Η “Μήδεια” του Ευριπίδη:ψυχαναλυτικές και κοινωνιολογικές ερμηνείες


Μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εργασία με τίτλο “Οι ψυχαναλυτικές και κοινωνιολογικές ερμηνείες του περάσματος στην πράξη στη «Μήδεια» του Ευριπίδη”, πραγματοποίησε η κ Ιωάννα Χόρτη, στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος «Η σύγχρονη εγκληματικότητα και η αντιμετώπισή της» του Παντείου Πανεπιστημίου, με Eπιβλέπουσα Kαθηγήτρια και Eπιστημονικά Yπεύθυνη την κυρία Έφη Λαμπροπούλου.Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης ήταν να ερμηνευθούν οι πράξεις του κεντρικού χαρακτήρα της τραγωδίας, της Μήδειας, με βάση κοινωνιολογικές και ψυχαναλυτικές θεωρίες. Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για την εργασία ήταν ποιοτική ανάλυση του κειμένου της τραγωδίας. Τα κύρια ερωτήματα που τέθηκαν ήταν τα εξής: “Ποιες ψυχικές διεργασίες πραγματοποιήθηκαν με αποτέλεσμα να εκδηλώσει η Μήδεια αυτή την παραβατική παρόρμηση και να αποτελέσει το δολοφονικό μητρικό αρχέτυπο;” “Πώς οι κοινωνικές συνθήκες αποτέλεσαν παράγοντα ώθησης στο έγκλημα, στην τραγωδία αυτή;”. Τα πρωταρχικά σημεία της έρευνας της κ. Χόρτη καθώς και τα πορίσματά της παρουσιάζονται ακολουθώς. Ευχαριστώ θερμά την κ. Χόρτη για την παρουσίαση της μελέτης της στη σελίδα μας και της εύχομαι μία δυναμική ερευνητική συνέχεια, γιατί όπως πάντα τονίζω, έχουμε ανάγκη νέους επιστήμονες με αγάπη για την έρευνα.

“Η Μήδεια παρουσιάζεται όχι μόνο εντελώς απομονωμένη, αλλά και ανεπιθύμητη στη χώρα καταγωγής της και απειλούμενη από διάφορους ισχυρούς εχθρούς στη χώρα που ζει. Νιώθει έντονο ψυχικό πόνο, είναι απαρηγόρητη και αυτοκαταστροφική. «η δύστυχη εγώ κι από τους πόνους πανάθλια, να γινόταν να πέθαινα» (στιχ.96-99), «συμφορές με χτύπησαν τη δόλια, μεγάλα δεινά που τους πρέπει μοιρολόι ακατάπαυστο, ω! τέκνα κατάρατα μάνας πανάθλιας, να χαθείτε κι εσείς κι ο γονιός σας και το σπίτι να πάει κατ’ ανέμου» (στιχ.111-115) «Δεν αγγίζει φαγητό κι έτσι αφημένη στον πόνο της καρδιάς περνάει τις μέρες, λιώνοντας μες στα δάκρυα, από τότε που ’νιωσε πως εκείνος την ντροπιάζει» (στιχ. 26-29). Το σημαντικότερο στοιχείο που αποκαλύπτει τον χαρακτήρα της είναι ότι δεν ενεργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο επειδή βιώνει απόρριψη και ζήλια, αλλά επειδή φοβάται ότι θα χάσει την τιμή της, εξαιτίας της αδικίας που βιώνει «η ψυχή της είναι παράφορη κι ουδέ θα συγχωρήσει την αδικία» (στιχ.38-39). «Μα γραφτό δεν ήταν, αφού με καταφρόνεσες, να ζήσεις χαρούμενη ζωή αναμπαίζοντας με.» (στιχ.1354-1355), «Στον άδικο που ωραία ξέρει να μιλά αξίζει μεγάλη τιμωρία» (στιχ.580-581).Η βασική αρχή της Μήδειας και αυτή που διαμορφώνει τις πράξεις της είναι η εξής: «Η αποκατάσταση της τιμής πραγματοποιείται μέσω της εκδίκησης».

