Δολοφονία Νίκου Σεργιανόπουλου και ΜΜΕ: 4 Ιουνίου 2008


Tα εγκληματικά νέα (crime news) είναι επικοινωνιακό προϊόν των νέων αξιών (new values), των κριτηρίων δηλαδή με βάση τα οποία επιλέγονται οι ιστορίες που «αξίζουν» μιντιακά (newsworthy). Αυτό σημαίνει, με απλά λόγια, ότι δεν προβάλλονται από τα μίντια όλες οι υποθέσεις εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, αλλά εκείνες οι οποίες κρίνεται από τους αρχισυντάκτες ότι «αξίζουν» μιντιακά, με την έννοια ότι θα προσελκύσουν το ενδιαφέρον του κοινού και έτσι τα ΜΜΕ θα αυξήσουν την αναγνωσιμότητα, τηλεθέαση, ακροαματικότητα.

Εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί με ειδεχθή τρόπο, κυρίως ανθρωποκτονίες, με θύματα ανήλικα άτομα ή πρόσωπα που χαίρουν δημοφιλίας, υπερπροβάλλονται από τα ΜΜΕ. Σε περιπτώσεις, μάλιστα, που τα συγκεκριμένα εγκλήματα ενέχουν το στοιχείο της δραματοποίησης, της σύγκρουσης, του απρόβλεπτου, της διέγερσης (ηδονοβλεψία του απαγορευμένου) και της προσωποποίησης (κουλτούρα των διασημοτήτων), αποτελούν κύριες ειδήσεις των μίντια. Όταν εμπλέκονται στοιχεία, όπως ο ερωτισμός, η διακινδύνευση (υψηλό ρίσκο), η βία και το θέαμα, τα εγκλήματα καθίστανται αντικείμενο επεξεργασίας από τα ΜΜΕ. Δυστυχώς, με λανθασμένο τρόπο, ατεκμηρίωτο και μη επιστημονικό, τις περισσότερες τουλάχιστον φορές. Αντίθετα, άλλες μορφές εγκληματικότητας –όπως για παράδειγμα οικονομικά εγκλήματα- που λαμβάνουν χώρα πολύ πιο συχνά σε σχέση με άλλα εγκλήματα- με πολύ σοβαρές συνέπειες ακόμα και για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, σπάνια προβάλλονται ή προβάλλονται επιλεκτικά.

Οι προαναφερθείσες διαπιστώσεις καθίστανται εμφανείς από την ανάλυση που ακολουθεί της υπόθεσης δολοφονίας του ηθοποιού Νίκου Σεργιανόπουλου, στις 4 Ιουνίου του 2008. Πρόκειται για μια υπόθεση με έντονο εγκληματολογικό και δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Αποτελεί μιας ακραίας μορφής εγκληματικότητα, η οποία δεν απασχολεί συχνά τα ελληνικά ποινικά χρονικά και γι’ αυτό απασχόλησε εκτενέστατα τόσο το αστυνομικό όσο και το δικαστικό ρεπορτάζ. Η παρούσα υπόθεση περιλαμβάνει όλες εκείνες τις «μιντιακές αξίες» που κατέστησαν το έγκλημα «newsworthy», δηλαδή «ελκυστική» για τα μίντια και γι’ αυτό απασχόλησε με εκτενέστατα ρεπορτάζ όλα τα μέσα και αποτέλεσε κύριο θέμα δελτίων ειδήσεων. Ο τρόπος που καλύφθηκε η υπόθεση αποδεικνύει περίτρανα το πώς η δημοσιογραφική δεοντολογία παραβιάζεται, κατά την ανάλυση υποθέσεων εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, πώς οι δημοσιογράφοι υπερβαίνουν τα όρια και κατασκευάζουν «ανθρώπινα δράματα» προς «κατανάλωση», αντί να προσφέρουν ενημέρωση στο κοινό.

