο βαθμό, την φτιάχνουμε με τις επιλογές μας και έχω την αισιοδοξία ότι μπορεί να γίνει καλύτερη. Είναι, επομένως, στο χέρι του κάθε ατόμου να κάνει ένα βήμα μπροστά, για να αλλάξει ο κόσμος μας. Ο κάθε ένας από εμάς φέρει την ευθύνη των πράξεων και των επιλόγων του και σήμερα είναι μια μέρα που πρέπει να είναι διαφορετική από την προηγούμενη. Το να γκρινιάζουμε και να επιρρίπτουμε συνεχώς ευθύνες στους άλλους δεν είναι λύση. Λύση είναι να δημιουργήσουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Είναι σημαντικό να επαναπροσδιοριστούμε και να μάθουμε να ζούμε και να αγαπάμε από την αρχή…

Συμπερασματικά, ο Θηβαίος είναι ένας καταξιωμένος καλλιτέχνης που μας έχει “συντροφεύσει” σε πολλές στιγμές μας με τις δημιουργίες του. Έκανε, κατά την κρίση μου, λάθος υιοθετώντας επιθετικό ύφος απέναντι σε μια δημοσιογράφο που τον τίμησε με τη φιλοξενία της στην ραδιοφωνική της εκπομπή, αλλά ούτε αυτό σημαίνει ότι πρέπει να του “εξαπολύσουμε επίθεση” μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα. Ας μην έχουμε εμμονές, ας κρατήσουμε τα στοιχεία που ομορφαίνουν τη ζωή μας και ας προχωρήσουμε….

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Κοινωνικά

Παιδιά φυλακισμένων γονέων και το “στίγμα του εγκλεισμού”: τρόπος προσέγγισης από τα ΜΜΕ

Από το πολύ ενδιαφέρον άρθρο των Christopher Uggen και Suzy Mcelrath, το οποίο δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Criminal Law and Criminology, vol.104, issue 3, το φθινόπωρο του 2014, με τίτλο “Parental Incarceration: What we know and where we need to go”, εξάγονται σημαντικά συμπεράσματα αναφορικά με τις οδυνηρές επιπτώσεις της φυλάκισης των γονέων στην ψυχοσύνθεση και σωματική υγεία των παιδιών τους.

Ένα πρώτο συμπέρασμα αφορά την σημαντική αύξηση του αριθμού των έγκλειστων γονέων στα καταστήματα κράτησης των ΗΠΑ, γεγονός που σχετίζεται περισσότερο με το σύστημα απονομής δικαιοσύνης και την επιλογή των επιβληθεισών ποινών παρά με την αύξηση των ποσοστών εγκληματικότητας.

Ένα επίσης εξαιρετικής σημασίας συμπέρασμα σχετίζεται με την κατάρριψη ενός μύθου, σύμφωνα με τον οποίο οι φυλακισμένοι γονείς είναι αμέτοχοι στις ζωές των παιδιών τους, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού. Αντίθετα, στο άρθρο τονίζεται ότι οι φυλακισμένοι γονείς είναι “αληθινοί γονείς”/real parents. Πιο συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι 40% των έγκλειστων πατεράδων και 60% των μητέρων ζούσαν με τα παιδιά τους πριν τον εγκλεισμό τους, ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι ένα ακόμα 40% των έγκλειστων πατεράδων που δεν ζούσαν με τα παιδιά τους είχαν τακτικό επισκεπτήριο από τα παιδιά τους στη φυλακή.

Σε ένα μεγάλο βαθμό, συνεπώς, οι έγκλειστοι γονείς πριν τη φυλάκισή τους είχαν αναλάβει οι ίδιοι τη φροντίδα και την ανατροφή των παιδιών τους, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι η οικογενειακή τους ζωή εκτός φυλακής ήταν πάντοτε καλή ή κοινωνικά αποδεκτή. Διαπιστώνεται ότι υπάρχουν και στοργικές οικογένειες από τη μία και οικογένειες που παραμελούσαν ή/και κακοποιούσαν τα παιδιά από την άλλη. Ο χωρισμός συχνά προηγείται του εγκλεισμού, γεγονός που πολλές φορές κρίνεται αναγκαίο για την προστασία των παιδιών.