Αναλυτικότερα, με βάση κοινωνιολογικές και ψυχολογικές θεωρίες τα κύρια συμπεράσματα, στα οποία καταλήξαμε ήταν τα εξής, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Μήδεια ενήργησε έτσι, επειδή ήταν ένα ψυχικά άρρωστο άτομο, δηλαδή, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ψυχοπαθητική προσωπικότητα: το άτομο με ψυχοπαθητική προσωπικότητα είναι αντικοινωνικό, επιθετικό και παρορμητικό, ασταθές στις διαπροσωπικές του σχέσεις, ικανό να διαπράξει ένα αδίκημα ωθούμενο από αισθήματα αποστέρησης, δηλαδή τα συναισθήματα που προκαλούνται λόγω της μη ικανοποίησης της επιθυμίας, συναισθήματα που συνδέονται με την επιθετικότητα. Τα αισθήματα απογοήτευσης και ενοχής, η επιθετικότητα, ο παρορμητισμός της μπορεί να την οδήγησαν στην τέλεση των πράξεών της «συμφορές με χτύπησαν τη δόλια, μεγάλα δεινά που τους πρέπει μοιρολόι ακατάπαυστο, ω τέκνα κατάρατα μάνας πανάθλιας,να χαθείτε κι εσείς κι ο γονιός σας και το σπίτι να πάει κατ’ανέμου» (Στιχ.111-115).

Παρ’ όλα αυτά θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και εγκληματική προσωπικότητα, καθώς συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά που αποτελούν τον πυρήνα μιας τέτοιας προσωπικότητας σύμφωνα με τον Pinatel: τον εγωκεντρισμό, την τάση δηλαδή να συσχετίζει τα πάντα με τον εαυτό της, την επιδεξιότητα και την χειραγώγηση, την επιθετικότητα που επιτρέπει στον εγκληματία να υπερβεί τα εμπόδια που θα συναντήσει κατά τη διάρκεια του περάσματος στην πράξη και τέλος τη συναισθηματική αδιαφορία, δηλαδή την έλλειψη αλτρουισμού και συναισθήματος συμπόνοιας. «Δεν θ’ αφήσω κανένας να χαίρεται, πως βύθισε στον πόνο την καρδιά μου»(στιχ.398-399),«Μήδεια: Νομίζεις θα τον καλόπιανα ποτέ, αν δεν ήταν κέρδος να βγάλω ήνα του στήσω δόλο;» (στιχ 1368-1369), «Εσύ άμα θέλεις τώρα ονόμαζέ με και λιόντισσα και Σκύλλα που φωλιάζει στων Τυρρήνων τους τόπους,την καρδιά σου έχω σπαράξει εγώ καθώς ποθούσα»(στιχ.1356-1360).Επιπροσθέτως οι De Greef, Mailoux, και Lemay περιέγραψαν την τάση των εγκληματιών οι οποίοι διέπραξαν βαριά εγκλήματα,να αποδίδουν τα λάθη σε τρίτους και να δικαιολογούν τα πιο βίαια εγκληματά τους με την ανάγκη υπεράσπισης των δικαιωμάτων τους. «Ιάσονας:παιδιά μου, τι κακούργα είχατε μάνα. Μήδεια:παιδιά μου,απ’του γονιού την τρέλα πάτε,Ιάσονας: Δεν τα ‘σφαξε δικό μου χέρι.Μήδεια: Η ατιμία σου κι οι νέοι σου γάμοι» (στιχ.1363-1365).