Ειδικότερα, τα στοιχεία που κέντρισαν το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον στην υπόθεση Σεργιανόπουλου, σύμφωνα με τα new values είναι τα ακόλουθα: πρώτον, η προσωποποίηση, καθώς επρόκειτο για ένα δημοφιλέστατο πρόσωπο, επιτυχημένο ηθοποιό και πολύ αγαπητό στο ευρύ κοινό. Δεύτερον, το γόητρο του θύματος, λόγω της επαγγελματικής του καταξίωσης και της κοινωνικής του θέσης. Τρίτον, η δραματοποίηση, δεδομένου ότι η υπόθεση είχε «δράση» και έφερνε στην επιφάνεια το ανθρώπινο και προσωπικό δράμα. Τέταρτον, η διέγερση, δηλαδή η «ηδονοβλεψία του απαγορευμένου», με την προσοχή των μίντια να εστιάζεται σε λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής και για να είμαστε πιο ακριβείς της «διπλής ζωής» του θύματος. Πέμπτον, το απρόβλεπτο της υπόθεσης, η οποία επεφύλασσε διαρκείς ανατροπές και «αποκαλύψεις», κυρίως «πιπεράτες» αποκαλύψεις. Έκτον, η εγγύτητα, δηλαδή το γεγονός ότι η υπόθεση αφορούσε ένα προσφιλέστατο πρόσωπο της ελληνικής σόουμπιζ. Επιπροσθέτως, δόθηκε τόση μεγάλη έκταση στην υπόθεση, διότι παρουσίαζε: μοναδικότητα, με έντονα τα στοιχεία του ερωτισμού, της διακινδύνευσης, της βίας, του θεάματος και της ατομικής παθογένειας. Ως προς το τελευταίο στοιχείο, πρέπει να αναφέρω ότι η προσωπική και όχι η συλλογική βλάβη και διακινδύνευση καθιστά το έγκλημα «σοβαρό» για τη λογική των μίντια, ενώ η συγκρουσιακή κατάσταση πρέπει να έχει στοιχεία τραγωδίας, όπως ακριβώς είχε η υπόθεση που εξετάζουμε. Το γεγονός, άλλωστε, ότι θύτης ήταν αλλοδαπός, έδωσε ακόμα περισσότερο την ευκαιρία για διαιώνιση στερεοτυπικών εικόνων για τους «αλλοδαπούς εγκληματίες», ενώ η δήθεν εμπλοκή και άλλων δημοφιλών προσώπων της σόουμπιζ καλλιέργησε το έδαφος για να «κατασκευαστεί» ένα νέο θρίλερ, σε συνέχειες.

Και εδώ ακριβώς τίθεται ένα καίριο ερώτημα «ποια είναι τα όρια μεταξύ δημοσιογραφικής έρευνας και κανιβαλισμού;». Διότι κατά την άποψή μου, στηριζόμενη σε πληθώρα δημοσιευμάτων από το αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ, τα οποία παρουσιάζω στο πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», ο αδικοχαμένος ηθοποιός έγινε, κυριολεκτικά, βορά των μίντια. Αναμφισβήτητα, το τέλος του ήταν αποτρόπαιο και ένα τόσο ειδεχθές έγκλημα που αφορά μάλιστα έναν αγαπημένο στο κοινό ηθοποιό, δεν μπορεί παρά να αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας των ΜΜΕ. Ωστόσο, αστυνομικό ρεπορτάζ σημαίνει εμβάθυνση στα κίνητρα της εγκληματικής δράσης, απεικόνιση του ψυχο-εγκληματικού προφίλ του δράστη και καταγραφή των απόψεων των ειδικών και έγκυρων επιστημόνων. Αυτή η έρευνα και περαιτέρω ανάλυση δεν προϋποθέτει τον κανιβαλισμό του θύματος, ούτε τη στοχοποίηση ατόμων, προτού η έρευνα φτάσει στο τέλος της και εξαχθούν συγκεκριμένα και ασφαλή συμπεράσματα.

Ο δημοσιογράφος οφείλει να εμβαθύνει, ακόμα και να μπει σε δύσκολα μονοπάτια που αφορούν ένα ακραίο έγκλημα, όπως το έγκλημα Σεργιανόπουλου. Δεν έχει, ωστόσο, κανένα απολύτως δικαίωμα να δώσει στη δημοσιότητα φωτογραφία του νεκρού σώματος, δεν έχει δικαίωμα να λασπολογήσει το θύμα για τις προσωπικές του επιλογές, για τις οποίες θα έπρεπε να υπάρξει όχι σιωπή και απόκρυψη στοιχείων αλλά σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και σεβασμός στη μνήμη ενός ανθρώπου που είχε αγαπηθεί ιδιαίτερα από το κοινό. Σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να στοχοποιηθούν φίλοι του αποθανόντος, οι οποίοι εν τέλει δεν είχαν καμία σχέση με την υπόθεση, όπως αποδείχθηκε από την έρευνα.

