Daily Archives: 20/09/2012

Εκμάθηση ξένων γλωσσών:πότε, πώς, πού;

Μία πολύ συχνή απορία αλλά και ταυτόχρονα αγωνία των γονέων αφορά το πότε πρέπει να ξεκινήσει το παιδί τους να μαθαίνει την πρώτη ξένη γλώσσα και πότε τη δεύτερη, ώστε να αποκομίσει τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη. Τις προάλλες διάβασα ένα πολύ ενδιαφέρον και κατατοπιστικό άρθρο για το εν λόγω ζήτημα, της Πελιώς Παπαδιά, με τίτλο «Πολύγλωσσο…από κουνια» στην ηλεκτρονική μορφή του περιοδικού Ταλκ (www.talcmag.gr), το οποίο αξίζει, εσείς οι γονείς να διαβάσετε, ώστε με έναν τρόπο ολοκληρωμένο και επιστημονικά τεκμηριωμένο να πάρετε τις απαραίτητες πληροφορίες.
Με το σημερινό κείμενο, θα καταθέσω την προσωπική μου εμπειρία επί του θέματος, από την οπτική γωνία του εκπαιδευτικού. Τα παιδιά, ηλικίας 7-8 ετών, οι μαθητές δηλαδή της δευτέρας και τρίτης τάξης του Δημοτικού σχολείου, μπορούν να αρχίσουν την εκμάθηση της πρώτης ξένης γλώσσας (που κατά κανόνα η επιλογή αυτή αφορά τα αγγλικά), με την εγγραφή τους στην πρώτη τάξη, δηλαδή την A’ Junior.
Τα 8χρονα έχουν σαφώς ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τα 7χρονα, καθώς συνήθως είναι πιο ώριμα -και ηλικιακά και λόγω της ύλης που έχουν διδαχτεί στο ελληνικό σχολείο- ώστε να αφομοιώσουν τους κανόνες και τις δομές της αγγλικής γλώσσας. Αλλά και τα 7χρονα, κατά κανόνα, «ρουφάνε» σαν σφουγγαράκια όσα μαθαίνουν στην A’ Junior και την επόμενη χρονιά, κατά τη φοίτησή τους στη B’ Junior, αφομοιώνουν καλύτερα και πιο αποτελεσματικά τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες, καθώς και την εν γένει λειτουργία της γλώσσας.
Ένα από τα πολύ θετικά στοιχεία της εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας και η διαφορά με άλλες γλώσσες, είναι ότι το παιδί, μέχρι την A’ Senior, έχει διδαχτεί όλους τους κανόνες της γραμματικής που θα χρησιμοποιήσει μέχρι και την τάξη του Proficiency. Αυτό που διαφοροποιείται με την πάροδο των ετών είναι το λεξιλόγιο, το οποίο διευρύνεται. Επίσης, η αγγλική γραμματική είναι τόσο αυστηρά δομημένη, ώστε, εάν ο μαθητής αφομοιώσει τους κανόνες και τους εφαρμόζει συνειδητά κι όχι «παπαγαλία», τότε καταφέρνει να κατακτήσει και τον γραπτό και τον προφορικό λόγο πολύ πιο εύκολα και γρήγορα.
Όσον αφορά τις προσχολικές ηλικίες, το παιδί μπορεί να έχει την πρώτη επαφή με την ξένη γλώσσα μέσα από το παιχνίδι, το τραγούδι, τη ζωγραφική, τη χειροτεχνία, τις εικόνες και τόσα άλλα ενδιαφέροντα μέσα που προσφέρονται σήμερα στους εκπαιδευτικούς. Κυρίως δουλεύεται ο προφορικός λόγος, που στις τάξεις Pre-Junior παίζει τον πιο σημαντικό ρόλο, όπως άλλωστε είναι φυσικό. Τα οφέλη των τμημάτων Pre-Junior είναι πολλά. Το παιδί εξοικειώνεται με την ξένη γλώσσα, με έναν τρόπο πολύ δημιουργικό. Συνοψίζοντας, τα τμήματα Pre-Junior σχετίζονται μόνο με παιχνίδι και δημιουργική απασχόληση, δίνοντας την ευκαιρία σε ένα παιδάκι να προχωρήσει πιο γρήγορα σε επόμενα επίπεδα, εάν γίνει μία ολοκληρωμένη δουλειά και πάρει γερές βάσεις, ήδη από αυτό το επίπεδο.
Σχετικά με το θέμα της απόκτησης πτυχίων, είμαι υποστηρικτής της άποψης ότι όλα τα παιδιά που αφιερώνουν χρόνο και χρήμα (οι γονείς τους) για την εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας, πρέπει να ολοκληρώσουν τη σπουδή τους με την απόκτηση του ανώτερου πτυχίου, τουλάχιστον στην πρώτη γλώσσα. Με έναν τρόπο, ασφαλώς, που θα συνδυάζει τη σκληρή δουλειά (μη γελιόμαστε, τα αγαθά κόποις κτώνται) αλλά και τη χαρά της δημιουργίας και τη δίψα για απόκτηση γνώσης, στοιχεία που οφείλει ο εκπαιδευτικός να μεταδώσει στους μαθητές.