Η εγκατάλειψη του Ιάσονα αποτελεί για τη Μήδεια όχι απλά «προδοσία» αλλά της προκαλεί ένα αβάσταχτο ναρκισσιστικό πλήγμα. Το ναρκισσιστικό πλήγμα που έχει δεχθεί θα μπορούσαμε να πούμε ότι την ωθεί στην τέλεση των πράξεων της. Προκειμένου να αποφύγει τα αισθήματα ντροπής και εξευτελισμού που γεννά το ναρκισσιστικό πλήγμα, ενεργεί έτσι στην προσπάθειά της να το αποκαταστήσει. «Δεν πρέπει εσύ λαμπρού πατέρα κόρη, κι απ’ τη γενιά του Ήλιου, έτσι να γίνεις, τ’ ανάμπαιγμα στου Ιάσονα το γάμο». (στιχ.406).

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Μήδεια, αρνούμενη να αποδεχτεί το γεγονός της απώλειας του Ιάσονα αμύνεται ψυχικά και προβάλλει την επιθετικότητα και την καταστροφικότατά της στον Ιάσονα. Παλινδρομεί σε μία οργισμένη καταστροφική φαντασιωσική επίθεση, ο Ιάσονας αντιμετωπίζεται ως ο κακός μαστός, ως κακό καταδιωκτικό αντικείμενο. Η καταστροφική μανία της Μήδειας καθοδηγείται από το μίσος, τον φθόνο, και τον διχασμό ανάμεσα στα αισθήματα αγάπης και μίσους για το αντικείμενο-δηλαδή τον Ιάσονα-, διχοτόμηση που προκαλεί σαδιστικά ένστικτα. Υπάρχει μια αλληλεξάρτηση ανάμεσα σε αυτά τα συναισθήματα της εξιδανίκευσης και της καταστροφικότητας. Δηλαδή, όσο μεγαλύτερη η εξιδανίκευση του αντικειμένου τόσο μεγαλύτερος και ο φθόνος, όσο μεγαλύτερος ο φθόνος τόσο μεγαλύτερη και η εκδικητική μανία για καταστροφή του αντικειμένου «εκείνος που ήταν για μένα ο κόσμος όλος, ξέρεις ο άνδρας μου, κακός πανάθλιος βγήκε» (στιχ.228-229). «Άτιμε, γιατί αυτή ‘ναι η πιο μεγάλη βρισιά που χω να πω στην αναντρία, ήρθε σ’ εμάς ο εχθρός, μπροστά μας ήρθες, ο πάρα μισητός σ’ εμέ και σ’ όλους, θεούς κι ανθρώπους.» (στιχ.465).

Με βάση τις θέσεις του Freud για τον φθόνο του πέους, η Μήδεια ενδέχεται να αντιμετωπίζει τα αρσενικά παιδιά της ως φαλλικές προεκτάσεις του Ιάσονα, μέσω της δολοφονίας των αρσενικών παιδιών της, του Φέρητα και Μέρμερου και της συνακόλουθης ψυχικής καταστροφής του Ιάσονα, γίνεται κυρίαρχη και αποκτά την χαμένη της δύναμη. Αποκτά την κοινωνική δύναμη που εκφράζει ο φαλλός, την οποία της στερεί το πατριαρχικό κοινωνικό σύστημα. Ο φθόνος του πέους έχει κοινωνική σημασία, δεδομένου ότι μόνο άνδρες έχουν κοινωνικό γόητρο και ελευθερία σε μια πατριαρχική κοινωνία. Τότε γίνεται επίκαιρη η αλυσίδα σημαινόντων Πέος – Φαλλός- Δύναμη. Το να θέλει κάποιος να έχει πέος σημαίνει ότι θέλει να κατέχει κοινωνική δύναμη. Στους στίχους 250-251, «θα ‘ταν καλύτερο για με τρεις φορές πλάι να σταθώ στην ασπίδα, παρά μόνο μία να γεννήσω», παρουσιάζεται κατάδηλα η απόρριψη της Δίδουσας Ζωής Μητέρας, και η γυναικεία Οιδιπόδεια επιθυμία για το πέος του πατέρα, το πέος που εκφράζει την χαμένη της δύναμη (ασπίδα:σημαίνον ανδρικής δύναμης-κυριαρχίας).

