Daily Archives: 16/03/2014

ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία την Επιστημονική Επιθεώρηση “Εγκληματολογία” που ίδρυσε και διευθύνει ο Ομότιμος Καθηγητής Ιάκωβος Φαρσεδάκης. Το περιοδικό Εγκληματολογία περιλαμβάνει μελέτες, άρθρα, έρευνες-εκθέσεις, επιστημονικά συνέδρια-συμπόσια-ημερίδες, βιβλιογραφική επισκόπηση (βιβλιογραφία και αρθρογραφία, ελληνική και ξενόγλωσση), βιβλιοπαρουσιάσεις εγκληματολογικού περιεχομένου, νέα από τον ελληνικό και διεθνή επιστημονικό χώρο, καθώς και προσεχείς εκδηλώσεις. Τα περιεχόμενα των παλαιότερων τευχών είναι διαθέσιμα στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.nb.org/ΕΚΔΟΣΕΙΣ/ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Ακολούθως σας παραθέτω το editorial του νέου τεύχους (1-2/2013),όπου φιλοξενείται και το δικό μου άρθρο σχετικά με τη γλώσσα της φυλακής. Όπως θα διαβάσετε, όλα τα άρθρα παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και αξίζει να τα διαβάσετε. Θα προσπαθήσω κι εγώ από τη σελίδα μας να κάνω μια παρουσίαση των άρθρων. Σημειώνω, κλείνοντας, ότι η μελέτη μου με τίτλο “Φυλακή και γλώσσα: η γλωσσική επικοινωνία των κρατουμένων ως αναπόσπαστο στοιχείο της δομής των φυλακών” είναι υπό έκδοση. Το editorial γράφεται από τον Ομότιμο Καθηγητή Ιάκωβο Φαρσεδάκη. Είναι μεγάλη χαρά και τιμή για εμένα να φιλοξενείται ένα άρθρο μου σε ένα τόσο σπουδαίο, για το χώρο και τον κόσμο της εγκληματολογίας, περιοδικό.

“Οι κάθε λογής κρίσεις που παρατηρούνται στις ανθρώπινες κοινωνίες γεννούν και κρίσεις αξιών. Η σημερινή κρίση αξιών είναι ορατή σε δύο επίπεδα: σε εκείνο της καθημερινής πραγματικότητας και σε εκείνο της θεωρίας. Η πρόκληση για την Εγκληματολογία είναι να λάβει σοβαρά υπόψη της το μήνυμα της κρίσης και να επωφεληθεί απ’ αυτό. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει ερήμην των αξιών. Μια επιστήμη χωρίς αξίες δεν έχει καμιάν αξία.

Για τον λόγο αυτό, το παρόν τεύχος της Εγκληματολογίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τη Γενική Εισήγησή μου στο συνελθόν παλαιότερα στην Πνύκα Συνέδριο της Διεθνούς Ένωσης Εγκληματολόγων (A.I.C.L.F.) με θέμα: «Κρίση αξιών και Εγκληματολογία. Η οπτική των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», επειδή πολλοί ζήτησαν την, λόγω –φευ– επικαιρότητας, δημοσίευσή της.

Στο τεύχος αυτό περιλαμβάνεται το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Καθηγητή Δ. Καλογερόπουλου, που διαλαμβάνει τι είναι η Ψυχανάλυση και πώς τη διαχειρίζεται η Εγκληματολογία για την επεξήγηση των εγκληματικών φαινομένων.

Ο Α. Μαγγανάς στο άρθρο του παρουσιάζει τις γενικές γραμμές της Κυβέρνησης του Κεμπέκ για την αντιμετώπιση του φαινομένου των συμμοριών του δρόμου, προσδιορίζοντας τον όρο «συμμορία του δρόμου», τα επίπεδα πρόληψης, τους παράγοντες κινδύνου και προστασίας και τις συνολικές στρατηγικές που πρέπει να υιοθετηθούν.