Ως προς τα σοβαρότατα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα παιδιά, των οποίων οι γονείς εκτίουν την ποινή τους στα καταστήματα κράτησης, υπογραμμίζεται ότι αυτά διακρίνονται σε δυο μεγάλες κατηγορίες: ψυχολογικά και σωματικά, με δυσμενέστατες μακροπρόθεσμες συνέπειες που εμποδίζουν την ομαλή σωματική και ψυχολογική ανάπτυξη των συγκεκριμένων παιδιών, τα οποία καλούνται να “παλέψουν” με ένα ακόμα “θηρίο”: το στίγμα της φυλάκισης των γονέων τους που καθιστά και τα ίδια, εν τέλει, “κοινωνικά μιάσματα”, “μη αποδεκτά” άτομα τόσο από το στενό όσο και από το ευρύτερο κοινωνικό τους περιβάλλον.

Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι τα παιδιά των οποίων οι γονείς είναι έγκλειστοι σε κατάστημα κράτησης, συχνά εσωτερικεύουν τα προβλήματά τους, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν κατάθλιψη και άλλες παθογόνες καταστάσεις ή, αντίθετα, εξωτερικεύουν τα έντονα συναισθήματά τους, υιοθετώντας επιθετικές αλλά και παραβατικές συμπεριφορές. Ως προς τα προβλήματα υγείας, αντιμετωπίζουν χρόνιες παθήσεις, όπως ημικρανίες, άσθμα και υψηλή χοληστερίνη. Αντιμετωπίζουν, ταυτόχρονα, σοβαρότατα προβλήματα στο σχολικό τους περιβάλλον που οδηγούν είτε σε συνεχείς “κοπάνες” από το χώρο του σχολείου, είτε τελικά στο να εγκαταλείψουν το σχολείο. Ακόμα όμως και ως ενήλικες, όπως εμφατικά σημειώνεται στο εν λόγω άρθρο, δυσκολεύονται σε πολύ μεγάλο βαθμό να υιοθετήσουν τους βασικούς ρόλους που ένας ενήλικας αναμένεται να έχει υιοθετήσει.

Όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι πολύ σημαντικά και οφείλουν να διερευνηθούν, συστηματικά, και στην ελληνική πραγματικότητα, όπου αναμφίβολα ο εγκλεισμός του γονιού στη φυλακή δημιουργεί ένα τεράστιο κοινωνικό στίγμα, το οποίο ακολουθεί το παιδί, ακόμα και στην ενήλικη ζωή του. Σε αυτό το σημείο είναι απολύτως αναγκαία η νηφάλια και ολοκληρωμένη ενημέρωση του κοινού από τα ΜΜΕ, προκειμένου το “στίγμα του εγκλεισμού” τόσο για τον ίδιο τον αποφυλακισθέντα όσο και για τα παιδιά του να καταρριφθεί.

Ειδικά, αναφορικά με τα παιδιά, των οποίων οι γονείς είναι φυλακισμένοι, ο δημοσιογραφικός κόσμος πρέπει να συμβάλλει στη διασφάλιση της ομαλής συνέχειας της ζωής τους, βοηθώντας τους να απαλλαγούν από το κοινωνικό στίγμα και την κοινωνική απόρριψη ή/και κατακραυγή.

Δυστυχώς, τα ΜΜΕ στην ελληνική πραγματικότητα δεν έχουν δώσει πολλά θετικά δείγματα γραφής σε αυτό τον τομέα, της προστασίας των παιδιών φυλακισμένων, προχωρώντας ακόμα και σε δημόσια διαπόμπευση ανηλίκων, των οποίων οι γονείς βρίσκονται στη φυλακή. Στο βιβλίο μου “Τρομοκρατία και ΜΜΕ, (εκδ. Σάκκουλα), αναλύω συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου καθίσταται εμφανές ότι ο τρόπος προσέγγισης από τα ΜΜΕ ανάλογων περιπτώσεων παρουσιάζει πολλά προβλήματα.

Η δική μου πρόταση αφορά την ένταξη θεματικών ενοτήτων σε ενημερωτικές εκπομπές, ενημερωτικά sites, εφημερίδες κλπ., οι οποίες θα πραγματεύονται αποκλειστικά τα πολυσύνθετα και πολυδιάστατα ζητήματα των φυλακών, με πολύ διαφορετικό τρόπο όμως από τον τρόπο με τον οποίο γίνονται μέχρι σήμερα οι αναφορές. Οι αναφορές, δηλαδή, δεν πρέπει να είναι αποσπασματικές, ελλιπείς και, σε καμία περίπτωση, να στοχεύουν στην τρομολαγνεία του κοινού ή, αντίθετα, στην ηρωοποίηση συγκεκριμένων προσώπων.