Η έμμεση επίθεση προς τον Ιάσονα διαμέσου της δολοφονίας των παιδιών του, μπορεί να εξηγηθεί και με την έννοια της Μετάθεσης. Η Μετάθεση η οποία περιλαμβάνεται στους μηχανισμούς άμυνας, πραγματοποιείται όταν το άτομο στρέφει την επιθετικότητα του ή τις ενορμήσεις του,σε άλλο από το πρόσωπο που του προκαλεί άγχος, μίσος και επιθετικότητα. Προκειμένου να καταστρέψει τον Ιάσονα ψυχικά δολοφονεί τα παιδιά της, η επιθετικότητα και οι καταστροφικές της ενορμήσεις μετατίθενται από τον Ιάσονα στα παιδιά τους «δεν ζούνε πιά κι αυτό σε κομματιάζει»(στιχ.1370), «Ιάσονας: Γι΄ αυτό τα σκότωσες; Μήδεια: για να σπαράξω εσένα»(στιχ.1438-1439).

Επίσης σύμφωνα με τη θεωρία της μάθησης, συμπεραίνουμε ότι στην προσωπικότητά της σχηματίστηκαν τέτοιες ιδιότητες, μέσω της εκμάθησης και υιοθέτησης συγκεκριμένων προτύπων και της επαφής της με την κυρίαρχη κουλτούρα βίας , της μαγείας και της πίστης στο καταχθόνιο που χαρακτήριζε τον πολιτισμό της χώρας καταγωγής της, και ευνόησαν την εκδήλωση της αντικοινωνικής και παραβατικής της συμπεριφοράς. Η επίδραση που είχε στη Μήδεια η επαφή με την κουλτούρα των μαγισσών, η οποία περιλαμβάνει, δοξασίες, μαγεία, παραπλάνηση, χρήση μη νομίμων μέσων για την επίτευξη σκοπών, είχε ως αποτέλεσμα να μην καταφέρει να υιοθετήσει και να ενστερνιστεί σταθερές ηθικές αξίες, με συνέπεια να δημιουργηθούν οι βάσεις για το σχηματισμό της αντικοινωνικής της προσωπικότητας. «Γιατί, μα την κυρά μου την Εκάτη, που σέβομαι περισσότερο από όλους τους θεούς και την έχω βοηθό μου στα βάθη του σπιτιού μου θρονιασμένη, δε θ’ αφήσω να χαίρεται κανένας, πως βύθισε στον πόνο την καρδιά μου» (στιχ.397).

Σύμφωνα με τη θεωρία της πολιτισμικής σύγκρουσης, το έγκλημα ουσιαστικά είναι αποτέλεσμα σύγκρουσης πολιτισμικών αξιών δηλαδή δημιουργείται από συγκρούσεις που προκαλούνται από το γεγονός ότι οι διάφορες κοινωνικές ομάδες, στις οποίες μπορεί να συμμετέχει το άτομο, αξιώνουν για τις ίδιες περιστάσεις την τήρηση διαφορετικών κανόνων συμπεριφοράς. Η Μήδεια ανέπτυξε την προσωπικότητά της, και υιοθέτησε κανόνες διαγωγής μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα με ιδιαιτερότητες και διαφορές σε σχέση με το ελληνικό κοινωνικό σύστημα. Η καταγωγή της Μήδειας ήταν από την Ανατολή, χαρακτηρίζονταν βάρβαροι, άγριοι και απολίτιστοί.Χ αρακτηριστικά, ο Ιάσονας, ο οποίος εκφράζει τον ελληνικό πολιτισμό, έρχεται σε σύγκρουση με τις πράξεις και τον «βάρβαρο» πολιτισμό της Μήδειας. Λέει ο Ιάσονας χαρακτηριστικά: « Ν’ αφανιστείς, σωστά έχω τα μυαλά μου τώρα, όχι τότε που απ’ το βάρβαρο σου τόπο σ’ έφερα εδώ σ’ ελληνικό παλάτι-κακό μεγάλο- εσένα» (στιχ.1328-1332). «Όμως, καμιά μες τις γυναίκες της Ελλάδας ποτέ δε θα τολμούσε αυτό να πράξει»(στιχ1339-1340). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Μήδεια έχει το δικό της σύστημα αξιών,κανόνων και προτύπων συμπεριφοράς και δεν ενσωματώθηκε αρμονικά μέσα στον κυρίαρχο ελληνικό πολιτισμό.