Σε αυτό, συνεπώς, το σημείο, μπαίνουν πολλά ερωτήματα για το ρόλο του αστυνομικού συντάκτη. Ο αστυνομικός συντάκτης που θέλει να κάνει ολοκληρωμένο ρεπορτάζ, οφείλει να κάνει τη διαφορά. Να ερευνήσει εις βάθος και να προσπαθήσει να εξαγάγει συμπεράσματα (και όχι κουτσομπολιά και εικασίες) σχετικά με την «εγκληματική ψυχή» και τα ακραίας μορφής εγκλήματα. Σαφώς, ο δημοσιογράφος που θα καταφέρει να κεντρίσει το ενδιαφέρον του κοινού με την ανάλυση και την έρευνά και όχι με κουτσομπολίστικα και πολλές φορές ψευδή σχόλια, πρέπει να έχει γνώσεις, να καταγράφει την άποψη των ειδικών, να αναζητεί τα κίνητρα δράσης και να τολμά, βασιζόμενος στη γνώση, την έρευνα και τη μελέτη, να αποτυπώνει το προφίλ του θύτη και θύματος, μακριά από στερεότυπα και «εγκληματικούς μύθους». Επίσης, καλούμε τους δημοσιογράφους, συλλογικά πλέον και όχι σε ατομικό επίπεδο, να θέσουν σαφή όρια «δημοσιογραφικής δεοντολογίας» αναφορικά με τις υποθέσεις εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, ώστε να μη θυματοποιούνται εκ νέου τα θύματα και να προστατεύονται οι φερόμενοι ως δράστες μέχρι να τελεσιδικήσει η δικαιοσύνη. Είμαστε βέβαιοι ότι οι αστυνομικοί και δικαστικοί συντάκτες που έχουν τις αναγκαίες γνώσεις μπορούν να τα καταφέρουν, αρκεί να υπάρξουν ακόμα πιο σαφή και ακριβή όρια για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να παρουσιάζονται στο ευρύ κοινό τα εγκλήματα και το φαινόμενο της εγκληματικότητας.

Θα ήθελα να υπογραμμίσω κλείνοντας ότι λίγες μέρες μετά τη δολοφονία Σεργιανόπουλου, μου ζητήθηκε από μεγάλο τηλεοπτικό σταθμό, να κάνω μια εγκληματολογική ανάλυση, την οποία δεν κατάφερα να κάνω, γιατί μόλις είχα επιστρέψει στο σπίτι με την νεογέννητη τότε κορούλα μου, με αποτέλεσμα να μην έχω ενημερωθεί για όλα τα στοιχεία της υπόθεσης και απέφυγα να τοποθετηθώ, ώστε να μην προβώ σε λανθασμένα και βεβιασμένα συμπεράσματα. Με το σημερινό μου κείμενο, επτά χρόνια μετά, θα ήθελα να αποτιμήσω ένα φόρο τιμής στον αγαπημένο μας ηθοποιό, Νίκο Σεργιανόπουλου, ο οποίος έζησε μια κινηματογραφική ζωή που ξεπερνά την πραγματικότητα. Ίσως, γιατί η ψυχή του ήταν τόσο γεμάτη από πάθος και συναισθήματα που δεν μπόρεσε να «δεσμευτεί» από τα απλά και συνηθισμένα και δεν μπόρεσε να βρει την ελευθερία που ζητούσε στην καθημερινότητα. Να σημειώσω, επίσης, ότι οι φοιτητές στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, ασχολήθηκαν τόσο με το έγκλημα του Σεργιανόπουλου, όσο και με άλλα ειδεχθή εγκλήματα κατά ζωής, στο πλαίσιο των μαθημάτων μας, με ιδιαίτερο σεβασμό και με επιστημονικό τρόπο. Επομένως, ελπίζω ότι και οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι θα κατανοήσουν άμεσα την επιτακτική ανάγκη να θέσουν όρια και να παρουσιάζουν τα εγκλήματα με τρόπο τεκμηριωμένο και επιστημονικό. Πρέπει, επιτέλους, να υπάρξει ενημέρωση του δημοσιογραφικού κόσμου, όπως μια αλλαγή στάσης και νοοτροπίας.

Advertisements

1 Comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

One response to “Δολοφονία Νίκου Σεργιανόπουλου και ΜΜΕ: 4 Ιουνίου 2008

  1. Pingback: Οκτώ χρόνια από την άγρια δολοφονία του ηθοποιού Νίκου Σεργιανόπουλου | Καρδαρά Αγγελική

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s