Η πραγματικότητα της φυλακής θα πρέπει να παρουσιάζεται από δημοσιογράφους που θα έχουν αποκτήσει ουσιαστική γνώση στο αντικείμενο, θα έχουν μελετήσει τις αξίες και τις αρχές που διέπουν τον χαρακτηριζόμενο από τους εγκληματολόγους “υποπολιτισμό” της φυλακής και η δημοσιογραφική ενημέρωση, μέσα από τις συγκεκριμένες θεματικές ενότητες, θα στοχεύει στο να δημιουργηθεί μια “γέφυρα” επικοινωνίας μεταξύ των αποφυλακισθέντων και τις οικογενειών τους με τα μέλη του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, ώστε να πάψει να υφίσταται το “στίγμα της φυλακής” (με τις οδυνηρές συνέπειες τόσο για τους ίδιους όσο και για τις οικογένειές τους και κυρίως τα παιδιά τους), καθώς και να δοθεί μια ουσιαστική ευκαιρία κοινωνικής επανένταξης των αποφυλακισθέντων και διασφάλιση μιας υγιούς ζωής για τα παιδιά των φυλακισμένων ή/και αποφυλακισθέντων.

Τονίζω, βέβαια, στο σημείο αυτό, για να προλάβω αντιδράσεις, ότι δεν αναφέρομαι σε σκληρούς και πωρωμένους εγκληματίες, αλλά σε αποφυλακισθέντες που αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία και την οποία δυστυχώς ποτέ ή, σε ελάχιστες περιπτώσεις, έχουν.

Πιστεύω ότι τα ΜΜΕ μπορούν να διαδραματίσουν ένα σημαίνοντα ρόλο στο να δημιουργηθεί αυτή η “γέφυρα” επικοινωνίας και το ευρύ κοινό να ενημερωθεί ουσιαστικά και συστηματικά για το τι, πραγματικά, συμβαίνει πίσω από τα τεχνητά τείχη που χωρίζουν τις φυλακές από την ελεύθερη κοινωνία. Επίσης, το κοινό πρέπει να ενημερωθεί, πρωτίστως, για το τι συμβαίνει με την αποφυλάκιση και πώς και γιατί, συχνά, αυτοί οι άνθρωποι ή ακόμα και τα παιδιά τους οδηγούνται εκ νέου στη φυλακή, λόγω της ελλιπούς πρόνοιας που υπάρχει. Ο δημοσιογραφικός κόσμος οφείλει να προσεγγίσει με ιδιαίτερη ευαισθησία, αλλά και με ισχυρή γνώση, το ζήτημα των φυλακών, της υποτροπής και των σχέσεων του έγκλειστου πληθυσμού με τις οικογένειές τους και τα μέλη της ευρύτερης κοινωνίας. Με αυτό τον τρόπο, το κοινό θα ενημερωθεί εις βάθος και ουσιαστικά, αλλά και η δημοσιογραφία θα περάσει σε μια νέα φάση, εγκαινιάζοντας την εποχή της “ερευνητικής δημοσιογραφίας” στο χώρο των φυλακών και άλλων ζητημάτων εγκληματολογικού ενδιαφέροντος.

Αυτήν τη στιγμή, τόσο με τα δυο προγράμματα που έχουμε αναλάβει στο elearning του Παν/μίου Αθηνών, με τίτλους “ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα” και το “Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ”, καθώς και με τα μαθήματα εγκληματολογίας στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, παρέχουμε τη γνώση στους φοιτητές και δημοσιογράφους σχετικά με όλα τα προαναφερθέντα ζητήματα, την οποία πρέπει οι ίδιοι να αξιοποιήσουν πρακτικά. Είναι, ασφαλώς, σημαντικό να τους δοθεί η ευκαιρία να ανοίξουν νέους δρόμους στην έρευνα και τη δημοσιογραφία που ασχολείται με το έγκλημα, το φαινόμενο της εγκληματικότητας και το χώρο των καταστημάτων κράτησης. Η αρχή πρέπει να γίνει σύντομα και να είναι πολύ δυναμική!