Όσον αφορά την ηλικία απόκτησης πτυχίων, τα τελευταία χρόνια, πέφτει ολοένα και περισσότερο το όριο ηλικίας, με αποτέλεσμα υψηλός αριθμός μαθητών να ολοκληρώνει τη σπουδή στα αγγλικά, μόλις στην τρίτη τάξη του Γυμνασίου. Αυτό οφείλεται κυρίως στην «απαίτηση» των γονέων να «ξεμπερδεύουν» τα παιδιά τους με τις γλώσσες όσο το δυνατόν συντομότερα, τόσο για οικονομικούς λόγους, όσο και για να είναι απερίσπαστα στο Λύκειο, ώστε να αφοσιωθούν στην προετοιμασία των εισαγωγικών εξετάσεων.
Έχοντας συζητήσει το θέμα με αρκετούς φορείς, πιστεύω ότι, χωρίς να υπάρχει κανόνας, η πιο ώριμη ηλικία για να δώσει ένα παιδί εξετάσεις για το Lower είναι 14 ετών, όταν το παιδί φοιτά στην τρίτη τάξη του Γυμνασίου, και για το Proficiency 16 ετών, όταν το παιδί φοιτά στην δευτέρα τάξη του Λυκείου, ώστε να μπορεί να εμβαθύνει σε έννοιες δύσκολες που απαιτούν ένα μεγάλο βαθμό ωριμότητας αλλά και να μπορέσει να κατακτήσει τη γλώσσα σε μεγαλύτερη έκταση. Γιατί, όπως τονίζω σε όλους τους γονείς και τους μαθητές, σημασία δεν έχει μόνο να πάρεις το «χαρτί», αλλά πρωτίστως να έχεις κατακτήσει, τουλάχιστον σε έναν πολύ ικανοποιητικό βαθμό, τη γλώσσα. Ακόμα κι όταν ολοκληρώσει τις σπουδές του στην ξένη γλώσσα ο μαθητής, τον προτρέπω να συνεχίσει την ενασχόληση με δημιουργικούς τρόπους, όπως με την ξένη μουσική που ακούει, με τις ξενόγλωσσες ταινίες που παρακολουθεί, την ανάγνωση ξενόγλωσσης λογοτεχνίας, τις συζητήσεις με φίλους στην ξένη γλώσσα και τόσους άλλους ενδιαφέροντες τρόπους που μπορεί να ανακαλύψει το ίδιο το παιδί, στηριζόμενο στη φαντασία και δημιουργικότητά του.
Όσον αφορά την εκμάθηση της δεύτερης ξένης γλώσσας, «καταλληλότερη» ηλικία είναι τα 10-11 χρόνια, όταν δηλαδή το παιδί φοιτά στην τρίτη ή τετάρτη τάξη του Δημοτικού σχολείου και έχει ήδη ολοκληρώσει τα δύο πρώτα χρόνια της πρώτης ξένης γλώσσας που έχει επιλέξει. Οφείλω βέβαια να κάνω την επισήμανση ότι από την προσωπική μου εμπειρία στην περιοχή όπου διατηρώ το Διδασκαλείο μου, στον Άγιο Θωμά Αμαρουσίου, οι μαθητές μου επιλέγουν να ολοκληρώσουν την πρώτη ξένη γλώσσα φτάνοντας ως την απόκτηση του ανώτερου πτυχίου, ενώ την δεύτερη ξένη γλώσσα, τα γαλλικά για παράδειγμα, την φτάνουν μέχρι την τάξη B2 ή επιλέγουν να κάνουν μόνο ενισχυτικά μαθήματα για να βοηθηθούν στο σχολείο.
Η εκμάθηση μίας τρίτης ξένης γλώσσας, κατά την άποψή μου πρέπει να λαμβάνει χώρα σε αρκετά πιο ώριμες ηλικίες και φάσεις της ζωής του ατόμου, όπως κατά τη διάρκεια των φοιτητικών χρόνων, όπου σίγουρα θα μιλάμε και για μία απόλυτα συνειδητή επιλογή. Δεν ξεχνάμε ότι η εκμάθηση ξένων γλωσσών πρέπει να είναι πολύ δημιουργική διαδικασία, να μην καταντάει αγγαρεία, γιατί τότε χάνει την βαθύτερη ουσία και το περιεχόμενό της. Ακόμα και οι πιο «αδύναμοι» μαθητές, με την κατάλληλη ενθάρρυνση, μπορούν να κατακτήσουν ένα τουλάχιστον «κομμάτι» της γλώσσας, εάν αγαπήσουν τη γλώσσα.
Τώρα, ένα άλλο μεγάλο ζήτημα αφορά την εκμάθηση ξένων γλωσσών στα σχολεία. Στα μεν δημόσια, οι γονείς και οι μαθητές θεωρούν, σχεδόν, «αυτονόητο» ότι δεν γίνεται δουλειά στις ξένες γλώσσες, ακόμα κι αν υπάρχουν εξαίρετοι εκπαιδευτικοί. Δυστυχώς, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα εξακολουθεί να είναι δομημένο σε «συμπλεγματικά», άκρως συντηρητικά και απαρχαιωμένα πρότυπα και μεθόδους. Ονειρεύομαι την ημέρα εκείνη που ένας πραγματικά «φωτισμένος» Υπουργός Παιδείας, στηριζόμενος σε μία πολύ «δυνατή» και κατατοπισμένη ομάδα, θα αλλάξει ριζικά τα πράγματα στην παιδεία, ξεκινώντας από το Δημοτικό σχολείο. Θα βάλει (μεταφορικά, για να μην παρεξηγηθώ) μπουρλότο στα θεμέλια και θα δημιουργήσει το «σχολείο του μέλλοντος», βασισμένο σε στοιχεία, όπως η δημιουργικότητα, η φαντασία, η ουσιαστική γνώση, η αλληλεπίδραση, τα μέσα της τεχνολογίας κ.λπ. Σε μία τέτοια προσπάθεια, προσωπικά, θα ήθελα να δω επικεφαλής τον Καθηγητή μου και νυν βουλευτή, κ. Γιάννη Πανούση, ο οποίος έχει τόσες πολλές και σημαντικές ιδέες για το χώρο της παιδείας. Βέβαια, αυτή είναι μία τελείως διαφορετική συζήτηση, την οποία σκοπεύω να κάνω με άλλο κείμενό μου.
Έτσι, τα παιδιά στο δημόσιο σχολείο δεν μαθαίνουν την ξένη γλώσσα, όχι τουλάχιστον σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο. Δυστυχώς, και σε πολλά ακριβοπληρωμένα μάλιστα ιδιωτικά σχολεία, δεν γίνεται συστηματική δουλειά (έργο του Διευθυντή και τον γονέων να ψάξουν το γιατί), με αποτέλεσμα η πλειοψηφία των ελλήνων μαθητών να συρρέουν, ως είθισται, στα φροντιστήρια ή στην ενισχυτική βοήθεια κατ’ οίκον.
Μία συμβουλή προς τους γονείς που επιλέγουν τα ιδιαίτερα: ρωτάτε πάντα τους δασκάλους, όταν τελειώνει μία σχολική χρονιά, σε πιο επίπεδο βρίσκεται ο μαθητής, ποια τάξη έχει ολοκληρώσει, γιατί συχνά έρχονται μαθητές και δεν γνωρίζουν καν σε ποιο επίπεδο βρίσκονται, γεγονός που κρίνω απαράδεκτο!!
Τέλος, θα αναφερθώ σε ένα ακόμα καίριο ζήτημα. Οι γονείς, συχνά, με ρωτάνε «Πότε το παιδί μου θα μιλάει αγγλικά (ή όποια άλλη γλώσσα επιλέξει) και ποιες απαιτήσεις πρέπει ως γονιός να έχω όσον αφορά τη δεινότητά του στον προφορικό λόγο»; Η απάντησή μου είναι η εξής «Κάθε χρόνο που θα ολοκληρώνει μία τάξη, το παιδί θα μιλάει ακόμα καλύτερα, γιατί ο προφορικός λόγος συνδέεται άρρηκτα με τη γνώση και αφομοίωση των γραμματικών κανόνων μίας γλώσσας. Δεν μπορεί να έχουμε απαίτηση από το παιδί να μιλάει αγγλικά, όταν δεν έχει αφομοιώσει ακόμα τους βασικούς κανόνες της γλώσσας, κάτι που γίνεται σταδιακά. Γι’ αυτό, αν το σκεφτείτε αλλοδαποί που δεν έχουν κάνει μαθήματα ελληνικής γλώσσας, αν και ζούνε στην Ελλάδα πάρα πολλά χρόνια, κάνουν τόσα λάθη, τύπου ‘Η μπαμπάς είναι στο δουλειά του. Το παιδί είναι στο δρόμος, παίξει μπάλα’ κ.λπ. επειδή ακριβώς δεν γνωρίζουν τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες της ελληνικής. Ασφαλώς, η συνεχής εξάσκηση μέσα στην τάξη, όσον αφορά τον προφορικό λόγο, το γράψιμο πολλών παραγράφων και εκθέσεων, η ξένη μουσική, ακόμα και τα παιχνίδια στην ξένη γλώσσα, συμβάλλουν στο μέγιστο βαθμό στην εκμάθηση του προφορικού λόγου.
Συνοψίζοντας, μαθαίνω μία ξένη γλώσσα σημαίνει αφήνομαι στη μαγεία της και εμβαθύνω στην ιστορία και τον πολιτισμό της. Οπότε, πέρα από τους «κανόνες» και τα «πρέπει», οι καθηγητές ξένων γλωσσών οφείλουν -πρώτα και πάνω από όλα- να μεταδώσουν στα παιδιά την αγάπη για το αντικείμενο που διδάσκουν, ώστε τόσο οι μαθητές, όσο και οι γονείς τους, να συνειδητοποιήσουν την αληθινή αξία και σημασία της εκμάθησης των ξένων γλωσσών.

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εκπαιδευτικά