Ο Ν. Κουράκης, με την ιδιότητά του ως επικεφαλής του Συμβουλευτικού Σώματος κατά της Διαφθοράς, αναλύει δύο συγκεκριμένα παραδείγματα χωρών που μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τη διαφθορά κατά τα τελευταία χρόνια και συνάγει από τα παραδείγματα αυτά και από τη διεθνή βιβλιογραφία τους δώδεκα βασικούς παράγοντες που επιδρούν, κατά τη γνώμη του, στην υλοποίηση «καλών πρακτικών» κατά της διαφθοράς και που θα έπρεπε, επομένως, να ληφθούν υπόψη και για τη χώρα μας.

Ο Γ. Πανούσης, στο δικό του άρθρο διαπραγματεύεται το ερώτημα που παραμένει ακόμα ανοικτό σχετικά με το γιατί στην εποχή του homoelectronicus επιβιώνουν οι αντιλήψεις για τη Φυσιογνωμική, δηλαδή, τη συσχέτιση προσώπου – ψυχικής διάθεσης και εγκληματικής πρόθεσης.

Η Α. Πιτσελά και η Α. Γιάγκου παρουσιάζουν και αναλύουν τη «Στέγη του Δικαίου Ανηλίκων», που αποτελεί έναν πρωτοποριακό θεσμό στη γερμανική έννομη τάξη, με τον οποίο γίνεται πράξη μια νέα μορφή ποιοτικής και διεπιστημονικής συνεργασίας στο σύστημα δικαιοσύνης ανηλίκων και επιτυγχάνεται η ολιστική προσέγγιση του φαινομένου της παραβατικότητας των ανηλίκων για μια πιο αποτελεσματική αντίδραση στο εν λόγω φαινόμενο.

Ο Χ. Παπαχαραλάμπους, αναφέρεται στην «Ποινική αντιμετώπιση των διακρίσεων και τα προβλήματά της», η οποία συνιστά όψη ενός νέου ποινικού παραδείγματος που καλείται να προασπίσει τιμωρητικά τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η Ε. Μιχαλοπούλου στο άρθρο της πραγματεύεται τον προσδιορισμό του «πραγματικού» εγκλήματος υπό τις επιμέρους όψεις του και επιχειρεί μια διερεύνηση της έννοιάς του με σκοπό τη διατύπωση του ορισμού του μέσω των κριτηρίων αναγνώρισής του.

Η Α. Καρδαρά στο δικό της άρθρο επιχειρεί να αναδείξει τον σημαίνοντα ρόλο που διαδραματίζει στις ελληνικές φυλακές ο γλωσσικός κώδικας επικοινωνίας των κρατουμένων, ο οποίος λειτουργεί πρωτίστως σε συμβολικό επίπεδο και παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις από τον αντίστοιχο του παρελθόντος, λόγω των ριζικών αλλαγών που έχουν επέλθει στις φυλακές τις τελευταίες δεκαετίες.

Η Α. Χαλκιά πραγματεύεται τον όρο «έγκλημα μίσους», εστιάζοντας στα εγκλήματα κατά των μεταναστών, στην εννοιολόγησή τους, στο θεωρητικό τους πλαίσιο και στην αντιμετώπισή τους υπό το πρίσμα του μεταναστευτικού ζητήματος, των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των αξιών της Δημοκρατίας.

Η Μ. Κατσογιάννου εξετάζει την έννοια της «υποτάξης», την ιστορική εξέλιξη και τις θεωρητικές βάσεις επί των οποίων οικοδομήθηκε, καθώς και τη σημερινή υποχώρηση του όρου και την αντικατάστασή του με εκείνον του «κοινωνικού αποκλεισμού».

Η Α. Κουφού στο άρθρο «(Αμερικανική) Δικαιοσύνη για όλους» αναφέρεται σε όσους αδίκως καταδικάσθηκαν από αμερικανικό δικαστήριο σε ισόβια κάθειρξη μέχρι να δικαιωθούν χάρη στην πρόοδο της τεχνολογίας, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις δεν έλαβαν καν αποζημίωση για τα χρόνια του άδικου εγκλεισμού τους.