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Κοινωνικά

Περί δημοσιογραφίας ο (σοβαρός) λόγος

Αναμφίβολα, ο κάθε δημοσιογράφος έχει τις προσωπικές του θέσεις ακόμα και προκαταλήψεις. Παράλληλα, δέχεται μια σειρά πιέσεων που σχετίζονται με τον ανταγωνισμό του επαγγέλματος, συχνά αθέμιτο, όπως να φέρει πρώτος την είδηση, το “αποκλειστικό”, ταχύτατα μάλιστα, αλλά και πιέσεις που δύναται να προέρχονται από άλλα συμφέροντα και σκοπιμότητες. Τα παραπάνω στοιχεια, όμως, δεν πρέπει να αποτελέσουν τροχοπέδη κατά την άσκηση του δημοσιογραφικού του επαγγέλματος. Ο δημοσιογράφος είναι επαγγελματίας και καθήκον του είναι η ολοκληρωμένη, ακριβής και σαφής ενημέρωση του κοινού.

Όπως υπογράμμισα και σε προηγούμενο κείμενό μου, η έννοια της “αντικειμενικής δημοσιογραφίας” πλέον αμφισβητείται διεθνώς. Ωστόσο, δεν επιτρέπεται στο δημοσιογράφο να παρουσιάζει μονομερώς μόνον μια θέση, στοιχείο που έχουμε δει πολλές φορές να συμβαίνει. Η “ισορροπία”, δηλαδή η ισορροπημένη παρουσίαση όλων των πλευρών και απόψεων, αποτελεί μια λέξη-κλειδί για τους δημοσιογράφους.

Θα μπορούσα, ενδεικτικά, να αναφέρω τον τρόπο παρουσίασης του εγκλήματος και του φαινομένου της εγκληματικότητας από τα ΜΜΕ, τα οποία έχω μελετήσει ενδελεχώς στα εκπαιδευτικά προγράμματα elearning του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τίτλο: “ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα” και “Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ”. Μία από τις πρωταρχικές μου διαπιστώσεις, μέσα από τη έρευνα, ήταν ότι ο τρόπος παρουσίασης του εγκλήματος και του φαινομένου της εγκληματικότητας, σε πολλές περιπτώσεις, παραβιάζει καταφανώς τις θεμελιώδεις αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, καθώς και της ελληνικής νομοθεσίας, οδηγώντας συχνά σε δημόσια διαπόμπευση προσώπων.

Θα μπορούσε στο σημείο αυτό να αναφερθεί η συχνή παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, όπου οι δημοσιογράφοι δεν σέβονται την αρχή βάσει της οποίας ουδείς μπορεί να θεωρηθεί ένοχος, εάν δεν αποφανθεί σε αμετάκλητο βαθμό το αρμόδιο δικαστήριο. Ενδιαφέρον, μάλιστα, παρουσιάζει το γεγονός ότι ακόμα κι όταν το ίδιο το άτομο ομολογήσει την ενοχή του, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί από τα ΜΜΕ ως “ένοχος”, (αλλά θα χρησιμοποιήσουν και πάλι τον όρο “ο φερόμενος ως δράστης”) εαν το αρμόδιο δικαστήριο δεν αποφανθεί, αμετάκλητα, για την ενοχή του.

Ταυτόχρονα, παρατηρείται ότι ο τρόπος παρουσίασης του φαινομένου της εγκληματικότητας από αρκετά μέσα δεν βασίζεται σε έρευνα, έχει ως μοναδικη πηγή άντλησης πληροφοριών την αστυνομία, δεν στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα και χρησιμοποιεί λανθασμένα τους εγκληματολογικούς και νομικούς όρους.

Εν τούτοις, θα ηθελα να τονίσω ότι οι ακραίες αντιδράσεις εις βάρος δημοσιογράφων από την πλευρά των πολιτών είναι καταδικαστέες. Ας μην ξεχνάμε ότι οι δημοσιογράφοι, παγκοσμίως, διακινδυνεύουν σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και τη ζωή τους για να φτάσουν στην είδηση.