Τέλος, με βάση τις φεμινιστικές προσεγγίσεις θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι πράξεις της Μήδειας αποτέλεσαν έκφραση μιας ακραίας, ομολογουμένως, αντίδρασης στην καταπίεση και στην εκμετάλλευση που βίωνε από ένα πατριαρχικό κοινωνικό σύστημα το οποίο την καταδίκαζε σε μια ζωή υποτέλειας. Ο ριζοσπαστικός φεμινισμός αναγνωρίζει την πατριαρχία ως την κυρίαρχη αιτία της καταπίεσης των γυναικών. Tο θέμα της ανισότητας και της καταπίεσης είναι έντονο στον μονόλογο της Μήδειας, «Απ’ όσα έχουν ψυχή και νου, γυναίκες, το πιο δυστυχισμένο είμαστε πλάσμα.» (στίχ. 231-250). Για τον άνδρα η ύπαρξη της γυναίκας είναι μη αναγκαία και ανώφελη. Όπως αναφέρει και η Simone de Beauvoir τα βιολογικά χαρακτηριστικά των γυναικών έχουν γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους άνδρες και αποτελούν την αιτία της κοινωνικής απομόνωσης των γυναικών. Η γυναίκα αποτελεί «το αρχέτυπο της καταπιεσμένης συνείδησης», το «δεύτερο φύλο».Η Μήδεια καταστρώνει μεθοδικά το σχέδιο της και αποκαθιστά την τιμή της και συνακόλουθα την τιμή και δύναμη όλου του γυναικείου φύλου. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι ο χορός βλέπει στην πράξη της την προσπάθεια ακύρωσης των γυναικείων στερεοτύπων και την ενθαρρύνει: «Πίσω πηγαίνουν τα ιερά νερά των ποταμών κι ανάποδα γυρίζουν δικαιοσύνη κι όλα. Των αντρών γεμάτοι δόλο οι στοχασμοί κι η πίστη για τους θεούς λιγόστεψε, η ζωή μου θα γίνει ξακουστή, μεγάλη δόξα θα στεφανώσει τις γυναίκες; Κι ούτε φήμη κακιά ποτέ θα της αγγίξει.» (στιχ 410-420). Το γυναικείο στερεότυπο της υποτακτικότητας μπροστά σε αυτές τις αποφάσεις ακυρώνεται. Η ισχύς του πατριαρχικού συστήματος πλήττεται.

Πέρα από τα συμπεράσματα για τις αιτίες που μπορεί να οδήγησαν τη Μήδεια στις πράξεις της, είναι απαραίτητο να διατυπωθεί ότι δεν πρέπει να την αντιμετωπίσουμε μόνο ως μια παθολογική περίπτωση εγκληματία, δεν πρέπει να την μελετήσουμε μονοδιάστατα, αλλά προκειμένου να την κατανοήσουμε θα πρέπει να παρατηρήσουμε την ψυχική της κατάσταση αλλά και τις κοινωνικές συνθήκες ανατροφής και διαβίωσης καθώς αποτελούν παράγοντες που λειτούργησαν συνδυαστικά και καθοριστικά στην εκδήλωση της ακραίας της συμπεριφοράς. Καταλήγοντας συμπεραίνουμε ότι οι πράξεις της Μήδειας ήταν αποτέλεσμα των χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς της και των προδιαθέσεων που αυτά γεννούν, της ψυχολογικής της κατάστασης σε συνδυασμό με τις εξωτερικές επιδράσεις της απώλειας και της περιθωριοποίησης”. Ιωάννα Χόρτη

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s