Θέατρο και ποινική δίκη


“Ποια μπορεί να είναι η βαθύτερη σχέση ανάμεσα στο θέατρο και την ποινική δίκη;”, Η ποινική δίκη έχει το χαρακτήρα αναπαράστασης, όπως και το θέατρο αναπαριστά μια πράξη. O κ. Γιώργος Ντέντες μας κάνει την τιμή να μοιραστεί με τους αναγνώστες της σελίδας τα βασικά πορίσματα της πολύ ενδιαφέρουσας εργασίας του με τίτλο “Θέατρο και ποινική δίκη”, η οποία αρίστευσε στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών στην εγκληματολογία, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και βραβεύτηκε στη διήμερη επετειακή εκδήλωση της εγκληματολογίας του Παντείου, όπου μάλιστα ο κ. Ντέντες συμμετείχε με την δική του εισήγηση. Αφού συγχαρώ τον κ. Ντέντε για την πολύτιμη συμβολή του στο χώρο της έρευνας, σας παρουσιάζω τα κύρια πορίσματα της μελέτης του, όπως και τη μεθοδολογία που εφάρμοσε, αλλά και τις σκέψεις που καταθέτει μέσα από αυτή την έρευνα. Είμαι πολύ ικανοποιημένη που το 2014 ξεκινά στη σελίδα μας με την κατάθεση των δημιουργικών σκέψεων και των πρωτότυπων ιδεών νέων επιστημόνων. Πιστεύω ότι αξίζει να μελετήσετε την παρακάτω έρευνα και όσοι θέλετε να στείλετε τα δικά σας σχόλια και σκέψεις.

diki
Η φωτογραφία αντλείται από την ιστοσελίδα: http://www.newsbomb.gr

«Τα πράγματα δεν αγγίζουν την ψυχή αλλά στέκουν ακίνητα έξω από αυτήν, ενώ οι ενοχλήσεις προέρχονται αποκλειστικά και μόνο από κρίση που σχηματίζουμε μέσα μας γι΄ αυτά. Όλα τούτα που βλέπεις αλλάζουν στη στιγμή και δεν θα υπάρχουν άλλο. Ο κόσμος είναι μεταβολή, η ζωή υποκειμενική ιδέα».

(Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν, Δ-3)

“Από τις πλέον πρωτόλειες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, όπου η δίκη και η θεατρική πράξη συνυπήρχαν αδιαχώριστα ως τελετές ενός και του ιδίου ιερού δρώμενου, ως τις πλέον εξελιγμένες, όπου τα δύο αυτά πεδία φαίνονται να διακρίνονται θεσμικά με μεγάλη αυστηρότητα, η θεατρική πράξη και η ποινική δίκη, ως δρώμενα που εξελίσσονται αυτοτελώς στον κοινωνικό χώρο, χρησιμοποιούν την ίδια πρώτη ύλη (το λόγο, σε όλη του την πληρότητα, καταπειστική ρητορεία, επιχειρήματα, θέσις – αντίθεσις, λόγος – αντίλογος, διαλεκτική σύγκρουση), αναφέρονται σε κοινή θεματολογία (οι προβληματικές σχέσεις των ανθρώπων με τους νόμους, ανθρώπινους και θείους, αυτό, το οποίο με κάποια σύμβαση αποκαλούμε «έγκλημα και εγκληματίας»), και συχνά ανταμώνουν επάνω στις ίδιες ανθρώπινες λειτουργίες και ανάγκες (θρησκευτικότητα, κοινωνική συνοχή, πολιτική οργάνωση των κοινωνικών δομών, κατανομή των «ρόλων», κοινωνικών και θεατρικών).