Η Ε. Μπακιρλή εξετάζει τον περιορισμό του κρατικού μονοπωλίου στην παροχή της δημόσιας ασφάλειας και τη σύμπραξη με ιδιωτικούς ή κοινοτικούς φορείς, οι οποίοι δρουν συμπληρωματικά και σε αλληλεπίδραση με τους δημόσιους.

Ο Κ. Πανάγος πραγματεύεται το θέμα της τήρησης μητρώων με τα προσωπικά δεδομένα των δραστών σεξουαλικών εγκλημάτων και της δημοσιοποίησής τους στο ευρύ κοινό, όπως, για παράδειγμα, στις ΗΠΑ και της επίφασης ασφάλειας που ενέχει ως προς την πρόληψη της υποτροπής, λόγω της πλήρους εγκατάλειψης του θεραπευτικού μοντέλου από το πεδίο της μεταχείρισης των δραστών.

Τέλος, όπως σε κάθε τεύχος, τα προσαρτήματα επιμελούνται οι Ε. Χαϊνάς και Α. Χαλκιά.”

Ιάκ. Φαρσεδάκης

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Criminal profiling

Ο όρος “profiling” γνωρίζει πολύ μεγάλη διάδοση, κυρίως λόγω των δημοφιλέστατων σειρών εγκληματολογικού ενδιαφέροντος. Με απλά λόγια, μιλώντας για “profiling”, εννοούμε την αναζήτηση και συγκέντρωση στοιχείων για το δράστη ενός εγκλήματος, ώστε να οδηγηθούμε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα σχετικά με το προφίλ του δράστη. Οι ανθρωποκτονίες και οι βιασμοί είναι οι δύο κατηγορίες εγκλημάτων στις οποίες χρησιμοποιείται, κυρίως, το profiling. Η Δικαστική Ψυχολόγος, κ. Μαρία Μουδάτσου, ήταν προσκεκλημένη μας και έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα διάλεξη σχετικά με το criminal profiling, την Παρασκευή 7 Μαρτίου, στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστήμιου Αθηνών.

Όπως τόνισε η κ. Μουδάτσου, στην Ελλάδα δεν έχει αναπτυχθεί και δεν υφίσταται το criminal profiling. Σαφώς, η Ελλάδα δεν έχει να αντιμετωπίσει στυγερά εγκλήματα σε πολύ μεγάλη έκταση, όπως για παράδειγμα οι ΗΠΑ. Ωστόσο, κατά την δική μου κρίση, θα έπρεπε να αναπτυχθεί και στην Ελλάδα το criminal profiling, καθώς όπως επισημαίνουν οι εγκληματολόγοι, στο πλαίσιο της σύγχρονης εποχής της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, το έγκλημα αλλάζει μορφή και λαμβάνει πιο επικίνδυνες διαστάσεις. Πλέον, το έγκλημα και στην Ελλάδα έχει δύο κύρια χαρακτηριστικά:είναι οργανωμένο και παγκοσμιοποιημένο.

Η κ. Μουδάτσου έκανε μια πολύ σοβαρή επισήμανση που πρέπει να προβληματίσει σοβαρά τους ειδικούς. Ειδικότερα, τόνισε ότι στην Ελλάδα,οχι μόνο δεν έχει ανατπυχθεί το criminal profiling, αλλά οι αστυνομικές αρχές δεν έχουν την κατάλληλη εκπαίδευση ούτε ενημέρωση ώστε να μην αλλοιώνουν τα πολύ σημαντικά στοιχεία ενός εγκλήματος. Για παράδειγμα, σε περιπτώσεις ανθρωποκτονιών, αστυνομικοί έχουν πατήσει στον τόπο του εγκλήματος (crime scene), με αποτέλεσμα να αλλοιωθούν πολύ σημαντικά ίχνη του εγκλήματος. Αυτό το γεγονός αποδεικνύει περίτρανα την έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης και αυτό το σοβαρότατο ζήτημα πρέπει άμεσα να αντιμετωπιστεί, μέσω της εκπαίδευσης ασφαλώς. Με αυτό τον τρόπο η εξιχνίαση αποτρόπαιων εγκλημάτων θα γίνεται πιο άμεσα και αποτελεσματικά. Δυστυχώς,η αλλοίωση στοιχείων έχει λάβει χώρα σε σοβαρότητα εγκλήματα που απασχόλησαν έντονα την ελληνική κοινή γνώμη και ή εξιχνιάστηκαν μετά από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ άλλα δεν εξιχνιάστηκαν ποτέ.

