Διήμερη επετειακή εκδήλωση εγκληματολογίας Παντείου:ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ (πεπραγμένα)


Το δεύτερο μέρος της παρουσίασης αφορά τα πεπραγμένα της επετειακής εκδήλωσης εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Υπενθυμίζω ότι στο πρώτο μέρος κάνω αναφορά στη διήμερη έκθεση πόστερ των άριστων διπλωματικών εργασιών των φοιτητών του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών εγκληματολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και ειδική μνεία σε κάποιες από τις πολύ αξιόλογες ερευνητικές εργασίες των νέων επιστημόνων, καθώς στην εν λόγω εκδήλωση δόθηκε το βήμα στους νέους να προβάλουν με το πρωτότυπο τρόπο των πόστερ τη δουλειά τους.

Η έναρξη της εκδήλωσης έλαβε χώρα τη Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013, με τους χαιρετισμούς των Πρυτανικών αρχών και με συζήτηση σχετικά με τις μεταπτυχιακές σπουδές εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας πραγματοποιήθηκε η τελετή αναγόρευσης του κ. Martin Killias, Ομότιμου Καθηγητή των Πανεπιστημίων της Λωζάννης και της Ζυρίχης, σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Κοινωνιολογίας της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών και Ψυχολογίας, στην αίθουσα τελετών “Αριστοτέλης”. Η παρουσίαση και αναγόρευση του τιμώμενου κ. Martin Killias έγιναν από την Διευθύντρια του Τομέα Εγκληματολογίας, Καθηγήτρια κ. Χριστίνα Μ. Ζαραφωνίτου, η οποία ήταν η “ψυχή” της άρτιας αυτής διοργάνωσης.

Την επόμενη μέρα, Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013, παρακολούθησα με μεγάλο ενδιαφέρον τα δύο στρογγυλά τραπέζια που πραγματοποιήθηκαν. Ένα πολύ σημαντικό σημείο που αξίζει να υπογραμμίσω είναι το ότι δόθηκε ο λόγος και πάλι στους νέους επιστήμονες, καθώς μετά τις ομιλίες ακολούθησε γόνιμος διάλογος μεταξύ ομιλητών και κοινού.

Το αντικείμενο του πρώτου στρογγυλού τραπεζιού ήταν “εκπαιδευτικές μέθοδοι και εργαλεία σε μεταπτυχιακό επίπεδο, ανταλλαγή απόψεων μεταξύ διδασκόντων σε συναφή μεταπτυχιακά προγράμματα”. Τη συζήτηση συντόνισε η Καθηγήτρια Χριστίνα Ζαραφωνίτου, Διευθύντρια του Τομέα Εγκληματολογίας και του ΠΜΣ “Η σύγχρονη εγκληματικότητα και η αντιμετώπισή της” στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εισηγητές ήταν οι: Ομότιμη Καθηγήτρια Καλλιόπη Δ. Σπινέλλη, ο Καθηγητής Βασίλης Καρύδης, Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Αγγελική Πιτσελά, Νομική Σχολή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Επίκουρη Καθηγήτρια Μαρία Κρανιδιώτη, Νομική Σχολή Πανεπιστήμιο Αθηνών, Επίκουρη Καθηγήτρια Τόνια Τζαννετάκη, Νομική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών και Δρ. Ιωάννα Τσίγκανου, Διευθύντρια ερευνών του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών. Ακολούθησε συζήτηση με παρεμβάσεις.

Το δεύτερο στρογγυλό τραπέζι είχε ως αντικείμενο “Θεματικές ενότητες μεταπτυχιακών μαθημάτων, ανταλλαγή γνώσης και εμπειρίας/προτάσεις/προοπτικές”. Τη συζήτηση συντόνισε ο Καθηγητής Νέστωρ Κουράκης, Διευθυντής του Εργαστηρίου Ποινικών και Εγκληματολογικών Ερευνών της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εισηγητές ήταν οι: Αναπληρωτής Καθηγητής Γιώργος Νικολόπουλος, Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του ΠΜΣ εγκληματολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Αναπληρωτής Καθηγητής Γρηγόρης Λάζος, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Επίκουρη Καθηγήτρια Βίκυ Βλάχου, Πάντειο Πανεπιστήμιο και Επίκουρος Καθηγητής Κώστας Κοσμάτος, Νομική Σχολή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Ακολούθησε συζήτηση με παρεμβάσεις και με αυτό τον τρόπο ολοκληρώθηκε η επετειακή εκδήλωση.

Οι ομιλίες είχαν μεγάλο ενδιαφέρον και κρίνω πολύ σημαντική και γόνιμη την ανταλλαγή απόψεων, εμπειριών, αλλά και προτάσεων, ανάμεσα σε διδάσκοντες μεταπτυχιακών προγραμμάτων εγκληματολογίας της Αθήνας και της περιφέρειας.

Η εγκληματολογία εξελίσσεται πολύ δυναμικά και ο ρόλος της στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας που βιώνει μία σοβαρότατη οικονομική και κοινωνική κρίση είναι εξέχουσας σημασίας. Για αυτόν ακριβώς το λόγο πρέπει και οι μελλοντικοί εγκληματολόγοι να έχουν ένα υψηλό επίπεδο γνώσης, άρτια θεωρητική κάταρτιση αλλά και πλούσια ερευνητική εμπειρία, με δύο λόγια ισχυρά εφόδια, ώστε να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της σύγχρονης εγκληματολογίας και να δώσουν τις δικές τους απαντήσεις σε φλέγοντα ζητήματα που αφορούν το εγκληματικό φαινόμενο. Προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται οι αξιόλογοι διδάσκοντες που έλαβαν μέρος στην επετειακή εκδήλωση, οι οποίοι μας παρουσίασαν τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούν τον κύκλο των μαθημάτων τους σε μεταπτυχιακό επίπεδο, κατέθεσαν τις πολύτιμες εμπειρίες τους, ταυτόχρονα έθεσαν καίριους προβληματισμούς και προχώρησαν σε δημιουργικές προτάσεις.

Τα βασικά ερωτήματά τους και τα κύρια πορίσματα που προέκυψαν θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα ακόλουθα σημεία:

Τρόπος επιλογής και αξιολόγησης των φοιτητών που εισάγονται σε μεταπτυχιακά προγρόμματα σπουδών εγκληματολογίας. Ιδιαίτερη συζήτηση έγινε μάλιστα για τη σχέση εγκληματολογίας-νομικής και για το εάν πρέπει οι φοιτητές εγκληματολογίας να προέρχονται μόνον από Νομικές Σχολές. Αυτό που κυρίως υπογραμμίστηκε είναι ότι σαφέστατα η σχέση εγκληματολογίας-νομικής είναι και οφείλει να είναι πολύ στενή, αλλά και φοιτητές άλλων Σχολών μπορούν να ασχοληθούν με την εγκληματολογία, αρκεί να έχουν το στοιχειώδες αλλά απολύτως αναγκαίο επίπεδο νομικών γνώσεων και, αναμφίβολα, τη διάθεση να δουλέψουν πολύ σκληρά. Άλλωστε, η επιστήμη της εγκληματολογίας είναι πολύ σοβαρή και το άτομο που θα επιλέξει να ασκήσει το επάγγελμα του εγκληματολόγου οφείλει να γνωρίζει το γιατί θέλει να το ασκήσει. Δηλαδή, να έχει θέσει τα ορθά κριτήρια, ώστε να μπορέσει να συμβάλλει σε αυτή την επιστήμη και ασφαλώς να προσφέρει έργο στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, καθώς εγκληματολογία-κοινωνία είναι άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους.

Διεπιστημονικότητα ή και αμιγής χαρακτήρας της εγκληματολογίας, ήταν ένα από τα ερωτήματα που τέθηκαν. Τονίσθηκε ότι η εγκληματολογία έχει, αναμφίβολα, την δική της “ιδιαίτερη” φύση, αλλά πρέπει πάντα να λειτουργεί συμπληρωματικά με άλλες επιστήμες, όπως τη νομική, την ψυχολογία, τη βιολογία αλλά και, κατά την σημερινή εποχή της κρίσης, με άλλες επιστήμες όπως για παράδειγμα τις πολιτικές επιστήμες. Ας μην ξεχνάμε ότι, ειδικά σε περιόδους κρίσης, η εγκληματικότητα αποκτά διαφορετικές -πιο επικίνδυνες- μορφές και διαστάσεις.

Παράλληλα μεθοδολογικά εργαλεία. Π.χ. να ανατίθενται μόνο εργασίες στο πλαίσιο του μεταπτυχικού προγράμματος ή να υφίσταται ένας συνδυασμός μεθόδων, όπως εξετάσεις και εργασίες, ή τέλος μόνον εξετάσεις. Αν και ακούστηκε και η άποψη ότι ίσως δεν είναι έτοιμα τα παιδιά να προχωρήσουν στη συγγραφή μιας επιστημονικής εργασίας, η πλειοψηφία των ομιλητών τόνισε την αναγκαιότητα και τη σπουδαιότητα της συγγραφής εργασιών. Κάτι που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη, καθώς οι εργασίες δίνουν τη δυνατότητα στο φοιτητή να δημιουργήσει, να προβληματιστεί, να ασκήσει την κριτική του σκέψη και να εμβαθύνει στο εγκληματικό φαινόμενο.

Ένα ζήτημα που συζητήθηκε διεξοδικά ήταν η βιβλιογραφία. Επισημάνθηκε ότι, όπως και στα μεγάλα Πανεπιστήμια του εξωτερικού,έτσι και στην Ελλάδα, είναι απαράδεκτο να γίνεται χρήση μόνο ενός βιβλίου, συνήθως του διδάσκοντα, αλλά ο φοιτητής πρέπει να αναζητά πλήθος πηγών στις βιβλιοθήκες. Συμφωνώ απόλυτα. Δεν νοείται μεταπτυχιακός φοιτητής να μη διευρύνει τους γνωστικούς του ορίζοντες, με την αναζήτηση πλούσιας βιβλιογραφίας αλλά να αρκείται σε ένα μόνο βιβλίο που, συνήθως, φέρει τον βαρύγδουπο τίτλο, όπως χιουμοριστικά σημειώθηκε, “εγχειρίδιον”.

Ένα ακόμα θέμα που αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης είναι η ανάγκη όλοι οι μεταπτυχιακοί φοιτητές εγκληματολογίας να μπορούν να σκέπτονται με τρόπο κριτικό, να προβληματίζονται έντονα και να καταρρίπτουν αυθεντίες, προβαίνοντας σε ολοκληρωμένες προτάσεις, εφόσον βέβαια έχει προηγηθεί εις βάθος μελέτη, αναζήτηση και σκληρή δουλειά.

Υπογραμμίστηκε, επίσης, η ανάγκη προώθησης των νέων τεχνολογιών. Δυστυχώς, τα ελληνικά πανεπιστήμια υστερούν σε αυτό το κομμάτι, λόγω έλλειψης υλικοτεχνικής υποδομής. Αναφέρθηκε ότι η βασική έρευνα σπανίζει, καθώς δεν χρηματοδοτείται. Οι μεγάλες έρευνες διεξάγονται μόνο με κοινοτικούς πόρους.