Ως κοινωνικά δρώμενα ενέχουν και τα δύο την ιδέα της κοινωνικής κατασκευής: εκφράζουν επιλεκτικά συγκεκριμένες όψεις της κοινωνικής πραγματικότητας: Το θέατρο «επινοεί» το «δράμα», εκείνο το οποίο αφορά σε μια ορισμένη κοινωνία σε έναν ορισμένο τόπο και χρόνο. Το ποινικό δίκαιο και δίκη «επινοεί» το «έγκλημα», εκείνο το οποίο αφορά σε μια ορισμένη κοινωνία σε έναν ορισμένο τόπο και χρόνο. Όμως: Το θέατρο από τη φύση του εμπλέκεται με το «φανταστικό». Ως τέχνη, έχει την ελευθερία να αποδομεί την πραγματικότητα και να την επανανοηματοδοτεί δημιουργώντας μια νέα. Από την άποψη αυτή, ό,τι παίζεται επάνω στο σανίδι είναι ολότελα αυθεντικό. Τα ανωτέρω επισκοπούνται κατά το πρώτο θεωρητικό μέρος της εργασίας. Κατά το δεύτερο μέρος διεξάγεται η έρευνα της εργασίας με στόχο τον εντοπισμό και την καταγραφή των στοιχείων θεατρικότητας, αν βέβαια υπάρχουν, κατά την επ΄ακροατηρίω διαδικασία. Για το σκοπό αυτό εξετάζεται και αναλύεται ο λόγος και η εν γένει συμπεριφορά συγκεκριμένων υποκειμένων που πρωταγωνίστησαν σε συγκεκριμένες ποινικές δίκες κατά το διάστημα 20-3-2013 έως και 22-7-2013 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο και στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Απλή παρατήρηση των υποκειμένων που συμμετέχουν στη διαδικασία της ποινικής δίκης (δικαστικοί λειτουργοί, συνήγοροι, ένορκοι, κατηγορούμενοι, κ.ο.κ.), των θέσεων και ρόλων των υποκειμένων αυτών, των σχέσεων που αναπτύσσονται από τη μεταξύ τους επαφή κατά την εξέλιξη της διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση τα υποκείμενα αγνοούν τη διεξαγωγή της έρευνας και εμείς αποκρύπτουμε το ρόλο του ερευνητή.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ:

Η ποινική δίκη έχει το χαρακτήρα της αναπαράστασης. Όπως η θεατρική πράξη αναπαριστά μία πράξη, η οποία είτε δεν είναι παρούσα εκείνη τη στιγμή, είτε δεν είναι πραγματικά ζωντανή, έτσι και η δίκη αναπαριστά αναδρομικά το «έγκλημα». Η θεμελιώδης διαφορά είναι ότι η δίκη αναφέρεται στο «εμπειρικά πραγματικό». Οι συνέπειες για τους πρωταγωνιστές της και το κοινωνικό σύνολο είναι θεσμικές και μεγάλης διάρκειας. Αντιθέτως, οι συνέπειες τόσο για τους πρωταγωνιστές του θεάτρου όσο και για το κοινό που παρακολουθεί είναι ψυχολογικής φύσεως, μικρής διάρκειας, εγγεγραμμένες κυρίως στον αντικειμενικό χρόνο της παράστασης.

Τόπος (η δικαστηριακή αίθουσα με την αρχιτεκτονική και την αισθητική της, η οποία παλινδρομεί μεταξύ ορθόδοξης εκκλησίας και αρχαίου ελληνικού θεάτρου).

Λόγος (ο καιρός, η κατάλληλη δηλαδή χρονική στιγμή χρήσης του λόγου, η ορθοφωνία, η καθαρότητα της φωνής, η έκταση, ο όγκος κι η ένταση της, η υποκριτική (ρητορική), η αισθητική του λόγου, ο τόνος, ο ρυθμός, η μελωδία, το ύφος, το χρώμα και η αμεσότητα του λόγου, η χρήση εικόνων, μεταφορών και ηχητικών σχημάτων, η μεταδοτικότητα, η επικοινωνία, οι ψυχολογικές προσεγγίσεις, η πρόκληση παθών όπως άγχος, φόβος, παράκληση, οργή, μεταμέλεια, αηδία, απειλή, κ.λπ.).

Οι ρόλοι (όπως ακριβώς η θεατρική παράσταση έτσι και η δίκη έχει τους δικούς της πρωταγωνιστές με, περισσότερο ή λιγότερο, ξεκάθαρους ρόλους, προσαρμοσμένους σε συγκεκριμένες απαιτήσεις).

Χειρονομίες – κινήσεις– πόζες- σωματική επαφή- σωματικότητα, αναπαράσταση- επανάληψη της πράξης με τη βοήθεια του σώματος, (μία άλλη «γλώσσα» εναλλακτική του λόγου, ά-λογη, και για τούτο, ίσως και παράλογη, μεταφυσική. Κατά τον Artaud πρόκειται για μια γλώσσα που αξιοποιεί όλες τις υλικές και ποιητικές δυνατότητες σε κάθε επίπεδο του συνειδητού και μέσα σε όλες τις αισθήσεις, παρασύρει τελικά τη σκέψη να υιοθετήσει θέσεις βαθύτερες που θα μπορούσαν να ονομαστούν «δρώσα μεταφυσική»).

Βλεμματική επαφή – εκφράσεις προσώπου (η έκφραση ή η απόκρυψη των συναισθημάτων, των σκέψεων, κ.λπ.).