Συνεπώς, ειδικά και στο πλαίσιο μιας εποχής όπου η δημοσιογραφία μαστίζεται από τη κρίση, το επάγγελμα του δημοσιογράφου πρέπει να ενισχυθεί. Κρίνω σκόπιμο να δοθεί έμφαση στην εκπαίδευση των δημοσιογράφων και να πραγματοποιηθούν ειδικά μαθήματα-σεμινάρια, ώστε για παράδειγμα οι αστυνομικοί και διαστικοί συντάκτες να μάθουν τις βασικές εγκληματολογικές έννοιες, καθώς και τους ποινικούς και εγκληματολογικούς όρους και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, να εκπαιδευτούν στο πώς θα μπορουν ορθά να χειρίζονται την εγκληματολογική και νομική γνώση στο ρεπορτάζ τους, προχωρώντας και σε αντίστοιχες αναλύσεις εγκληματολογικού ενδιαφέροντος στο πλαίσιο ασφαλώς του δημοσιογραφικού κειμένου και δημοσιογραφικού λόγου.

Δίνω μεγάλη βαρύτητα στην έννοια της εκπαίδευσης και επιμόρφωσης, με κύριο άξονα να συνδυαστεί η θεωρία με την πράξη. Γιατί, πρέπει να επισημάνω ότι, κάποιες φορές, σε γραπτά φοιτητών μου βλέπω ότι ενώ απαντάνε άριστα στις ερωτήσεις που βασίζονται στη θεωρία, όταν συντάσσουν το δικό τους ρεπορτάζ ενδέχεται να κάνουν κάποια λαθάκια στη χρήση των όρων. Άρα, είναι πολύ σημαντικό να μπορέσουμε να μεταφέρουμε, εποικοδομητικά, τη θεωρία στη πράξη, με τρόπο απλό και κατανοήτο στο ευρύ κοινό, παρέχοντάς του ολοκληρωμένη ενημέρωση και ταυτόχρονα κάποια παραπάνω στοιχεία που θα συμβάλλουν ακόμα περισσότερο στην ενημέρωσή του και ενδεχομένως και στον προβληματισμό του για κάποια ζητήματα.

Επίσης, εξαιρετικά σημαντικό είναι να ξεκινήσει επιτέλους μια σοβαρή συζήτηση σχετικά με τις αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και πώς αυτές, πέρα από το θεωρητικό της πλαίσιο, μπορούν και πρέπει να εφαρμοστούν στην πράξη, λαμβάνοντας ασφαλώς υπ’όψιν τις ριζικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στη “νέα δημοσιογραφία” της ψηφιακής εποχής. Είναι αναγκαίο να τεθεί ένα πιο σαφές πλαίσιο λειτουργίας του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, ώστε να μην προβαίνουν σε ακρότητες ορισμένοι δηοσιογράφοι ή ορισμένα μέσα στο βωμό της αύξησης κέρδους ή της εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφεροντών και, εν συνεχεία να εμφανίζονται αυτές οι ακρότητες (π.χ.διαπόμπευση προσώπων, δημοσίευση φωτογραφιών νεκρών κλπ.) ως αναπόσπαστο στοιχείο της “ελευθερίας του Τύπου” και η όποια προσπάθεια να δοθεί τέλος σε αυτές τις ακρότητες να προσκρούει στο επιχείρημα της “φίμωσης του Τύπου”.

Ασφαλώς, η συζήτηση περί ελευθερίας του Τύπου και επιβολής ορίων στον Τύπο είναι ένα ζήτημα πολύ σοβαρό, το οποίο δεν μπορεί να εξαντληθεί σε ένα σύντομο άρθρο. Είναι αναγκαία η συζήτηση και η εφαρμογή αρχών τουλάχιστον για ζητήματα όπως το έγκλημα και το φαινόμενο της εγκληματικότητας που αποτελούν βασικά θέματα της επικαιρότητας που κεντρίζουν το ενδιαφέρον του κοινού και τα οποία είναι δύσκολα να προσεγγιστούν από το δημοσιογράφο που δεν έχει τις αντίστοιχες γνώσεις. Οι εν λόγω αρχές πρέπει να είναι σαφείς και ξεκάθαροι, ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς αποκλίσεις από τον δημοσιογραφικό κόσμο, εάν είναι δυνατόν και από τους μη επαγγελματίες δημοσιογράφους.

Θα κλείσω αισιόδοξα το σημερινό μου κείμενο. Πιστεύω ότι τα νέα παιδιά, κυρίως, οπλισμένα με γνώση και με δυναμισμό, θα μπορέσουν μέσα από την κατάλληλη εκπαίδευση και επιμόρφωση, να δώσουν μια ώθηση στη δημοσιογραφία στην Ελλάδα και να ανοίξουν το δρόμο για την ερευνητική δημοσιογραφία και για άλλα καινούργια, πολύ ενδιαφέροντα, μονοπάτια στο πλαίσιο μιας εποχής που υφίσταται ριζικές αλλαγές στις δομές της.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Κοινωνικά

Αποτέλεσμα δημοψηφίσματος και επόμενη μέρα. Δημοσιογράφοι, ΜΜΕ και δημοψήφισμα.

