H στήλη της Κρυσταλλίας: Γράμμα στις γυναίκες της ζωής μου (10ο κείμενο)

Γράφει η Κρυσταλλία Παπαδημητρίου (10/3/2014)

Γράμμα στις γυναίκες της ζωής μου(δέκατο κείμενο)

Πέρασε και φέτος η γιορτή της γυναίκας, και γι’ άλλη μια χρονιά μου άφησε μια μυστήρια γεύση. Διάβασα τρομακτικούς αριθμούς για την ανισότητα και τη βία εις βάρος των γυναικών, που με έκαναν να νιώσω πολύ τυχερή που στο περιβάλλον μου, το πολύ προνομιούχο όπως διαπιστώνω κάθε μέρα, δεν μπορώ να τους εφαρμόσω με τίποτα. Διάβασα πιο «ελαφριές» έρευνες για τις νέες που μένουν εργένισσες και ανέραστες και πόσο έχουν αλλάξει οι γυναίκες. Εκφράστηκαν οι αντιρρήσεις για τη γιορτή, αν είναι σοβιετικό κατάλοιπο, αν την χρειάζονται πράγματι οι γυναίκες, αν πρέπει να μας θυμούνται μόνο μια μέρα το χρόνο (βάλτε γενέθλια, και ονομαστική γιορτή, κι αν είμαστε μαμάδες άλλη μία γιορτή το Μάιο, σύνολο τέσσερεις ημέρες προς τιμήν μας! Trop ou trop peu?), ακούστηκαν και τα παράπονα των ανδρών ότι εκείνοι ποτέ δεν γιορτάζουν – κι ο αντίλογος ότι στην πατριαρχική κοινωνία όπου ζούμε, γιορτάζουν κάθε μέρα.

Εγώ πάντως τη σκεφτόμουν τη γιορτή της γυναίκας όλη την εβδομάδα, για τελείως διαφορετικούς λόγους. Κι ήθελα πραγματικά να γράψω αυτό το κείμενο, σαν γυναίκα προς τις γυναίκες που συμπορευόμαστε, που ζούμε μαζί, σαν ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλες τις σημαντικές γυναίκες της ζωής μου. Σκεφτόμουν όλη την εβδομάδα που μας πέρασε…
Τις γυναίκες της οικογένειας, που τις αγαπώ γιατί είμαι δική τους κι είναι δικές μου, αλλά παράλληλα ποτέ δεν σταματάμε να γνωριζόμαστε πέρα από τη μητρική ή την αδερφική αγάπη, κι ας θέλει κόπο, κι ας πονάει μερικές φορές. Υπάρχει μεταξύ μας πάντα μια πρωτόγονη αγάπη που μας βοηθά ν’αναγνωρίζουμε τις ομοιότητες, να δεχόμαστε τις διαφορές, ν’ανοίγουμε την αγκαλιά μας, στο όμορφα, στα δύσκολα, στα άσχημα, στα ευλογημένα. Και τα μικρά της οικογένειας, που βλέπουμε από τώρα τι άξιες γυναίκες θα γίνουν, και πασχίζουμε να τις μεγαλώσουμε με τα λιγότερα δυνατά λάθη.

Τις γυναίκες που με πήραν από το χέρι και με μεγάλωσαν στη δουλειά, που έδωσαν το πρότυπο, εξήγησαν, διόρθωσαν, έκαναν υπομονή, με κλώτσησαν κάτω από το τραπέζι στη στραβοτιμονιά, με προστάτεψαν, με δίδαξαν, με στήριξαν, και τελικά μ’εβαλαν στη ζωή και στην καρδιά τους και βρήκαν θέση στη δική μου.
Τις γυναίκες που τρέχουν δίπλα μου στην ίδια καθημερινή σκυταλοδρομία, συντρόφισσες στο ταξίδι της εργαζόμενης μαμάς και συντρόφου, πρόθυμες να μοιραστούμε τις γλυκές στιγμές και να καμαρώσουμε παρέα, αλλά και να αλληλοβασταχθούμε στην κούραση και στα δύσκολα. Μαζί να απογειωθούμε προς τη λιακάδα, και μαζί να νιώσουμε τις ρίζες μας γερές στο έδαφος στην καταιγίδα.

Τις γυναίκες που φροντίζουν μαζί μου το μικρό μου, που τους εμπιστεύομαι τον θησαυρό μου, που τις νιώθω μέρος της οικογένειας και νοιαζόμαστε, ντροπαλά αλλά ειλικρινά, η μια την άλλη.

Τις γυναίκες που μου ανοίγουν ένα άλλο παράθυρο, διαφορετικό, και μου λένε «έλα να δεις τη θέα κι από εδώ!» και μέσα από το δικό τους δρόμο μου δείχνουν πόσα άλλα ταξίδια μπορώ να κάνω εκτός από αυτό που με τρέχει, αρκεί να το θελήσω.

Τις γυναίκες που βλέπουν κάτι καλό σ’εμένα και μένουν χρόνια δίπλα μου, κι ας χανόμαστε. Όταν ξαναβρισκόμαστε η συζήτηση ξεκινά εκεί που την είχαμε αφήσει, σαν να μην τη διέκοψε ο χρόνος, οι επιλογές, η καθημερινότητα. Και τις καινούργιες φίλες, που δεν φοβούνται ν’απλώσουμε μια κόκκινη κλωστούλα μεταξύ μας να μας ενώνει, κι ας μη βλεπόμαστε συχνά.

Τις γυναίκες που δεν γνώρισα και δεν γνωρίζω αλλά μου κληροδότησαν ένα κομμάτι από την ψυχή τους μ’έναν τρόπο μυστικό και μια φωνή αόρατη – η γιαγιά μου που την βλέπω στα μάτια του πατέρα μου, κι όλες τις προγόνισσες που μου δώσαν δώρα που μπορεί να μην ξέρω πως έρχονται από αυτές. Κι όλες όσες έγραφαν πριν από αιώνες ή γράφουν σήμερα και τα κείμενά τους είναι σαν να μου στέλνουν ένα γράμμα προσωπικό, γραμμένο ειδικά για μένα. Κι όσες τολμούν στην δημόσια αρένα να υψώσουν ανάστημα και να φωνάξουν τα αυτονόητα, κι ας τις υποδέχονται αισχρά υπονοούμενα κι απαράδεκτο υβρεολόγιο, κι ας υπερβάλλουν οι ίδιες μερικές φορές σαν ποδοσφαιριστές στο φάουλ – μου μεταφέρουν λίγο από το σθένος τους και την ορμητικότητά τους.

Διάβασα κάποτε πως ο ρόλος της γυναίκας είναι να βλέπει τον κόσμο μέσα από τα μάτια της καρδιάς, και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω ότι εκεί βρίσκεται μια αποστολή που μας ξεχωρίζει. Οι γυναίκες μπορούμε να δούμε τον κόσμο με όλους τους πιθανούς τρόπους, με εξυπνάδα και λογική, με πρακτικό πνεύμα, με επαναστατικότητα και αμφισβήτηση, με δημιουργικότητα και όραμα, με γνώση και ενθουσιασμό, με αντοχή και τόλμη… Μα μέσα σ’όλα αυτά έχουμε την ξεχωριστή ικανότητα να κάνουμε χώρο στη ματιά μας για την καρδιά μας. Οι γυναίκες αγαπάμε, και δεν ντρεπόμαστε να εκφράσουμε και να νιώσουμε την αγάπη.

Σας ευχαριστώ για την αγάπη σας, και σας ευχαριστώ που δέχεστε τη δική μου, Μαμά, Ντετιό, Μαργαρίτα, Odette, Κρυσταλλία, Ελευθερία, Ζωούλα, Brigitte, Ελευθερίτσα, Ζωζεφίνα, Τιτίκα, Μαίρη, Χρυσούλα, Βασιλική, Βάσω, Εύη, Καλλιόπη, Alice, Αγγελική, Φωτεινή, Κατερίνα, Κική, Έλλη, Αλεξάνδρα, Ηρώ, Georges, Ζωή…. Ένα φιλί σε όλες τις συναδέλφους, φίλες, εξαδέρφες, θείες, γειτόνισσες, γυναίκες που δεν φτάνει ένα κείμενο για να σας ονοματίσω. Χρόνια μας πολλά. Να είμαστε καλά, να απλώνουμε τις κλωστούλες της αγάπης γύρω μας.

Advertisements

2 responses to “H στήλη της Κρυσταλλίας: Γράμμα στις γυναίκες της ζωής μου (10ο κείμενο)

  1. Odette

    Η ιστορία της Γυναίκας που καθαρίζει το σπίτι μου.
    Η κυρία που καθαρίζει το σπίτι μου είναι γύρω στα 55. Είναι ένας γελαστός χείμαρρος. Όταν μπαίνει στο σπίτι είναι σαν να ξεχύνεται πίσω της ένα κύμα χαράς. Τρέχει να αγκαλιάσει τη μικρή, να τη φιλήσει, να της τραγουδήσει και να χορεψει μαζί της, ν´αρπάξει το μωρό και να το στροβιλίσει στον αέρα. Από μηνών ήταν η μόνη που κατάφερνε να το κάνει να γελάει κακαριστά. Θα καθήσει δίπλα στον μεγάλο να του πει μια γλυκιά κουβέντα. Κι εκείνος μαζί της έκανε τις πρώτες του συζητήσεις στα ιταλικά. Γιατί η Μαρία έδειχνε να ενδιαφέρεται να τον ακούσει πολύ.
    Η Μαρία είναι Ρωσίδα. Ήρθε στην Πάρμα πριν 13 χρόνια.
    – Πώς βρέθηκες εδώ, Μαρία; τη ρώτησα μια μέρα.
    – Πώς βρέθηκα; Να σου πω… Στην πατρίδα μου ζούσα σε μεγάλη φτώχεια. Τίποτα καλό δεν μπορούσα να φτιάξω. Ρούχα δεν είχαμε, παπούτσια δεν είχαμε. Ούτε φαγητό. Πόσο χειρότερα να ´ναι, σκέφτηκα. Θα πάρω το ρίσκο… Δεν ήμουν και μικρή, είναι η αλήθεια. Και ο άντρας μου δεν ήθελε να ακολουθήσει. Μα εγώ είχα πείσμα. Σκεφτόμουν τα δυο μου αγόρια. 15 και 17 ετών. Δούλεψα και έκανα οικονομίες. Κάτι έβαλα στην άκρη. Ο άντρας μου φώναζε. Εγώ βρήκα εναν διακινητή. Τον πλήρωσα και με πήρε μαζί του. Στη Βουλγαρία με πρόδωσε. Με εγκατέλειψε κι αναγκάστηκα να επιστρέψω… Περπατώντας… Όταν γύρισα, ο άντρας μου με έβριζε… Εγώ δούλεψα πάλι. Μάζεψα λίγα χρήματα. Βρήκα άλλον διακινητή. Είχα μια φίλη που είχε έρθει στην Πάρμα, δούλευε εσωτερική κάπου. Αυτή ήθελα να βρω. Αυτή τη φορά ο διακινητής ήταν πιο έντιμος. Με έφερε Ιταλία, Πάρμα, και με άφησε στο πάρκο Ντουκάλε. Μου ειπε να κρυβομαι πίσω από τους θάμνους όταν βλέπω περίπολο. Ηταν Ιούλιος. Έκανε ζέστη, καύσωνα. Δεν είχα λεφτά να πάρω νερό εμφιαλωμένο. Πλησίαζα τις βρύσες του πάρκου μα δεν στάζαν στάλα. Περίμενα να πέσει το σκοτάδι. Τότε έτρεχα στο σπίτι όπου φιλοξενούταν και εργαζόταν η φίλη μου. Μου άνοιγε το παράθυρο και πηδούσα μέσα. Μου έφτιαχνε τσάι και μου έδινε να βουτήξω λίγα κουλούρια. Αυτό ήταν το φαγητό μου. Κοιμόμασταν με βάρδιες μια στο χαλί και μια στο κρεβάτι της και τα χαράματα μου άνοιγε κι έφευγα. Ξανά κρυμμένη στο πάρκο. Πενηντα τέσσερις μέρες έτσι, παιδί μου. Μέσα μου είχε σβήσει η ελπίδα. Σκεφτόμουν τα παιδιά μου. Τόση προσπάθεια… Όλα μάταια. Και τότε η φίλη μου τα κατάφερε. Μου βρήκε μια δουλειά. Θα φρόντιζα μια γιαγιά και θα έμενα μαζί της. Πολυ ηλικιωμένη, πάνω από ενενήντα. Όμως την χτένιζα, την περιποιουμουν και την τάιζα μπουκια μπουκια. Δυο χρόνια την φρόντιζα μέχρι που πέθανε. Είχε δυο γιους, γεροντοπαλίκαρα.
    – Πού θα πας, μου είπαν, είσαι η αδερφή μας.
    Μου βρήκαν δουλειά σε μια κυρία που είχε πανσιόν στο βουνό. Εκεί έμαθα όσα ξέρω. Δεν ήθελε να μου δείχνει μα εγώ κοιτούσα. Να καταλάβω πώς τα κάνουν και πώς τα προτιμούν οι Ιταλοί. Εκεί έμαθα πια καλά και τη γλώσσα. Στα πράγματα γύρω μου έβαζα χαρτάκια πως τα ονομάτιζε για να μην τα ξεχνω. Στο μεταξύ βγήκε ένας νόμος, έκανα τα χαρτιά μου και με νομιμοποίησαν. Μπορούσα πια να βγω!
    Στο μεταξύ εστελνα λεφτά στη Ρωσία, στα παιδιά και τον άντρα μου. Γύρισα μια φορά, αγόρασα έπιπλα, έφτιαξα το σπίτι. Στα παιδιά μου είπα ελάτε. Κι εκείνα με ακολούθησαν. Είναι εδώ πια, με τις δουλειές τους, έκαναν οικογένεια. Ο άντρας μου πήρε το σπίτι και τα έπιπλα και έβαλε μια άλλη… Εγώ τώρα πια αγόρασα μια γκαρσονιέρα εδώ. Μην κοιτας τώρα, δουλεύω λίγο, πριν δυο χρόνια είχα μια μεγάλη περιπέτεια με την υγεία μου, κόντεψα να πεθάνω. Τωρα αναγκαστικά δουλεύω λιγότερο. Μια φορά τον χρόνο πάω με τα πόδια στο Φοντανελάτο. Η Παναγία με έσωσε και της το είχα υποσχεθει. Αυτή κι ενας καλός γιατρός. Μη μου πεις να ερθω Σάββατο, πάω και του σιδερώνω τα ρούχα γιατι κι αυτός τότε με πήρε και με πήγε στο Μιλάνο. Αν δεν ήταν δε θα ζούσα. Αυτά. Χιχιχι, μια άχρηστη είμαι που δεν καταφέρνω πια και πολλά. Του χρόνου να παρεις μια πιο σβέλτη. Αντε τώρα να φας κι εγώ θα σου κρατήσω τα μωρά. Δε φεύγω αν δεν σε δω να τρως, τ´ ακούς;

  2. Χρυσουλα

    Το κρύσταλλακι πάλι με έβαλε στο τρυπακι!! Και στη δική μου ζωή υπήρχαν και υπάρχουν μερικές γυναικείες φιγούρες που με ορίζουν και με συντρόφευουν ….. Το χαρακτήρα μου τον σφιριλατησαν κομμάτι κομματι η γιαγιά χρυσουλα με την αρχοντιά της και τη φινέτσα της, η γιαγιά Μάρηκα με την στοργή και το παράδειγμα της …. Η θεία ΒΑΡΒΑΡΑ με την ζέστη αγκαλιά με το ανοιχτό μυαλό και με τη ζωή της …. Οι θείες μου στο παλαιό με την αγάπη τη στοργή την υπερηφάνεια και τις αρχές μιας άλλης εποχής …. Όταν στη ζωή μου ήρθαν τα δύσκολα όταν έζησα αυτό που καμία μάνα να μην ζήσει … Στάθηκα στα πόδια μου γιατί είχα ζήσει με γυναίκες που τις είδα να κλαίνε αλλά να μένουν όρθιες και να συνεχίζουν … Να ζουν και να θυμούνται … Εκείνες τις στιγμές εκείνες ήταν στο μυαλό μου και στην ψυχή μου … Αλλά δίπλα μου είχα φίλες καλές αδερφηκες….. Που με κράταγαν όταν έπεφταν …. Που ξόρκιζαν το κακό…. Τινάκι είσαι πάντα εδώ και ας μένεις Βόλο ΚΑΣΣΥ έχεις το ταλέντο να τα κανείς ολα αλλιώς με την ψυχή σου ΤΖΟΥΛΙΑ δίνεις θάρρος με τον τσαμπουκά σου και την πραγματική φιλια σου χωρίς λόγια Κατερινα ξεσηκώνεις τα πλήθη με την ενέργεια σου Μαρία είσαι σταθερή αξία Τζεκα νοιάζεσαι πραγματικά και δίνεσαι εμμυ είσαι σχέση αξεπέραστη ΑΛΕΞΙΑ είσαι η ήρεμη δύναμη ΤΙΤΙΚΑ είσαι δύναμη και σταθερή ΠΕΡΣΑ είσαι το φιλαράκι μου που γελοιοποιεί τα δύσκολα και χαρίζεις γελοίο στη ρουτίνα ΑΣΠΑΣΙΑ είσαι η φιλενάδα που ακούει και συμβουλεύει σοφά ….. ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΑ είσαι το φιλαράκι που συμπορευομαστε και συντροφεβουμε καθημερινά η μια την άλλη που με ξεσηκώνεις ….. Δεν ανέφερα τη ΜΑΜΑ μου που με μεγάλωσε και με φρόντισε και η νονά μου που με δίδαξε …… Όλες μαζι και μαζι με όσες δεν ανέφερα είσαστε κομμάτια της ζωής και τις ψυχής μου και ευτυχώς υπάρχει αγάπη στην ψυχή μου

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s