Όσον αφορά τις τρεις βασικές αρχές που διέπουν το profiling, αυτές είναι, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η κ. Μουδάτσου, οι ακόλουθες:
Πρώτον, η συνοχή στην υπόθεση, δεύτερον, η διαφοροποίηση/διάκριση στην υπόθεση που εξετάζεται και τρίτον, τα συμπεράσματα που εξάγονται κατά την ανάλυση των δεδομένων.

Τα προβλήματα τώρα που δημιουργούνται συχνά είναι ότι, κατά κύριο λόγο, οι πληροφορίες συγκεντρώνονται από την αστυνομία, η οποία όμως συγκεντρώνει τις πληροφορίες για διαφορετικό σκοπό και όχι για το σχηματισμό του criminal profiling, με αποτέλεσμα συχνά να απουσιάζει αρκετό σημαντικό πληροφοριακό υλικό (missing data), ώστε να δημιουργηθεί το προφίλ του δράστη. Ενώ και οι μαρτυρίες των αυτοπτών ή μη μαρτύρων, αρκετές φορές, επιδέχονται αμφισβήτησης, καθώς οι μάρτυρες δύναται να δώσουν έμφαση μόνο σε συγκεκριμένές πτυχές του εγκλήματος για διάφορους λόγους ή ακόμα και να παραπλανήσουν τις έρευνες, είτε σκόπιμα, είτε ακούσια. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα που αποδεικνύει τα παραπάνω, μάρτυρες στις ΗΠΑ έχουν δηλώσει ότι ο δράστης ήταν λευκός, ενώ ήταν έγχρωμος, γιατί στο μυαλό αποτυπώνεται πιο εύκολα το λευκό χρώμα.

Το σημείο που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι κάθε έγκλημα έχει την “εγκληματική υπογραφή” του δράστη. Επομένως, το criminal profiling μπορεί να μας οδηγήσει στην εξιχνίαση ακόμα και των πιο αποτρόπαιων εγκλημάτων. Επίσης, όσο παράδοξο κι αν ακουστεί, το πτώμα είναι αυτό που δίνει όλες τις απαντήσεις στα καίρια ερωτήματα που αφορούν την εξιχνίαση του εγκλήματος.

Τέλος, η κ. Μουδάτσου ανέφερε ότι τα πρότυπα εγκληματικής δράσης ενός δράστη μπορούν να κατανοηθούν και να αναλυθούν σε σχέση με τις κανονικές ψυχολογικές και κοινωνικές διαδικασίες και δεν απαιτούνται ειδικά μοντέλα σχετικά με τη μη φυσιολογική, “ανώμαλη” συμπεριφορά.

Συνοψίζοντας, πιστεύω ότι σε μια Ελλάδα που διανύει μια μεταβατική περίοδο και βιώνει συνταρακτικές αλλαγές και στις κοινωνικές δομές της, πρέπει να αναπτυχθεί στην Ελλάδα το criminal profiling και, αναμφίβολα, να οργανωθεί και να ενισχυθεί ο τομέας της εγκληματοπροληπτικής πολιτικής που αποτελεί τη βάση για την πρόληψη και αποτελεσματική αντιμετώπιση του εγκλήματος.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας