The prisonization:Το «σύνδρομο της ιδρυματοποίησης»


Για ένα διάστημα τριών μηνών επισκεπτόμουν τις Φυλακές Κορυδαλλού, σε καθημερινή βάση, προκειμένου να αντλήσω ένα επαρκές υλικό για την εκπόνηση της μελέτης μου. Ήταν σαφώς μία εμπειρία ζωής για εμένα, η οποία με έκανε να αντιμετωπίσω από μία διαφορετική οπτική γωνία τα πράγματα. Ακόμα ηχεί στα αυτιά μου το τρίξιμο από τις βαριές σιδερένιες πόρτες την ώρα που κλείνουν, σαν ταινία θρίλερ.
Οι επισκέψεις στη φυλακή άσκησαν τη δική τους επίδραση στην ψυχοσύνθεσή μου. Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι στη διάρκεια των τριών αυτών μηνών έβλεπα συνεχώς εφιάλτες, τρόμαζα εύκολα και δεν άντεχα να βρίσκομαι σε χώρο με πολύ κόσμο ή σε χώρο με έντονο φως. Το γεγονός αυτό μου προξένησε μεγάλη εντύπωση, γιατί με έκανε να αναρωτηθώ πώς ένας άνθρωπος που βρίσκεται στη φυλακή μπορεί να προσαρμοστεί σε αυτό το περιβάλλον και σε ένα δεύτερο επίπεδο πώς μπορεί να επανενταχθεί στην κοινωνία εκτός φυλακής. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η η προσαρμογή είναι εξαιρετικά δύσκολη, αλλά εξίσου δύσκολη ίσως και ακόμα πιο επίπονη είναι η επανένταξη στην κοινωνία.
Με το παρόν κείμενο, θα ήθελα να αναφερθώ σε αυτήν ακριβώς την ένταξη των κρατουμένων στο σκληρό περιβάλλον της φυλακής, η οποία ονομάζεται «ιδρυματοποίηση». Με τον όρο αυτό, δηλαδή, εννοούμε τη διαδικασία ενσωμάτωσης των κρατουμένων στο άτεγκτο πλαίσιο της φυλακής, κατά την οποία εσωτερικεύουν τις αρχές και τους κανόνες που συνθέτουν τον κώδικα του «υποπολιτισμού» των εγκλείστων (inmates’ code).1 Πρέπει βέβαια να επισημάνω ότι η ένταξη σε αυτό το σκληρό πλαίσιο δεν είναι ίδια για όλους τους κρατούμενους, γιατί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Οι πιο καταλυτικοί, όπως καταγράφονται από τους ειδικούς, είναι οι ακόλουθοι πέντε.
Πρώτον, ο χρόνος παραμονής στο ίδρυμα. Όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το άτομο βρίσκεται στο σωφρονιστικό κατάστημα, τόσο περισσότερο εμπλέκεται στο σύστημα της φυλακής.
Δεύτερον, η αυστηρότητα της φυλακής. Οι τρόφιμοι των φυλακών υψίστης ασφαλείας παρουσιάζουν μεγαλύτερο βαθμό ένταξης.
Τρίτον, το μέγεθος της φυλακής. Οι ογκώδεις φυλακές, σε συνδυασμό με την αυστηρή πειθαρχία που επιβάλλουν, αυξάνουν την κοινωνικοποίηση των εγκλείστων.
Τέταρτον, η επαφή με τον έξω κόσμο. Όσο πιο αποκομμένοι είναι οι κρατούμενοι από την ευρύτερη κοινωνία, τόσο περισσότερο αναζητούν «καταφύγιο» στο σύστημα της φυλακής.
Πέμπτον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την προσωπικότητα του τροφίμου. Βάσει αυτών των στοιχείων καθένας «ερμηνεύει» με διαφορετικό τρόπο την εμπειρία του εγκλεισμού και προσαρμόζει τη συμπεριφορά του ανάλογα. Συνήθως, οι συναισθηματικά πιο ευάλωτοι εμφανίζουν μεγαλύτερο βαθμό ένταξης.2
Η αποκόμιση προσωπικών οφελών είναι η αιτία για την οποία ορισμένοι φυλακισμένοι προσαρμόζονται πιο σύντομα και σε μεγαλύτερο βαθμό, σε σημείο που –όσο παράδοξο κι αν φαίνεται- θεωρούν τη φυλακή «σπίτι» τους, είναι συνεργάσιμοι και υπάκουοι. Άλλοι εκφράζουν ανοιχτά την αμφισβήτηση στο θεσμό της φυλακής και αρνούνται να συνεργαστούν με το σωφρονιστικό προσωπικό. Σε γενικές γραμμές, δηλαδή, η προσαρμογή τους διακρίνεται σε δύο βασικές κατηγορίες, εκ διαμέτρου αντίθετες: την απόλυτη υποταγή που εξασφαλίζει την αρμονία (έστω και φαινομενική) στις σχέσεις κρατουμένων-σωφρονιστικών υπαλλήλων και την εναντίωση που οδηγεί σε ρήξη με τους συγκρατούμενους και τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους.
Αναμφίβολα, πέρα από τις παραπάνω στάσεις, καταγράφονται και άλλες θέσεις, οι κυριότερες εκ των οποίων συνίστανται πάλι σε δύο σημεία: στην έκφραση ουδετερότητας των εγκλείστων απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις, η οποία συχνά συνοδεύεται από αδιαφορία και απόσυρση. Η δεύτερη στάση έγκειται στην προσπάθειά τους να μεταμορφωθούν στους «τέλειους» κρατούμενους. Ο «τέλειος» κρατούμενους έχει ομοιότητες με όσους νιώθουν τη φυλακή «σπίτι» τους αλλά εμφανίζεται ακόμα πιο υπάκουος, «ηθικός» και πρόθυμος να προσφέρει τις «υπηρεσίες» του στο προσωπικό των φυλακών. Η πλειοψηφία των φυλακισμένων, κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής, εφαρμόζει συνήθως περισσότερες από μία «τακτικές», προσπαθώντας να προσαρμοστεί στις ιδιαίτερες συνθήκες που διαμορφώνονται κάθε φορά.4
Το αξιοσημείωτο είναι ότι, ανεξαρτήτως της ιδιαίτερης στάσης, όλοι οι έγκλειστοι αποβλέπουν συνειδητά ή ασυνείδητα σε έναν κοινό στόχο: τη διασφάλιση της επιβίωσής τους, η οποία δεν είναι δεδομένη. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οχυρώνονται στο «μικρόκοσμό» τους, ο οποίος αντλεί στοιχεία από το γενικότερο περιβάλλον της φυλακής αλλά αναπτύσσει παράλληλα τις δικές του αρχές και αξίες, ως αποτέλεσμα άμυνας στο πλήθος των εξαναγκασμών. Με άλλα λόγια, προκειμένου να μη στερηθούν πλήρως την προσωπική τους ταυτότητα, την προσαρμόζουν στο περιβάλλον της φυλακής, δημιουργώντας τελικά ένα νέο σύστημα σχέσεων, αρχών και κανόνων συμπεριφοράς.
Συνοψίζοντας, η ιδρυματοποίηση είναι μία διαδικασία που λαμβάνει χώρα προκειμένου ο κάθε κρατούμενος να προσαρμοστεί, να συνυπάρξει και ασφαλώς να επιβιώσει στο σκληρό πλαίσιο των φυλακών.

1. M.D. McShane, F.P. Williams III, επιμ, Encyclopedia of American Prisons, N. York and London: Garland Publishing, 1996, σελ. 357.
2. Φ. Τσαλίκογλου, Μυθολογίες Βίας και Καταστολής, Αθήνα: Παπαζήσης, 1989, σελ. 180.
3. Ε. Λαμπροπούλου, «Το Σύστημα των Κρατουμένων από την Εποχή του Big House μέχρι τη Σύγχρονη Φυλακή» στο Σύγχρονα Θέματα, σσ. 30 και 37.
4. E. Goffman, Asylums Essays on the Social Situation of Mental Patients and other Inmates, N. York: Anchor, 1961, σσ. 61-64.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ζητήματα Εγκληματολογίας

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s