Μόλις τελείωσε μια εξαιρετικά δύσκολη εβδομάδα για τη χώρα μας. Και ξεκινάει μια εξίσου δύσκολη εβδομάδα με σοβαρές πολιτικές αποφάσεις. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού απάντησε “όχι” στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου και ο Πρωθυπουργός θα αξιοποιήσει το “όχι” ως ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί κατά των μέτρων λιτότητας και υπέρ της ανάπτυξης, όπως ο ίδιος έχει εμφατικά δηλώσει.

Ασφαλώς, υπάρχει μεγάλη ανησυχία για τις εξελίξεις που κρίνω ότι θα είναι επίπονες. Κάθε κρίση, ωστόσο, όπως μας έχει δείξει η πολιτική ιστορία πρέπει, κάποια στιγμή, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να εκτονώνεται και η Ελλάδα δυστυχώς μαστίζεται από την οικονομική και πρωτίστως κοινωνική κρίση εδώ και πολλά χρόνια, με αποτέλεσμα η ποιότητα ζωής να είναι πολύ χαμηλή.

Ελπίζω κι εύχομαι ότι από την μία πλευρά οι εταίροι θα κατανοήσουν ότι δεν χτίζονται μόνο με σκληρούς οικονομικούς όρους οι “μοίρες” των λαών, από την άλλη πλευρά οι Έλληνες πολιτικοί θα αναλάβουν τις ευθύνες τους με απόλυτη σοβαρότητα και θα επιτύχουν την έντιμη και αξιοπρεπή συμφωνία εντός ευρώ, για την οποία άλλωστε ψηφίστηκε το κυβερνόν κόμμα.

Σε προσωπικό επίπεδο, έχω δηλώσει ότι η απάντηση στο δημοψήφισμα είχε δοθεί με τις πολύ πρόσφατες εκλογές, όπου οι προηγούμενες κυβερνητικές πολιτικές καταψηφίστηκαν και δόθηκε η εντολή στην νέα κυβέρνηση να “ματώσει” για μια έντιμη και βιώσιμη συμφωνία εντός Ευρώπης και ευρώ. Επομένως, στέκομαι με σκεπτικισμό στην ανάγκη διεξαγωγής του και μάλιστα σε μια περίοδο, όπου πλήττεται ο ελληνικός τουρισμός και η εθνική οικονομία αιμορραγεί. Ωστόσο, εφόσον το δημοψήφισμα πραγματοποιήθηκε και έφερε ένα “ηχηρό όχι”, όπως ζήτησε ο Πρωθυπουργός, πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα άμεσα στο αύριο και άμεσα να δοθούν αποτελεσματικές λύσεις στα μείζονα προβλήματα, πρωτίστως της ανεργίας και της φτώχιας.

Οι επόμενες μέρες είναι εξαιρετικά κρίσιμες και εάν πραγματικά οι πολιτικοί ταγοί επιθυμούν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα και την σκληρή πραγματικότητα, οφείλουν να προστατεύσουν το λαό και να μην τον αφήσουν να “ματώσει” ξανά. Επίσης, πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες στην Ελλάδα τόσο από πλευρά των πολιτικών, όσο και των πολιτών, να αλλάξουν ριζικά, έτσι ώστε οι πολιτικοί να μην εξυπηρετούν, ακόμα και στις πιο κρίσιμες ώρες, συμφέροντα ψηφοφόρων, αλλά να προστατεύουν και να διασφαλίζουν το συμφέρον του ελληνικού λαού.

Θα σταθώ, τέλος, στον τρόπο με τον οποίο ορισμένα ΜΜΕ χειρίστηκαν το ζήτημα της διαπραγμάτευσης. Αναμφίβολα, η έννοια της “αντικειμενικής δημοσιογραφίας” αμφισβητείται πια διεθνώς και γίνεται περισσότερο λόγος για “αντικειμενική μέθοδο αναζήτησης της αλήθειας και καταγραφής των γεγονότων”. Ο κάθε δημοσιογράφος, σαφώς, έχει την προσωπική του άποψη και πολλές φορές και τις δικές του προκαταλήψεις.

Αυτό, εν τούτοις, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι έχει το δικαίωμα να αφήνει τις προκαταλήψεις, τις προσωπικές του θέσεις ή και τα συμφέροντα του μέσου στο οποίο εργάζεται, να τον οδηγούν στο να αποκρύπτει την άλλη πλευρά ή να αλλοιώνει τα γεγονότα. Οφείλει, ακόμα κι αν παίρνει θέση, να καταγράφει με τρόπο ακριβή, σαφή και ολοκληρωμένο, όλες τις πλευρές και να παρουσιάζει, με υπευθυνότητα και νηφαλιότητα, τα γεγονότα.

Ασφαλώς, έχει το δικαίωμα να κρίνει, να αξιολογεί, να θέτει καίρια ερωτήματα, αλλά όχι να αποκρύπτει στοιχεία και δεδομένα και να μην παρουσιάζει όλες τις θέσεις. Σε διαφορετική περίπτωση, ο δημοσιογράφος χάνει την αξιοπιστία του, το κύρος του και, τελικά, φανατίζει το κοινό και οδηγεί σε επικίνδυνα μονοπάτια τη δημοσιογραφία, η οποία χάνει τον προσανατολισμό, την ουσία και το βαθύτερο περιεχόμενό της.

Στην περίπτωση του ελληνικού δημοψηφίσματος αρκετά ΜΜΕ επέλεξαν το δρόμο της προπαγάνδας, φανατίζοντας το ευρύ κοινό, το οποίο πλέον έχει μια ευρεία ενημέρωση από πληθώρα πηγών στην νέα ψηφιακή εποχή, με την έκρηξη των νέων τεχνολογιών.

Είναι πολύ σημαντική η στάση του πολίτη, ο οποίος σαφώς δεν πρέπει να φτάσει σε ακρότητες, ούτε να καταδικάσει συλλήβδην τον δημοσιογραφικό κόσμο, δεδομένου ότι και αξιολογότατους δημοσιογράφους έχουμε και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η δημοσιογραφία είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο επάγγελμα με πολλές προκλήσεις και κινδύνους.

Εξίσου σημαντική είναι, όπως πολλές φορές έχω τονίσει, η στάση που θα υιοθετήσουν οι ενώσεις των δημοσιογράφων και το βαθμό στον οποίο θεμελιώδεις αξίες και αρχές της δημοσιογραφίας θα εφαρμοστούν στην πράξη, πέρα από τις θεωρίες.

Συνεπώς, ας αποτελέσει η εβδομάδα του δημοψηφίσματος και μια βάση για να αναθεωρηθούν οι αρχές και οι αξίες του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και να τεθεί ένα πλαίσιο, ώστε ο δημοσιογραφικός κόσμος με κριτική σκέψη και ταυτόχρονα σεβασμό στις αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας να πορευτεί και να ανοίξει νέους δρόμους στην δημοσιογραφία και την έρευνα, η οποία επιτέλους πρέπει και στην Ελλάδα να ξεκινήσει δυναμικά.

Πιστεύω πολύ στα νέα παιδιά, φοιτητές και σπουδαστές Τμημάτων ΜΜΕ, καθώς από το 2013 που διδάσκω σε αυτά τα παιδιά, βλέπω εξαιρετικά δείγματα γραφής και λαμπρά μυαλά, στα οποία πρέπει να δοθεί η ευκαιρία να αναδειχθούν και να ανοίξουν νέους δρόμους.

Συνοψίζοντας, η επόμενη μέρα ας μας βρει όλους ενωμένους, να παλέψουμε με κοινό στόχο την ανάπτυξη εντός του ευρώ. Κυρίως, να βρει ενωμένους τους πολιτικούς όλων των κομμάτων, ώστε να παλέψουν, επιτέλους, για την Ελλάδα και τους πολίτες της, με απόλυτη αξιοπρέπεια και τεράστια υπευθυνότητα, πέρα από χρώματα και συμφέροντα! Η Ελλάδα το αξίζει, οι πολίτες το δικαιούνται! Γιατί, ωραία τα λόγια και τα συνθήματα, αλλά χρειαζόμαστε συγκεκριμένες και αποτελεσματικές λύσεις στα οξύτατα προβλήματα που ταλανίζουν τον τόπο μας.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Κοινωνικά