Το στοιχείο της υπερβολής (εκφράζεται κυρίως στην αποθέωση της βίας, ως απάντηση στη βία που άσκησε κατά του θύματος ή της κοινωνίας ο κατηγορούμενος. Η ποινική δικαιοσύνη αποκλείει, απομονώνει: Στην αρχαία Αθήνα ο ένοχος εθεωρείτο μίασμα και δικαζόταν τις ασέληνες νύκτες για να μην προσβάλλει με τη θέασή του τους δικαστές. Σήμερα οι στιγματιστικές διαδικασίες της ποινικής δικαιοσύνης είναι το ίδιο αποτελεσματικές χωρίς την ανάγκη ασέληνων νυκτών. Το θέατρο αναπαριστά τον αποκλεισμό αυτόν: (Αντιγόνη, Προμηθέας, Οιδίπους, ο σύγχρονος Κλοβ). Είναι το τελετουργικό μιας ανθρωποθυσίας που εξαγνίζει την κοινότητα. Βαθύτερος σκοπός αυτής της βίας που αποτελεί αναγκαίο στοιχείο και της θεατρικής πράξης είναι η επικοινωνία. Για την Α. Μ. Πισκοπάνη η πιο ουσιαστική επικοινωνία πραγματώνεται σε στιγμές έντασης, σε στιγμές βίας. Άνθρωποι δεμένοι μεταξύ τους με χειροπέδες, ένοπλοι αστυνομικοί, έντονες λογομαχίες, σαρκαστικοί διάλογοι, υψηλός τόνος της φωνής, προειδοποιήσεις που κλιμακώνονται σε απειλές, κινήσεις τεταμένες, σπασμωδικές, λόγοι ανολοκλήρωτοι, εκρεμμείς, βίαιες συγκοπτόμενες σιωπές, βλέμματα γεμάτα θυμό, αγωνία ή αγανάκτηση, αιματοβαμμένο φωτογραφικό υλικό.

Έντονο παρουσιάζεται το στοιχείο της υπερβολής και σε αυτό που θα αποκαλούσαμε θρήνο (ως αποθέωση του τραγικού, η οποία τόσο στη ζωή όσο και στο θέατρο, επιφέρει τη ρήξη του πλαισίου του «οικείου» ρόλου)

Τέλος είναι η υπερβολή στην κωμικότητα (το κωμικό στοιχείο με την απομυθοποιητική, ανατρεπτική, κοινωνική και ψυχοκαθαρτική του λειτουργία, αφού το γέλιο επενεργεί θεραπευτικά (στο θέατρο και στη ζωή). Στη δίκη του Αθ. Ν., παρακολουθούμε το συνήγορο υπεράσπισης να «ξεγλιστράει» για λίγο από τον ασφυκτικό θεσμικό του ρόλο, στο ρόλο αριστοφανικού ήρωα απολαμβάνοντας μια ελευθερία, απόρροια της κωμικής ατμόσφαιρας που ο ίδιος δημιούργησε για να εκτονωθεί η συσσωρευμένη ένταση. Είναι η «ελευθερία» της δικής του «παρέκκλισης» από τον απαιτητικό ρόλο του. Ο Τσώρτσιλ είχε πει ότι η μυστική πηγή του γέλιου είναι η θλίψη κι εδώ πράγματι, επιβεβαιώνεται με τρόπο θεατρικό ότι το κωμικό μπορεί να απαντηθεί εκεί όπου κάποιος θα περίμενε λιγότερο να το συναντήσει: Σ΄ένα ποινικό δικαστήριο, σε μία υπόθεση αποπλάνησης ανηλίκου με αιμομεικτικές διαστάσεις.

Τελετουργίες (η παράταξη και σύνθεση των δικαστικών προσώπων, η ιδιαιτερότητα της αμφίεσής τους, (περούκα, τήβενος, κοστούμι, γραβάτα), ολόκληρο το φάσμα της κινησιολογίας των υποκειμένων της δίκης με τους φυσιολογικούς και ψυχολογικούς του μηχανισμούς, ο όρκος ενόρκων – μαρτύρων, η περιθωριοποίηση του «αποδιοπομπαίου τράγου», η καταγραφή των πρακτικών, το πρωτόκολλο εναλλαγής και προτεραιότητας των λόγων (ενάγοντα- εναγόμενου, πολιτικής αγωγής- υπεράσπισης- εισαγγελέως- δικαστού), η ελεγχόμενη και σταδιακή ροή των πληροφοριών, η κλιμάκωσή της δίκης, ακόμα και η ευγένεια του πληθυντικού αριθμού

Εκπλήξεις / ανατροπές (Η ξαφνκή αλλαγή μιας κατάστασης κατά τη διάρκεια της δίκης, «Coup de theatre»).

Ηθοποιός και «παρεκκλίνων», (εν προκειμένω, κατηγορούμενος) είναι κατά βάση άτομα «πολυμορφικά». Υποδύονται πολλούς και ανύπαρκτους χαρακτήρες, ζωντανεύουν φανταστικές συμπεριφορές, αναπαριστούν προσωπικότητες χωρίς κανένα υπόβαθρο στην αληθινή ζωή. Εξαιρετικά ενδιαφέρων ο ρόλος του δικηγόρου στην ποινική διαδικασία και δίκη. Κάποιες φορές συγκεντρώνει στοιχεία και από τις δύο ανωτέρω ιδιότητες, και όχι μόνο: «Εκείνος που θέλει να γίνει δικηγόρος πρέπει να εξοπλιστεί με εκατό εργαλεία. Εκτός από την επιστήμη του Δικαίου, που αποτελεί το θεμέλιο του επαγγέλματός του, πρέπει να σπουδάσει τέλεια τη γραμματική, τη ρητορική, τη διαλλεκτική, την επιστήμη των ηθών, την πολιτική, την ιστορία κ.λπ.».

Η πολυσημία του «πραγματικού», των αποδεικτικών μέσων, των εγγράφων, των πραγματογνωμοσυνών, ακόμα και μιας φωτογραφίας, πολυσημία που δείχνει αυτό ακριβώς: «Το δίκαιο ταξιδεύει».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:
Το θέατρο και η ποινική δίκη
• Είναι προϊόντα κοινωνικά (απόρροιες της ανθρώπινης συμβίωσης) και θεάματα με δημόσιο χαρακτήρα
• Στηρίζονται στην πολιτική οργάνωση των κοινωνικών δομών
• Στη θρησκευτική συνείδηση των κοινωνικών μελών (κυρίως η ποινική δικαιοσύνη)
• Έχουν κοινή θεματική
• Χρησιμοποιούν ως κύριο υλικό τους τον προφορικό- τυποποιημένο λόγο
• Ακολουθούν τις κοινωνικές μεταβολές
• Ως δρώμενα που εκτυλίσσονται αυτοτελώς στον κοινωνικό χώρο προσλαμβάνουν την έννοια της κοινωνικής κατασκευής. Περισσότερο η ποινική δίκη, λιγότερο το θέατρο, το οποίο έχει μία διττή σημασία: Αυτή του θεσμού, (εδώ πλησιάζει στην έννοια της κοινωνικής κατασκευής), αλλά και αυτή της τέχνης (εδώ αντίθετα, το θέατρο μετουσιώνεται σε μία από τις ελάχιστες μη προκατασκευασμένες, και γι΄αυτό μη βίαιες ή καταναγκαστικές, μορφές σκέψης, που προσφέρονται στο σύγχρονο άνθρωπο).
• Περιλαμβάνουν ρόλους, ερμηνείες, την έννοια της παράστασης: η λέξη «ηθοποιός» περικλείει το σύνολο των εκφάνσεων της κοινωνικής ζωής. Η ποινική δίκη είναι μία «παράσταση» με θεατρικές αναλογίες. Το αυθεντικό και η ειλικρίνεια αναμιγνύονται επικίνδυνα με την πλαστότητα και την παραποίηση.
• Ωστόσο, το θέατρο αναφέρεται στο «φανταστικό» και η ποινική δίκη στο «πραγματικό». Οι συνέπειες είναι τελείως διαφορετικές για τους πρωταγωνιστές τους. Οι παραλληλισμοί των δύο πεδίων δεν επιτρέπεται να εκληφθούν ως απόδειξη κοινής ταυτότητας.

Κάποιες σκέψεις που με οδήγησαν στην επιλογή του συγκεκριμένου θέματος

Είμαστε προγραμματισμένοι να καταλήγουμε σε συμπεράσματα. Ένα λούστρο γενικών εννοιών, αρχέγονων, τυποποιημένων και ταξινομημένων με τη βοήθεια της γλώσσας, επικαλύπτει γρήγορα κάθε ρωγμή που μπορεί να παρουσιαστεί στη γνωσιολογική μας πρόσοψη σχετικά με την «αντικειμενικότητα» του φυσικού κόσμου ή του κοινωνικού. Η αταξία και το χάος μας ταράζει. Είμαστε επίσης ρυθμισμένοι να μην θέλουμε να νιώθουμε μόνοι. Συμμορφωνόμαστε κανονιστικά, κυρίως, μέσα από την επανάληψη ομοιογενών εντυπώσεων, δηλαδή μέσα από ήθη και έθιμα, θεσμούς, νόμους, συνήθειες και κοινωνικούς κανόνες γιατί φοβόμαστε την απόρριψη, την εγκατάλειψη και το άγνωστο. «Ένας κόσμος που μπορούμε να τον εξηγήσουμε χρησιμοποιώντας ακόμα και πρόχειρες δικαιολογίες είναι ένας κόσμος οικείος, φιλικός. Αλλά, μέσα σ΄ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νιώθει σαν ξένος». Το πείραμα του S. Asch δείχνει την αδυναμία μας απέναντι στη μοναξιά, εκείνη που προκύπτει από την αποδοκιμασία. Μόνος του περιπλανάται ο πανάρχαιος βιβλικός τελετουργικός αποδιοπομπαίος τράγος. Ποιος θέλει να πάρει τη θέση του;
Υπάρχει λοιπόν μια ψυχολογική απόσταση ανάμεσα σε «εμάς» και σε αυτούς που εκθέτουμε στην τιμωρία του ποινικού μας συστήματος. Πιστεύω, κάπως συμβολικά, ότι η ίδια απόσταση μεσολαβεί ανάμεσα στο κοινό του θεάτρου και στους συντελεστές μιας παράστασης. Το να ανεβεί κάποιος στο «σανίδι» σημαίνει την αποκοπή του από το σύνολο και την έκθεσή του σε αυτό. Κοινωνία και παραβάτης/εγκληματίας, κοινό και ηθοποιός/σκηνοθέτης είναι δυο διαφορετικοί κόσμοι/πραγματικότητες. Όμως η μία υπάρχει χάριν της άλλης. Μόνο.

Ατύπως, θα ήθελα να σας αναφέρω εδώ ότι σχεδόν όλοι οι ηθοποιοί που «πλησίασα», με αφορμή τη διπλωματική, στην ερώτηση «γιατί κάνεις το επάγγελμα;» μου απάντησαν «για να επικοινωνήσω». Πως άραγε επικοινωνούν δύο κόσμοι; Πως άραγε επικοινωνούν δύο άνθρωποι; (Χωρίς να καταστρέψουν ο ένας τον άλλον). Που συναντιέται το όνειρο με την πραγματικότητα; Η «φυσιολογικότητα» με την «παρέκκλιση»; (Χωρίς να καταστρέψει η μία την άλλη).

Προτάσεις επιφυλάσσομαι να διατυπώσω, αν μπορέσω, σε κάποιο άλλο στάδιο της εξέλίξής μου. Η συγκεκριμένη εργασία είναι «απορητική». Για την ώρα η μόνη μου πρόταση είναι η επαναδιατύπωση του αρχικού προβλήματος και εδώ βέβαια αναφέρομαι στη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του ποινικού συστήματος, λειτουργία εξοντωτική, με τόσο βαθιές ρίζες μέσα μας όσο ακριβώς και η πεποίθησή μας ότι δεν θέλουμε να προξενήσουμε κακό στον πλησίον μας. Τι θα υπερισχύσει;

Θα ήθελα να συνεχίσω να κάνω αυτό που έμαθα στο μεταπτυχιακό. Θα ήθελα πολύ να συνεχίσω την εργασία και την έρευνά μου. Μία σκέψη που πρέπει να γίνει πράξη είναι η συλλογή, η αντιστοίχηση και η ανάλυση συνεντεύξεων ηθοποιών- παραβατών, εκπροσώπων του δικαστικού/ποινικού μηχανισμού και θεατρικού κοινού. Τέλος, θα ήθελα να ευχαριστήσω για μία φορά ακόμα τα μέλη της αρμόδιας, για την εκπόνηση της εργασίας, επιτροπής, κα Τσίγκανου Ι., (επιβλέπουσα), κο Νικολόπουλο Γ., και Φαρσεδάκη Ι. Δεν θα ήθελα να παραλείψω βέβαια την πολύτιμη βοήθεια της κας Παπαγιαννοπούλου Μ.

Η εργασία διήρκησε από τον Μάρτιο ως τον Οκτώβριο του 2012. Το ερευνητικό μέρος αυτής από 20-3-2013 έως και 22-7-2013 και διεξήχθη στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο και στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών. Πριν δώσω εξετάσεις για την εισαγωγή μου στο ΠΜΣ Εγκληματολογίας είχα την τύχη να τελειώσω την ενότητα του Ελληνικού Πολιτισμού στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, με κάποιους από τους καθηγητές αυτούς, να μετασχηματίζονται σε ανθρώπους-ιδέες που δεν θα ξεχάσω ποτέ.”

Γιώργος Ντέντες

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Θέατρο

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s