Ασφαλώς, η ανάγκη λήψης πρωτοβουλιών εκ μέρους των μεταπτυχιακών φοιτητών κρίθηκε επιβεβλημένη. Εδώ τέθηκε ένα θέμα, δεδομένου ότι η πλειοψηφία των μεταπτυχιακών είναι εργαζόμενοι ή/και με οικογένειες, οπότε δεν μπορούν πολλές φορές να αφιερώσουν το χρόνο που χρειάζεται και να δώσουν το κάτι παραπάνω στις σπουδές τους. Καταθέτοντας την προσωπική μου εμπειρία από το ΜΠΣ στο Τμήμα ΕΜΜΕ, θα έλεγα ότι σαφώς πρέπει από τη μία να υπάρχει πρόβλεψη για τους εργαζόμενους φοιτητές ώστε να μην κάνουν απλή διεκπεραίωση των σπουδών, γιατί οι μεταπτυχιακές σπουδές δεν είναι αγγαρεία, ούτε υποχρέωση, είναι και θα έπρεπε να είναι επιλογή. Από την άλλη δεν πρέπει να γίνονται αδικίες εις βάρος των μη εργαζόμενων φοιτητών που έχουν αφοσιωθεί αποκλειστικά στις σπουδές τους. Πιστεύω, βέβαια, ότι ειδικά οι Έλληνες διδάσκοντες έχουν μία ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι σε όλους τους φοιτητές.

Μία δημιουργική πρόταση είναι να αξιοποιηθούν ακόμα περισσότερο, και μέσω νόμου, οι υποψήφιοι διδάκτορες και διδακτορικοί φοιτητές, διότι ο φοιτητής που εκπονεί το διδακτορικό του πρέπει να έχει άμεση σχέση και επαφή με το Πανεπιστήμιο, ως αναπόσπαστο κομμάτι του και όχι να αντιμετωπίζεται σαν “ξένο σώμα”.

Αυτό που ακόμα τονίσθηκε, κατά τις ομιλίες, είναι η ανάγκη μίας ολοκληρωμένης και συνθετικής προσέγγισης από τους μεταπτυχιακούς φοιτητές του εγκληματικού φαινομένου, η οποία θα στηρίζεται σε θεωρητική προσέγγιση, σε εμπειρική διερεύνηση, ερευνητική προσέγγιση. Μόνο η θεωρία δεν φτάνει. Χρειάζεται και η έρευνα. Από την άλλη η έρευνα δεν μπορεί να διεξαχθεί χωρίς γερές βάσεις και ισχυρά εφόδια που θα προκύψουν με συνεχή μελέτη, αναζήτηση, διερεύνηση.

Τέλος, αξίζει να υπογραμμίσω το σημείο στο οποίο δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση και αφορά το σημαίνοντα ρόλο των συνεργασιών των ελληνικών Πανεπιστημίων, τόσο μεταξύ τους, όσο και με ξένα Πανεπιστήμια, αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης του εγκληματικού φαινομένου στο πλαίσιο των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών εγκληματολογίας, καθώς επίσης επισημάνθηκε ο εξέχων ρόλος των ανταλλαγών απόψεων, εμπειριών και κατάθεσης καινοτόμων προτάσεων.

Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι ο ρόλος της εγκληματολογίας σήμερα είναι πολύ σοβαρός. Γι’ αυτό, τα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών εγκληματολογίας στην Ελλάδα έχουν πολύ μεγάλη σημασία. Οι νέοι επιστήμονες οφείλουν να οπλιστούν με τα κατάλληλα εφόδια, ώστε να αντιμετωπίσουν τις ακόμα πιο κρίσιμες προσκλήσεις του μέλλοντος. Κατά την προσωπική μου άποψη, θα ήταν σκόπιμο και στην Ελλάδα, όπως και στο εξωτερικό, να υπάρξει μία αμιγής Σχολή Εγκληματολογίας. Οι αρμόδιοι κρατικοί φορείς πρέπει να αντιληφθούν τη σπουδαιότητα της εγκληματολογίας σε μία Ελλάδα που ταλανίζεται από σοβαρότατα προβλήματα που οδηγούν σε αύξηση των φαινομένων βίας και εγκληματικότητας και κυρίως σε πιο επικίνδυνες εκφάνσεις του εγκληματικού φαινομένου.

ZARAFONITOU1

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας, Ζητήματα Κοινωνικά

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s